Ούρου Τσιπάγια: Ένας από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της Νότιας Αμερικής αγωνίζεται για την επιβίωσή του
Οι Ούρου Τσιπάγια, ένας από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της Νότιας Αμερικής, δίνουν μάχη με την ξηρασία, την αλατότητα και τη μαζική φυγή του πληθυσμού τους, καθώς η κλιματική κρίση καταστρέφει τη γη τους. Στη μικρή πόλη Τσιπάγια, τα πάντα είναι ξερά. Λίγοι άνθρωποι περπατούν στους αμμώδεις δρόμους, ενώ πολλά σπίτια μοιάζουν εγκαταλελειμμένα – ορισμένα είναι κλειδωμένα με λουκέτα. Ο άνεμος είναι τόσο δυνατός που σε αναγκάζει να κλείνεις τα μάτια.
Η Τσιπάγια βρίσκεται στο Αλτιπλάνο της Βολιβίας, περίπου 56 χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Χιλή. Το απέραντο αυτό οροπέδιο, σχεδόν 4.000 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, μοιάζει σχεδόν έρημο από ανθρώπους και ζώα, με τη μοναξιά του να πλαισιώνεται από χιονισμένα ηφαίστεια. Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: μπορεί άραγε κανείς να ζήσει εδώ;
«Είμαστε οι πρώτοι κάτοικοι της Νότιας Αμερικής. Είμαστε ένας αρχαίος πολιτισμός και τώρα κινδυνεύουμε με εξαφάνιση. Δεν υπάρχουν δουλειές και για αυτό ο κόσμος μεταναστεύει στη Χιλή» λέει στον Guardian η Φλόρα Μαμάνι Φελίπε, η πρώτη γυναίκα δήμαρχος της Τσιπάγια.
Η αυτόχθονη ηγέτιδα κάθεται στο γραφείο της δίπλα στην κεντρική πλατεία της πόλης. Ακόμη κι αυτό το σημείο της Τσιπάγια μοιάζει άδειο, με τα περισσότερα γραφεία εγκαταλελειμμένα.
Οι Ούρου Τσιπάγια κινδυνεύουν με εξαφάνιση καθώς η κλιματική κρίση στεγνώνει τη γη τους και απειλεί τον τρόπο ζωής τους. Κάποτε γνωστοί ως «οι άνθρωποι του νερού», βλέπουν σήμερα την ξηρασία, την αυξανόμενη αλατότητα και τη μετανάστευση να οδηγούν τον λαό τους στο χείλος της εξαφάνισης.

Η κοντινή λίμνη Πουπό, που άλλοτε ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη της Βολιβίας και βασικός πόρος αλιείας για τις τοπικές κοινότητες, έχει πλέον στερέψει. Οι καλλιέργειες αποτυγχάνουν και, ως αποτέλεσμα, οι περισσότεροι από τους 2.000 κατοίκους της Τσιπάγια έχουν φύγει για να εργαστούν στη Χιλή. Οι τοπικοί ηγέτες προειδοποιούν ότι η φτώχεια, η πολιτισμική διάβρωση και τα προβλήματα υγείας από το αλμυρό νερό απειλούν όσους παραμένουν.
Ο Γκαμπριέλ Μορένο, ανθρωπολόγος στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Ορούρο στη Βολιβία, εξηγεί: «Οι Ούρου Τσιπάγια αποτελούν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της Βολιβίας. Είναι ένας από τους αρχαιότερους αυτόχθονες πολιτισμούς στη Λατινική Αμερική, με ιστορία 3.000 έως 4.000 ετών. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα εγχείρημα για την αναγνώρισή τους ως του αρχαιότερου εν ζωή πολιτισμού στον κόσμο, το οποίο θα παρουσιαστεί στην UNESCO το 2026».
Ο Μορένο εργάζεται σε προγράμματα στην περιοχή των Ούρου Τσιπάγια, μεταξύ άλλων στην καλλιέργεια του καλαμιού totora ως εναλλακτική ζωοτροφή– κρίσιμη σε περιόδους ξηρασίας για τη μείωση της επισιτιστικής ανασφάλειας και της κλιματικής ευαλωτότητας.
Ο 63χρονος Σεβέρο Παρέδες Κοντόρι είναι Ούρου Τσιπάγια, όπως και οι πρόγονοί του – αλλά ίσως όχι οι απόγονοί του. Οι συνθήκες ζωής, λέει, έχουν γίνει πολύ πιο σκληρές. «Δεν υπάρχουν δουλειές εδώ, δεν μπορείς πια να ζήσεις» λέει χαρακτηριστικά.
Κάθε χρόνο, προσθέτει, ξεπλένουν το έδαφος για να μειώσουν την αλατότητα ώστε να φυτρώσουν καλλιέργειες – όμως το αποτέλεσμα διαρκεί μόνο 12 μήνες.
«Μπορούμε να καλλιεργήσουμε κινόα, αλλά μετά από έναν χρόνο έρχεται το αλάτι, το έδαφος ασπρίζει και δεν κάνει πια για κινόα. Το πολύ αλάτι καταστρέφει και το χορτάρι για τα ζώα» προσθέτει.
Ο Παρέδες ζει σε ένα από τα χαρακτηριστικά στρογγυλά πλίνθινα σπίτια των Ούρου Τσιπάγια, περίπου 30 λεπτά από την πόλη, και εκτρέφει πρόβατα. Κάποτε οι άνθρωποι καλλιεργούσαν κινόα και χόρτο για τα κοπάδια. Σήμερα, η ξηρασία, οι πλημμύρες, ο παγετός και η συνεχώς αυξανόμενη αλατότητα σκοτώνουν τα λάμα και τα πρόβατα και καταστρέφουν τις καλλιέργειες κινόα.
Το πρόβλημα της αλατότητας ξεπερνά κατά πολύ την Τσιπάγια, λέει ο Μοχάμεντ Μοφιζούρ Ραχμάν, περιβαλλοντικός ερευνητής από το Μπαγκλαντές που εργάζεται στο Ινστιτούτο Έρευνας για τις Κλιματικές Επιπτώσεις του Πότσδαμ στη Γερμανία.
«Η κατάσταση αυτή θυμίζει τις απώλειες καλλιεργειών ρυζιού στα μεγάλα ασιατικά δέλτα, όπου η υψηλή αλατότητα στο έδαφος και το νερό υπονομεύει σοβαρά την αγροτική παραγωγικότητα» εξηγεί ο ερευνητής.

Σύμφωνα με τη μυθολογία της Τσιπάγια, οι Ούρου Τσιπάγια ζούσαν πάντα κοντά στο νερό. Ο Μορένο σημειώνει: «Οι Ούρου Τσιπάγια διαθέτουν κλιματική ανθεκτικότητα. Γνωρίζουν πώς να εκτρέπουν νερό από τον ποταμό Λάουκα – ένα εντυπωσιακό παράδειγμα προγονικής μηχανικής διαχείρισης υδάτων. Δεν τους αποκαλούσαν τυχαία “οι άνθρωποι του νερού”».
Ωστόσο, το νερό εξαφανίζεται. Το έδαφος γύρω από την Τσιπάγια ασπρίζει, σαν να έχει πασπαλιστεί με χιόνι – μια λεπτή κρούστα αλατιού που προμηνύει βαθύτερα προβλήματα. Το ήδη αλμυρό χώμα γίνεται ακόμη πιο αλατούχο.
«Δεν υπάρχουν πια πουλιά», λέει η Μαμάνι. «Ψαρεύαμε πέστροφες σε αυτό το ποτάμι, αλλά τώρα δεν υπάρχουν ψάρια. Η κλιματική αλλαγή φέρνει πλημμύρες και ξηρασίες. Είμαστε απελπισμένοι».
Οι περισσότερες οικογένειες έχουν συγγενείς στη Χιλή και εκτιμάται ότι περίπου το 60% των κατοίκων της Τσιπάγια διαθέτουν χιλιανή υπηκοότητα, σύμφωνα με τη Μαμάνι. Η μετανάστευση συνεπάγεται πολιτισμική απώλεια: όσοι φεύγουν συχνά αντιμετωπίζουν διακρίσεις ή σταματούν να γιορτάζουν τα έθιμά τους, να μιλούν τη γλώσσα τους και να φορούν παραδοσιακές ενδυμασίες.
«Υπάρχει μεγάλη μετανάστευση προς τη Χιλή», λέει η Μαμάνι. «Τα παιδιά που σπουδάζουν εκεί δεν μιλούν πια τη γλώσσα μας, μιλούν μόνο ισπανικά. Και η κόρη μου μιλάει πλέον πολύ λίγο. Η ιστορία των Ούρου Τσιπάγια είναι θλιβερή» λέει η Μαμάνι.
Ο Παρέδες προσθέτει: «Έχω εγγόνια στη Χιλή. Δεν έχουν καν βολιβιανή ταυτότητα, μόνο χιλιανή. Βλέπω τον γιο μου μόνο μία φορά τον χρόνο. Καλλιεργούν λαχανικά και βγάζουν χρήματα. Χωρίς δουλειά, δεν μπορείς να ζήσεις».
Η φτώχεια ήταν πάντα έντονη στους Ούρου Τσιπάγια και η απογραφή του 2024 δείχνει ότι το 67,12% των κατοίκων της Τσιπάγια θεωρούνται σήμερα φτωχοί.
Το ότι η Τσιπάγια εξακολουθεί να υπάρχει είναι σχεδόν θαύμα, λέει ο Μορένο. «Αν δεν υπήρχαν το σχολείο και το κολέγιο στην Τσιπάγια, ο λαός και ο πολιτισμός των Ούρου Τσιπάγια θα εξαφανίζονταν. Μόνο οι ηλικιωμένοι μένουν και τα παιδιά και οι έφηβοι εξαιτίας των σχολείων. Αυτοί είναι που διατηρούν τον πληθυσμό» σημειώνει.
Ο 67χρονος Σεμπαστιάν Κίσπε Λασάρο, υπεύθυνος τουρισμού της Τσιπάγια, έχει ζήσει τις αλλαγές που έφερε η κλιματική κρίση. «Όταν ήμουν παιδί, αυτή την εποχή ο ουρανός ήταν πάντα γαλάζιος. Τώρα ζούμε και τις τέσσερις εποχές μέσα σε μία μέρα. Ο καιρός έχει αλλάξει εντελώς», λέει.
«Με αυτούς τους παγετούς, το χορτάρι καταστρέφεται, δεν έχει πια θρεπτικά συστατικά. Τα ζώα αδυνατίζουν όταν το τρώνε. Και τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο πεθαίνουν» σημειώνει.
Ο Λασάρο μιλά για τα τελετουργικά που επέτρεψαν στους Ούρου Τσιπάγια να συνυπάρχουν με αυτό το σκληρό περιβάλλον επί χιλιάδες χρόνια – όμως τα τελετουργικά δεν μπορούν να εξαφανίσουν την αλατότητα.
«Τα βοσκοτόπια χάθηκαν. Με την υγρασία και το κρύο, το αλάτι ανεβαίνει στην επιφάνεια και καίει το χορτάρι. Και πρέπει να χρησιμοποιώ βρασμένο νερό από ένα ειδικό πηγάδι, γιατί το κανονικό έχει ήδη γίνει αλμυρό. Το πολύ αλάτι προκαλεί διάρροια στα ζώα και πεθαίνουν» εξηγεί.
Αυξανόμενα προβλήματα υγείας
Παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι άνθρωποι. Ο Χουάν Κοντόρι, 42 ετών, εργάζεται στον τομέα της υγείας στην Τσιπάγια εδώ και 15 χρόνια.
«Υπάρχει μεγάλη αλλαγή στις ασθένειες. Τώρα έρχονται πολλοί με διάρροια και βήχα», λέει.
Ο Ραχμάν προσθέτει: «Η διάρροια από την κατανάλωση αλμυρού νερού είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Στοιχεία από άλλες περιοχές του κόσμου συνδέουν την υψηλή αλατότητα με την εκλαμψία και την υπέρταση, που αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων. Περαιτέρω έρευνα στην Τσιπάγια θα μπορούσε να αποκαλύψει το πλήρες εύρος αυτών των άγνωστων επιπτώσεων στην υγεία».
Οι άνθρωποι αλλάζουν και τις διατροφικές τους συνήθειες.
«Οι άνθρωποι παλιά καλλιεργούσαν κινόα και την έτρωγαν. Τώρα το αλάτι καίει την κινόα. Έτσι αγοράζουν ζυμαρικά και ρύζι από την πόλη. Τρώνε κοτόπουλο, τηγανητές πατάτες και τέτοια πράγματα» , λέει ο Κοντόρι.
Για τον Μορένο, η διάσωση αυτού του αρχαίου πολιτισμού είναι ζήτημα επείγουσας ανάγκης.
«Οι Ούρου Τσιπάγια έχουν υποστεί πολιτισμικές απώλειες – προφορική μνήμη, εδάφη και ιερούς τόπους. Πρέπει να προστατεύσουμε την προφορική τους μνήμη. Πρέπει να ενισχύσουμε τον δεσμό μεταξύ ηλικιωμένων και νέων για να εργαστούμε πάνω σε αυτό» τονίζει ο Μορένο.
Πολλοί έχουν ήδη πουλήσει ή σφάξει τα ζώα τους για να μεταναστεύσουν, όμως ο Παρέδες αρνήθηκε. «Δεν θέλαμε να τελειώσουμε το κοπάδι μας. Γι’ αυτό μείναμε» λέει.
Πιστεύει πως θα παραμείνει στη γη των προγόνων του μέχρι να πεθάνει, παρότι μεγάλο μέρος της οικογένειάς του έχει φύγει.
«Όταν πεθάνω, θα κάνουν μια βιντεοκλήση μέσω WhatsApp από τη Χιλή – και κάποιοι άλλοι θα με πάνε στο κοιμητήριο με καρότσα».
Πηγή: Guardian
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης