Στη ΔΕΘ δεν κρίνονται οι προθέσεις, κρίνονται τα αποτελέσματα
Του ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΜΑΛΤΕΖΟΥ*
Σε λίγες ημέρες ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ανέβει ξανά στο βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Θα παρουσιάσει μέτρα, θα περιγράψει προθέσεις και θα ζητήσει από τους πολίτες να πιστέψουν ότι η επόμενη περίοδος θα είναι καλύτερη. Μόνο που, έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η κυβέρνηση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως μαθητευόμενη που ζητά ακόμη μία ευκαιρία για να ολοκληρώσει όσα δεν έκανε.
Η ΔΕΘ δεν είναι η αφετηρία μιας νέας κυβερνητικής προσπάθειας. Είναι η ώρα του απολογισμού, του λογαριασμού και της πολιτικής ετυμηγορίας. Η κυβέρνηση θα επαναλάβει το αφήγημα μιας οικονομίας που αναπτύσσεται και πρωταγωνιστεί στην Ευρώπη. Η ελληνική οικονομία πράγματι μεγάλωσε.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι ποιον ωφέλησε αυτή η μεγέθυνση, τι άλλαξε στην παραγωγική της βάση και τι έφτασε τελικά στην κοινωνία.
Η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να αντιστοιχεί περίπου στο 69% του ΑΕΠ, ενώ η χώρα παραμένει εξαρτημένη από τις εισαγωγές. Αυτό δεν συνιστά παραγωγικό άλμα. Είναι η συνέχιση ενός εύθραυστου μοντέλου, που στηρίζεται στην κατανάλωση, στον τουρισμό και στην αγορά ακινήτων, χωρίς επαρκή μεταποίηση, τεχνολογική αναβάθμιση και περιφερειακή ανάπτυξη.
Η δύσκολη καθημερινότητα
Το κυβερνητικό success story συγκρούεται κυρίως με την καθημερινότητα. Το 2024 ο μέσος προσαρμοσμένος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης ήταν περίπου 18.000 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 39.800 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεσαν το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 19%. Και το 2025 το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά δεν είναι αριθμοί της αντιπολίτευσης. Είναι τα επίσημα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής.
Το ίδιο ισχύει και για τη φορολογία. Δεν αρκεί να διαφημίζονται μειώσεις ορισμένων συντελεστών. Ο προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει 73,6 δισ. ευρώ φορολογικά έσοδα, από τα οποία 40,9 δισ. προέρχονται από φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών και 29,2 δισ. μόνο από τον ΦΠΑ. Περισσότερο από το 55% των φορολογικών εσόδων στηρίζεται, επομένως, στη φορολόγηση της κατανάλωσης.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό ζήτημα: ένα φορολογικό σύστημα που επιβαρύνει δυσανάλογα όσους καταναλώνουν ολόκληρο το εισόδημά τους για βασικές ανάγκες. Η ακρίβεια δεν αδειάζει μόνο το καλάθι του νοικοκυριού αυξάνει ταυτόχρονα τις εισπράξεις του ΦΠΑ. Και όταν οι φορολογικές κλίμακες δεν τιμαριθμοποιούνται, μέρος των ονομαστικών αυξήσεων των μισθών επιστρέφει στο κράτος μέσω της φορολογικής διολίσθησης.
Η κυβέρνηση θα επικαλεστεί και το Ταμείο Ανάκαμψης. Όμως το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι πόσα χρήματα πέρασαν από την οικονομία, αλλά τι άλλαξαν μέσα στην οικονομία. Έπειτα από πρωτοφανείς ευρωπαϊκούς πόρους, οι επενδύσεις παραμένουν περίπου στο 16%–17% του ΑΕΠ, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να δυσκολεύονται να χρηματοδοτηθούν και η περιφέρεια δεν απέκτησε τις υποδομές που χρειάζεται.
Προοδευτική απάντηση
Στη Θράκη και στον Έβρο γνωρίζουμε καλά τη διαφορά ανάμεσα στην εξαγγελία και στο αποτέλεσμα. Χωρίς ολοκληρωμένα έργα νερού, σύγχρονα αρδευτικά και αντιπλημμυρικά δίκτυα, αξιόπιστο σιδηρόδρομο, μεταποίηση, ενεργειακή στρατηγική και στήριξη της τοπικής παραγωγής, η περιφερειακή ανάπτυξη παραμένει σύνθημα. Και χωρίς περιφερειακή σύγκλιση, δεν υπάρχει εθνική ανάπτυξη.
Η περίοδος 2015–2019 πρέπει επίσης να αποτιμάται με ειλικρίνεια, μαζί με τα λάθη και τους ασφυκτικούς περιορισμούς της. Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργεί ως μόνιμο άλλοθι για μια κυβέρνηση που είχε επτά χρόνια χωρίς μνημόνια, δημοσιονομική σταθερότητα και πρωτοφανείς ευρωπαϊκούς πόρους. Η προοδευτική απάντηση δεν μπορεί να είναι ένας ανταγωνισμός παροχών.
Χρειάζεται νέο παραγωγικό και κοινωνικό συμβόλαιο: φορολογική δικαιοσύνη, συλλογικές συμβάσεις, αξιοπρεπείς μισθοί, ισχυρές μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αποκέντρωση των επενδύσεων. Και ένας σαφής κανόνας: όποιος λαμβάνει δημόσια στήριξη οφείλει να επιστρέφει δημόσια αξία — επενδύσεις, ποιοτική εργασία, καινοτομία, εγχώρια παραγωγή και επανεπένδυση. Αυτή την κατεύθυνση οφείλει να υπηρετήσει η πολιτική πρόταση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης: όχι ένα «αντιπακέτο» απέναντι στις εξαγγελίες της ΝΔ, αλλά ένα συνεκτικό και κοστολογημένο σχέδιο τετραετίας, που θα συνδέει κάθε δημόσιο πόρο με μετρήσιμο κοινωνικό και παραγωγικό αποτέλεσμα. Η χώρα δεν χρειάζεται άλλον διαχειριστή της ίδιας πορείας.
Χρειάζεται αλλαγή πορείας
Στη ΔΕΘ ο κ. Μητσοτάκης δεν δικαιούται να ζητήσει νέα πίστωση χρόνου. Η κυβέρνηση δεν εξετάζεται πλέον στις προθέσεις. Κρίνεται στα αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ήρθε η ώρα όχι για ακόμη μία επικοινωνιακή επανεκκίνηση, αλλά για πολιτική αλλαγή με αλλαγή πολιτικής. Μια αλλαγή που θα στηριχθεί στη μεγάλη κοινωνική συμμαχία των εργαζομένων, των αγροτών, των μικρομεσαίων, των νέων, των γυναικών, των συνταξιούχων και της υγιούς επιχειρηματικότητας. Μια κοινωνική και παραγωγική πλειοψηφία που δεν ζητά άλλες υποσχέσεις, αλλά δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, προοπτική και μια χώρα που θα παράγει περισσότερο και θα μοιράζει δικαιότερα.
*Οικονομολόγος — Λογιστής, π. Βουλευτής
Μέλος Εθνικού Συμβουλίου ΕΛ.Α.Σ
Σχετικά Άρθρα
01/09/2026 - 21:35
01/09/2026 - 21:32
01/09/2026 - 21:28
01/09/2026 - 21:22
Δείτε επίσης