Μπέλφαστ: Η απόπειρα αποκεφαλισµού που αναζωπυρώνει τη µεγάλη ευρωπαϊκή συζήτηση για την ασφάλεια και τη µεταναστευτική πολιτική

Του ΑΝΔΡΕΑ ΒΟΡΥΛΛΑ *

 

Πριν λίγες µέρες είχαµε την απόπειρα αποκεφαλισµού σε µια ευρωπαϊκή πόλη, κάτι που στα µέσα µαζικής ενηµέρωσης της χώρας µας πέρασε µε ελάχιστη κάλυψη. Η άγρια επίθεση µε µαχαίρι στο Μπέλφαστ, κατά την οποία ένας άνδρας δέχθηκε πολλαπλά χτυπήµατα στο πρόσωπο, στον λαιµό και στην πλάτη, δεν αποτελεί ένα ακόµη µεµονωµένο περιστατικό εγκληµατικότητας. Το γεγονός προκάλεσε σοκ στη Βόρεια Ιρλανδία, οδήγησε στη σύλληψη του φερόµενου ως δράστη και πυροδότησε έντονες κοινωνικές αντιδράσεις για αρκετές µέρες, επειδή ο ύποπτος συνδέθηκε µε το µεταναστευτικό σύστηµα της χώρας. Οι βρετανικές αρχές χαρακτήρισαν την υπόθεση «κρίσιµο περιστατικό», ενώ κάλεσαν σε ψυχραιµία, καθώς ακολούθησαν επεισόδια και συγκρούσεις στους δρόµους του Μπέλφαστ.

Το περιστατικό αυτό έρχεται να προστεθεί σε µια σειρά επιθέσεων µε µαχαίρι που έχουν συγκλονίσει ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια. Από το Λονδίνο και το Παρίσι µέχρι το Μάνχαϊµ, το Σόλινγκεν, το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες παρακολουθούν µε αυξανόµενη ανησυχία την επανάληψη βίαιων επιθέσεων σε δηµόσιους χώρους. Κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικά κίνητρα. Άλλες σχετίζονται µε τροµοκρατία ή εξτρεµισµό, άλλες µε σοβαρά προβλήµατα ψυχικής υγείας, άλλες µε κοινή εγκληµατικότητα. Ωστόσο, η συχνότητα τέτοιων περιστατικών έχει ενισχύσει το αίσθηµα ανασφάλειας σε µεγάλο µέρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Ιδιαίτερα όταν ο φερόµενος δράστης είναι αιτών άσυλο ή µετανάστης, η δηµόσια συζήτηση µετατοπίζεται γρήγορα από το ίδιο το έγκληµα στη συνολική µεταναστευτική πολιτική. Στην περίπτωση του Μπέλφαστ, πολιτικές δυνάµεις ζήτησαν αυστηρότερους ελέγχους και αποτελεσµατικότερη διαχείριση του συστήµατος ασύλου, ενώ η κυβέρνηση και η αστυνοµία υπογράµµισαν ότι η υπόθεση πρέπει να αντιµετωπιστεί µέσα από τη δικαστική διαδικασία και όχι µέσω συλλογικής στοχοποίησης ολόκληρων κοινοτήτων.

Ερώτηµα

Το ερώτηµα που αναδύεται πλέον σε ολόκληρη την Ευρώπη είναι αν οι κυβερνήσεις έχουν προσαρµόσει επαρκώς τις πολιτικές ασφάλειας στις νέες συνθήκες. Η αυξηµένη µεταναστευτική πίεση των τελευταίων ετών έχει επιβαρύνει σηµαντικά τα συστήµατα ασύλου πολλών κρατών, δηµιουργώντας µεγάλες καθυστερήσεις στους ελέγχους, στην εξέταση αιτήσεων και στην παρακολούθηση προσώπων που εισέρχονται στις χώρες υποδοχής. Η συζήτηση αυτή δεν αφορά µόνο τον αριθµό των αφίξεων, αλλά και την ικανότητα των κρατικών µηχανισµών να διαχειριστούν αποτελεσµατικά µεγάλους πληθυσµούς µε διαφορετικά κοινωνικά και πολιτισµικά χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, η αύξηση των επιθέσεων µε µαχαίρι έχει οδηγήσει αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στη λήψη αυστηρότερων µέτρων. Σε πολλές χώρες έχουν ενισχυθεί οι αστυνοµικές περιπολίες σε σταθµούς, εµπορικά κέντρα και σχολεία, έχουν αυξηθεί οι έλεγχοι για παράνοµη οπλοφορία και εξετάζονται αυστηρότερες διαδικασίες απέλασης αλλοδαπών που διαπράττουν σοβαρά αδικήµατα.

Ωστόσο, θα ήταν εξίσου λανθασµένο να εξαχθεί το συµπέρασµα ότι κάθε µετανάστης ή κάθε αιτών άσυλο αποτελεί απειλή για τη δηµόσια ασφάλεια. Η µεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων που µετακινούνται στην Ευρώπη δεν εµπλέκεται σε εγκληµατικές πράξεις. Η γενίκευση όχι µόνο αδικεί ανθρώπους που ζουν νόµιµα και ειρηνικά στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά δυσχεραίνει και τη σοβαρή αντιµετώπιση του πραγµατικού προβλήµατος.

Γκετοποίηση

Όµως υπάρχει και κάτι ακόµα που δεν αναφέρεται ευθέως: η ενσωµάτωση µεγάλων µεταναστευτικών πληθυσµών κυρίως από χώρες της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της ευρύτερης µουσουλµανικής ζώνης, δεν είναι ούτε αυτόµατη ούτε δεδοµένη. Κάποιοι µετανάστες και δεν είναι λίγοι, επιλέγουν τον εξτρεµισµό, την απόρριψη των αξιών του πολιτισµού της Ευρώπης, δεν µαθαίνουν την γλώσσα της χώρας που διαµένουν, δεν εργάζονται ή εργάζονται περιστασιακά, γκετοποιούνται, µε αποτέλεσµα γεγονότα όπως το παραπάνω. Ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η µακροχρόνια εξάρτηση από κοινωνικές παροχές έχει αποτελέσει αντικείµενο δηµόσιας συζήτησης ως προς την αποτελεσµατικότητα των πολιτικών ένταξης.

Η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται στην ισορροπία µεταξύ ανθρωπισµού και ασφάλειας. Τα κράτη οφείλουν να προστατεύουν όσους δικαιούνται διεθνή προστασία, αλλά ταυτόχρονα να εφαρµόζουν αυστηρούς ελέγχους ταυτότητας και ασφαλείας, ταχείες διαδικασίες ασύλου, αποτελεσµατικές επιστροφές όσων δεν πληρούν τις προϋποθέσεις παραµονής και άµεση απέλαση αλλοδαπών που καταδικάζονται για σοβαρά εγκλήµατα, σύµφωνα µε το ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό νοµικό πλαίσιο.

Η εµπειρία δείχνει ότι οι πολιτικές ένταξης που στηρίζονται αποκλειστικά σε οικονοµικές παροχές δεν αρκούν για την επίτευξη ουσιαστικής κοινωνικής ενσωµάτωσης. Η εργασία, εκµάθηση της γλώσσας, η αποδοχή των θεµελιωδών κανόνων της χώρας υποδοχής και η ενεργός συµµετοχή στην κοινωνική ζωή αποτελούν εξίσου κρίσιµες προϋποθέσεις. Χώρες όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία έχουν ιστορικά δώσει µεγαλύτερη έµφαση στην εργασία, στην εκµάθηση της γλώσσας και στην αποδοχή των βασικών κανόνων της χώρας υποδοχής.

Δηµογραφικές µεταβολές

Δεν είναι τυχαίο ότι σε χώρες όπως η Γερµανία, το Βέλγιο και το Ηνωµένο Βασίλειο, το όνοµα Μοχάµεντ –µαζί µε τις διάφορες παραλλαγές γραφής του– συγκαταλέγεται πλέον µεταξύ των δηµοφιλέστερων ονοµάτων που δίνονται στα νεογέννητα αγόρια. Το γεγονός αυτό αποτυπώνει τις σηµαντικές δηµογραφικές µεταβολές που συντελούνται σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες και αναδεικνύει την ανάγκη για σοβαρή συζήτηση σχετικά µε την κοινωνική συνοχή, την πολιτισµική ταυτότητα και την αποτελεσµατικότητα των πολιτικών ενσωµάτωσης.

Η επίθεση στο Μπέλφαστ αποτελεί ακόµη µία υπενθύµιση ότι η δηµόσια ασφάλεια παραµένει κορυφαία προτεραιότητα για κάθε δηµοκρατική κοινωνία. Οι πολίτες αναµένουν από τις κυβερνήσεις να διασφαλίζουν ότι οι δρόµοι, οι γειτονιές και οι δηµόσιοι χώροι είναι ασφαλείς, ενώ ταυτόχρονα να αποφεύγεται η συλλογική ενοχοποίηση οµάδων ανθρώπων για πράξεις µεµονωµένων δραστών.

Η Ευρώπη βρίσκεται µπροστά σε µια δύσκολη εξίσωση. Από τη µία πλευρά καλείται να παραµείνει πιστή στις αρχές του κράτους δικαίου και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωµάτων. Από την άλλη, καλείται να ανταποκριθεί στη δικαιολογηµένη απαίτηση των πολιτών για αποτελεσµατική ασφάλεια. Η ισορροπία ανάµεσα στις δύο αυτές ανάγκες θα αποτελέσει µία από τις µεγαλύτερες πολιτικές προκλήσεις των επόµενων ετών.

Το πραγµατικό δίληµµα δεν είναι «ασφάλεια ή ανθρωπισµός». Είναι αν η Ευρώπη µπορεί να διαφυλάξει και τα δύο ταυτόχρονα. Οι κοινωνίες ζητούν αποτελεσµατική προστασία χωρίς εγκατάλειψη των αρχών του κράτους δικαίου. Όσο οι κυβερνήσεις αδυνατούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις, τόσο η ανασφάλεια θα µετατρέπεται σε πολιτική πόλωση και η συζήτηση γύρω από τη µετανάστευση θα γίνεται ολοένα πιο έντονη.

* Βουλευτής Β2 Δυτικού Τοµέα Αθηνών µε τη ΝΙΚΗ

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή