Από το «Leave» στην αναζήτηση στήριξης από τις Βρυξέλλες
Tου ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *
Στις 23 Ιουνίου 2016, οι Βρετανοί πολίτες πήραν µια ιστορική απόφαση που συγκλόνισε την Ευρώπη. Με το δηµοψήφισµα για την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωµένο Βασίλειο ύψωσε τη σηµαία της εθνικής κυριαρχίας απέναντι σε ένα οικοδόµηµα που πολλοί θεωρούσαν ότι εξελισσόταν σε µια ολοένα και πιο συγκεντρωτική γραφειοκρατία. Για εκατοµµύρια Βρετανούς, το Brexit δεν ήταν απλώς µια πολιτική επιλογή. Ήταν µια πράξη αξιοπρέπειας, µια άρνηση να εκχωρηθεί περαιτέρω εξουσία στις Βρυξέλλες.
Το αποτέλεσµα εκείνης της κάλπης δεν αφορούσε µόνο τη Βρετανία. Άνοιξε µια βαθιά συζήτηση σε ολόκληρη την Ευρώπη για τα όρια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, για το δηµοκρατικό έλλειµµα των ευρωπαϊκών θεσµών και για τη σχέση ανάµεσα στην εθνική κυριαρχία και την υπερεθνική διακυβέρνηση. Για πρώτη φορά ένα µεγάλο κράτος-µέλος αποφάσιζε να εγκαταλείψει την Ένωση, αµφισβητώντας στην πράξη το δόγµα ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελεί µονόδροµο. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι µόλις έναν χρόνο νωρίτερα, το καλοκαίρι του 2015, η ίδια Ευρώπη είχε επιδείξει ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο απέναντι στην Ελλάδα. Η γερµανοκρατούµενη ηγεσία της Ε.Ε. και οι µηχανισµοί των Βρυξελλών αντιµετώπισαν το ελληνικό δηµοψήφισµα µε εκβιαστικά διλήµµατα, οικονοµική ασφυξία και ωµές πιέσεις. Το «Όχι» των Ελλήνων επιχειρήθηκε να ακυρωθεί στην πράξη µέσα σε λίγες ηµέρες. Αντίθετα, το βρετανικό «Leave» έγινε σεβαστό, χωρίς απειλές εξόδου από διεθνείς θεσµούς, χωρίς τελεσίγραφα και χωρίς τον στραγγαλισµό που γνώρισε η Ελλάδα.
Δύο µέτρα και δύο σταθµά
Η διαφορετική αυτή αντιµετώπιση παραµένει µέχρι σήµερα αντικείµενο πολιτικής συζήτησης. Πολλοί θεωρούν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επέδειξε απέναντι στο Λονδίνο έναν σεβασµό που αρνήθηκε στην Αθήνα, παρά το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις οι πολίτες εξέφρασαν µέσω δηµοψηφίσµατος τη βούλησή τους. Η σύγκριση αυτή εξακολουθεί να τροφοδοτεί τον ευρωσκεπτικισµό σε αρκετές χώρες και να αναδεικνύει τις αντιφάσεις ενός συστήµατος που συχνά εµφανίζεται να λειτουργεί µε δύο µέτρα και δύο σταθµά. Δέκα χρόνια αργότερα, όµως, η πραγµατικότητα είναι αµείλικτη. Η Βρετανία βρίσκεται αντιµέτωπη µε οικονοµικές δυσκολίες, µειωµένη γεωπολιτική επιρροή και πολιτική αβεβαιότητα. Οι υποσχέσεις για µια νέα εποχή οικονοµικής άνθησης εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επαληθεύτηκαν στον βαθµό που είχαν παρουσιαστεί στους πολίτες. Η χώρα εξακολουθεί να αναζητά τον ρόλο της σε ένα διεθνές περιβάλλον που µεταβάλλεται ραγδαία, ενώ οι επιπτώσεις της αποχώρησης από την ενιαία αγορά και τις ευρωπαϊκές δοµές παραµένουν αισθητές σε κρίσιµους τοµείς της οικονοµίας.
Την ίδια στιγµή, η πολιτική κρίση που ταλανίζει το Ηνωµένο Βασίλειο αποτυπώνει το αδιέξοδο της µετα-Brexit εποχής. Η παραίτηση του Κιρ Στάρµερ, ύστερα από µια περίοδο έντονων πολιτικών πιέσεων και κοινωνικής δυσαρέσκειας, άνοιξε έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας στο βρετανικό πολιτικό σύστηµα. Η επόµενη ηµέρα προδιαγράφεται δύσκολη, καθώς η χώρα καλείται να αντιµετωπίσει ταυτόχρονα ζητήµατα ανάπτυξης, δηµοσιονοµικής σταθερότητας, κοινωνικής συνοχής και διεθνούς προσανατολισµού.
Κρίση ηγεσίας
Η κρίση ηγεσίας δεν αποτελεί απλώς ένα εσωτερικό πολιτικό γεγονός. Αντανακλά τη βαθύτερη δυσκολία της Βρετανίας να διαµορφώσει ένα συνεκτικό στρατηγικό αφήγηµα µετά την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι υποστηρικτές του Brexit εξακολουθούν να υπερασπίζονται την επιλογή της εθνικής ανεξαρτησίας, ενώ οι επικριτές του επισηµαίνουν το οικονοµικό και πολιτικό κόστος της εξόδου. Το αποτέλεσµα είναι µια κοινωνία που παραµένει διχασµένη και ένα πολιτικό σύστηµα που δυσκολεύεται να προσφέρει σαφείς απαντήσεις. Και σήµερα, η άλλοτε αδιάλλακτη υπέρµαχος της αποχώρησης χτυπά δειλά την πόρτα της Κοµισιόν. Όχι επειδή ανακάλυψε ξανά τις αρετές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά επειδή βλέπει στα δισεκατοµµύρια του ευρωπαϊκού προγράµµατος επανεξοπλισµού µια ευκαιρία χρηµατοδότησης και οικονοµικής ανάσας.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει µια θεµελιώδη αλήθεια της πολιτικής. Οι µεγάλες ιστορικές επιλογές δεν κρίνονται µόνο από τα συνθήµατα ή τις προθέσεις που τις συνοδεύουν, αλλά κυρίως από την ικανότητα των κρατών να διαχειριστούν τις συνέπειές τους. Η ιστορία, τελικά, δεν δικαιώνει ούτε τους φανατικούς ευρωπαϊστές ούτε τους άκριτους ευρωσκεπτικιστές. Υπενθυµίζει όµως ότι η αξιοπρέπεια των λαών έχει αξία µόνο όταν συνοδεύεται από σχέδιο, συνέπεια και επίγνωση των συνεπειών των επιλογών τους. Και αυτό είναι ίσως το σηµαντικότερο µάθηµα που αφήνει πίσω της η πρώτη δεκαετία του Brexit.
* Πολιτικός αναλυτής, Δηµοσιογράφος
Σχετικά Άρθρα
29/06/2026 - 16:32
29/06/2026 - 16:31
Δείτε επίσης