Κρυπτοστοιχεία χωρίς φορολογικό πλαίσιο – Η µεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής

Η διάδοση των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων σε ευρωπαϊκό και παγκόσµιο επίπεδο, δηµιουργεί νέα δεδοµένα για τις αγορές, τις επενδύσεις, τη φορολογία και τη λειτουργία του κράτους. Στην Ελλάδα, όµως, αποκαλύπτεται µια βαθιά αντίφαση: ενώ η κυβέρνηση προχωρά στην ενσωµάτωση ευρωπαϊκών Οδηγιών για την ανταλλαγή πληροφοριών και την παρακολούθηση των συναλλαγών σε κρυπτοστοιχεία, εξακολουθεί να µην υπάρχει φορολογικό πλαίσιο για τη φορολόγηση των σχετικών κερδών

Tου ΑΝΔΡΕΑ ΒΟΡΥΛΛΑ *

 

 

Η δηµόσια συζήτηση γύρω από τα κρυπτοστοιχεία και τα κρυπτονοµίσµατα έχει πλέον περάσει από το στάδιο της τεχνολογικής περιέργειας στο στάδιο της ουσιαστικής οικονοµικής και πολιτικής πραγµατικότητας. Η διάδοση των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων σε ευρωπαϊκό και παγκόσµιο επίπεδο, δηµιουργεί νέα δεδοµένα για τις αγορές, τις επενδύσεις, τη φορολογία και τη λειτουργία του κράτους. Στην Ελλάδα, όµως, αποκαλύπτεται µια βαθιά αντίφαση: ενώ η κυβέρνηση προχωρά στην ενσωµάτωση ευρωπαϊκών Οδηγιών για την ανταλλαγή πληροφοριών και την παρακολούθηση των συναλλαγών σε κρυπτοστοιχεία, εξακολουθεί να µην υπάρχει φορολογικό πλαίσιο για τη φορολόγηση των σχετικών κερδών.

Η αντίφαση αυτή δεν είναι τεχνική ή δευτερεύουσα. Αντιθέτως, αγγίζει τον πυρήνα της φορολογικής δικαιοσύνης και της αξιοπιστίας της οικονοµικής πολιτικής. Διότι το κράτος επιλέγει να γνωρίζει, να παρακολουθεί και να καταγράφει τις συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία, χωρίς όµως να έχει καθορίσει πώς αυτές φορολογούνται και πώς εντάσσονται στο συνολικό φορολογικό σύστηµα της χώρας.

Νέες ρυθµίσεις

Το νοµοσχέδιο για τη διοικητική συνεργασία στον τοµέα της φορολογίας, µε την ενσωµάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872, παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως ένα σηµαντικό βήµα διαφάνειας και εκσυγχρονισµού. Οι νέες ρυθµίσεις επεκτείνουν τη διοικητική συνεργασία µεταξύ των κρατών-µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δηµιουργούν ένα πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών για τις συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία.

Στην πράξη, αυτό σηµαίνει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων θα υποχρεώνονται να συλλέγουν και να διαβιβάζουν στοιχεία για συναλλαγές, λογαριασµούς και επενδυτικές κινήσεις. Τα κράτη θα έχουν τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να παρακολουθούν τις κινήσεις κεφαλαίων που σχετίζονται µε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.

Πρόβληµα

Ωστόσο, εδώ αναδεικνύεται το βασικό πρόβληµα: ενώ η Πολιτεία οργανώνει µηχανισµούς παρακολούθησης και ελέγχου, δεν έχει ακόµη θεσπίσει φορολογικό καθεστώς για τα κέρδη από κρυπτοστοιχεία. Με απλά λόγια, το κράτος θα γνωρίζει ποιος κερδίζει από συναλλαγές σε Bitcoin ή άλλα crypto-assets, αλλά δεν έχει αποφασίσει πώς αυτά τα κέρδη θα φορολογούνται.

Πρόκειται για µια θεσµική ασυνέπεια που δηµιουργεί σοβαρά ερωτήµατα. Ποιος είναι ο σκοπός της παρακολούθησης, όταν δεν υπάρχει φορολογική αντιµετώπιση; Γιατί επενδύονται πόροι και διοικητικός µηχανισµός στην καταγραφή συναλλαγών, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο πλαίσιο φορολόγησης;

Το πρόβληµα γίνεται ακόµη πιο έντονο αν αναλογιστεί κανείς ότι η κυβέρνηση εδώ και δύο χρόνια δηλώνει πως επεξεργάζεται σχέδιο φορολόγησης των κρυπτοστοιχείων. Τον Φεβρουάριο του 2024 συγκροτήθηκε Οµάδα Εργασίας για τον καθορισµό πλαισίου φορολόγησης των κρυπτονοµισµάτων. Η οµάδα αυτή καταργήθηκε λίγους µήνες αργότερα χωρίς σαφή αιτιολόγηση, ενώ τον Νοέµβριο του 2024 συγκροτήθηκε νέα Οµάδα Εργασίας µε αντικείµενο τον καθορισµό πλαισίου φορολόγησης, ελέγχου και κανονιστικής λειτουργίας των κρυπτονοµισµάτων.

Παρά ταύτα, µέχρι σήµερα δεν έχει παρουσιαστεί ολοκληρωµένο πόρισµα ούτε έχει κατατεθεί συγκεκριµένη νοµοθετική πρόταση. Αυτή η παρατεταµένη καθυστέρηση δηµιουργεί την εικόνα µιας κυβέρνησης που είτε αδυνατεί είτε δεν επιθυµεί να ρυθµίσει ουσιαστικά το ζήτηµα.

Άνιση µεταχείριση

Η απουσία φορολογικού πλαισίου δηµιουργεί, αναπόφευκτα, συνθήκες άνισης µεταχείρισης µεταξύ διαφορετικών κατηγοριών φορολογουµένων. Την ίδια στιγµή που µικροµεσαίοι επιχειρηµατίες, ελεύθεροι επαγγελµατίες και µισθωτοί βρίσκονται αντιµέτωποι µε αυξηµένους ελέγχους, τεκµαρτά εισοδήµατα και αυστηρά πρόστιµα, ένα ολόκληρο πεδίο οικονοµικής δραστηριότητας παραµένει ουσιαστικά εκτός σαφούς φορολογικής δικαιοσύνης.

Η αντίθεση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σηµασία αν ληφθεί υπόψη ότι, σύµφωνα µε στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που αναφέρθηκαν στη Βουλή, περίπου το 14% των Ελλήνων κατέχει κρυπτοστοιχεία, µε σηµαντικό µέρος αυτών να προέρχεται από µεσαία και υψηλά εισοδηµατικά στρώµατα. Δηλαδή, δεν µιλάµε πλέον για ένα περιθωριακό ή περιορισµένο φαινόµενο, αλλά για µια αναπτυσσόµενη µορφή επενδυτικής δραστηριότητας που αφορά χιλιάδες πολίτες και σηµαντικά κεφάλαια.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία φορολόγησης δηµιουργεί εύλογες αντιδράσεις. Διότι ενώ η κυβέρνηση εµφανίζεται ιδιαίτερα αυστηρή απέναντι σε παραδοσιακές µορφές οικονοµικής δραστηριότητας, δείχνει αξιοσηµείωτη ανοχή σε µια νέα κατηγορία πλούτου. Η εικόνα που διαµορφώνεται είναι εκείνη µιας πολιτικής δύο ταχυτήτων: αυστηρότητα για τους πολλούς και αδράνεια για τους λίγους.

Το ζήτηµα, όµως, δεν είναι µόνο δηµοσιονοµικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσµικό. Η φορολογία δεν αποτελεί απλώς εργαλείο είσπραξης εσόδων. Αποτελεί µηχανισµό κοινωνικής ισορροπίας, έκφραση ισονοµίας και βασικό στοιχείο εµπιστοσύνης µεταξύ κράτους και πολιτών. Όταν µεγάλες κατηγορίες οικονοµικής δραστηριότητας παραµένουν εκτός σαφούς φορολογικής ρύθµισης, η αίσθηση δικαιοσύνης αποδυναµώνεται.

Η ευρωπαϊκή εµπειρία

Παράλληλα, η έλλειψη πλαισίου δηµιουργεί ανασφάλεια και για τους ίδιους τους επενδυτές. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη διαµορφωθεί σαφείς κανόνες σχετικά µε τη φορολόγηση των υπεραξιών από κρυπτοστοιχεία, παρέχοντας προβλεψιµότητα και νοµική βεβαιότητα. Αντίθετα, στην Ελλάδα επικρατεί αβεβαιότητα ως προς το πώς αντιµετωπίζονται φορολογικά τα κέρδη, οι µεταβιβάσεις ή ακόµη και η κατοχή ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων.

Η πρόταση που διατυπώθηκε στις κοινοβουλευτικές παρεµβάσεις του Κινήµατος µας κινείται προς µια πιο σαφή κατεύθυνση: να τροποποιηθεί το άρθρο 42 του ν. 4172/2013 ώστε τα κέρδη από τη µεταβίβαση κρυπτοστοιχείων να φορολογούνται ως υπεραξία µεταβίβασης κεφαλαίου, µε συντελεστή 15%, σύµφωνα µε το άρθρο 43 του ίδιου νόµου.

Ανεξάρτητα από το αν κάποιος συµφωνεί πλήρως µε τον συγκεκριµένο συντελεστή ή µε τη µορφή της ρύθµισης, το ουσιαστικό στοιχείο είναι ότι απαιτείται επιτέλους ένα ξεκάθαρο και λειτουργικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο που θα ενσωµατώνει τα κρυπτοστοιχεία στη φορολογική πραγµατικότητα της χώρας µε κανόνες διαφανείς, αναλογικούς και εφαρµόσιµους.

Η Ελλάδα δεν µπορεί να παραµένει σε µια ενδιάµεση κατάσταση, όπου παρακολουθεί τις συναλλαγές αλλά αποφεύγει να καθορίσει τη φορολογική τους αντιµετώπιση. Η ψηφιακή οικονοµία εξελίσσεται µε ταχύτατους ρυθµούς και τα κράτη καλούνται να προσαρµοστούν. Όµως η προσαρµογή δεν µπορεί να περιορίζεται µόνο σε µηχανισµούς επιτήρησης και ανταλλαγής πληροφοριών. Χρειάζεται πολιτική βούληση, θεσµική συνέπεια και σαφής στρατηγική.

Διότι τελικά, η µεγάλη πρόκληση δεν είναι απλώς να παρακολουθείς τη νέα ψηφιακή οικονοµία. Είναι να τη ρυθµίζεις δίκαια, προς όφελος των αδυνάτων και της άσκησης κοινωνικής και οικονοµικής πολιτικής που αµβλύνει τις ανισότητες.

* Βουλευτής Β2 Δυτικού Τοµέα Αθηνών µε τη ΝΙΚΗ

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή