Κίνα: Ποιος αγοράζει πραγματικά τα ανθρωποειδή ρομπότ; – Οι κρατικές δομές που τροφοδοτούν την έκρηξη της αγοράς
Μεγάλο μέρος των πωλήσεων των κινεζικών εταιρειών ανθρωποειδών ρομπότ κατευθύνεται σε κέντρα εκπαίδευσης που υποστηρίζονται από το κράτος και στη συνέχεια πωλούν δεδομένα πίσω στους ίδιους τους κατασκευαστές. Το μοντέλο ενισχύει τις αποτιμήσεις, αλλά προκαλεί ερωτήματα για το πόσο πραγματική είναι η εμπορική ζήτηση.
Σύμφωνα με τους Financial Times, ένα ιδιότυπο μοντέλο, στο οποίο κινεζικές εταιρείες ανθρωποειδών ρομπότ πωλούν μηχανές σε κρατικά υποστηριζόμενα κέντρα εκπαίδευσης και στη συνέχεια αγοράζουν από αυτά τα δεδομένα που παράγουν τα ίδια τα ρομπότ, βρίσκεται πίσω από σημαντικό μέρος της θεαματικής ανάπτυξης του κλάδου στην Κίνα.
Η πρακτική αυτή έχει συμβάλει στην εκτόξευση της λεγόμενης «ενσώματης τεχνητής νοημοσύνης» – embodied AI – αλλά παράλληλα ενισχύει τις αμφιβολίες επενδυτών για το κατά πόσο οι σημερινές πωλήσεις αντανακλούν πραγματική ζήτηση από εργοστάσια και επιχειρήσεις ή αποτελούν προϊόν ενός οικοσυστήματος που τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την κρατική πολιτική.
Οι αποτιμήσεις εταιρειών όπως η AgiBot και η εισηγμένη στο Χονγκ Κονγκ UBTech έχουν αυξηθεί σημαντικά, καθώς οι επενδυτές στοιχηματίζουν ότι τα ανθρωποειδή ρομπότ θα αποτελέσουν μία από τις σημαντικότερες εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Financial Times, αυξάνονται πλέον οι φωνές που προειδοποιούν ότι ο κλάδος ενδέχεται να πλησιάζει στην κορύφωση του κύκλου υπερβολικών προσδοκιών.
«Υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των επενδυτών πρώιμου σταδίου ότι η ανθρωποειδής ρομποτική πλησιάζει στην κορύφωση του hype», ανέφερε ανώτερο στέλεχος επενδυτικού κεφαλαίου στο Πεκίνο, προσθέτοντας ότι ορισμένοι επενδυτές αναζητούν ήδη τρόπους να μειώσουν τις συμμετοχές τους και να εξασφαλίσουν την έξοδό τους.
Το «κυκλικό» μοντέλο που στηρίζει την αγορά
Στο πλαίσιο της στρατηγικής του Πεκίνου για την ανάπτυξη της βιομηχανίας ανθρωποειδών ρομπότ, οι τοπικές κυβερνήσεις έχουν ενθαρρυνθεί να δημιουργήσουν μεγάλα κέντρα εκπαίδευσης. Εκεί, άνθρωποι «διδάσκουν» στα ρομπότ να εκτελούν φυσικές εργασίες μέσω τηλεχειρισμού – μιας διαδικασίας γνωστής ως teleoperation.
Τα κέντρα αυτά, τα οποία συχνά χρηματοδοτούνται από κοινού από τοπικές κυβερνήσεις και κατασκευαστές ρομπότ, αγοράζουν τις μηχανές, τις χρησιμοποιούν για την παραγωγή τεράστιων όγκων δεδομένων και στη συνέχεια πωλούν αυτά τα δεδομένα πίσω στις ίδιες εταιρείες, ώστε να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση των μοντέλων και των συστημάτων τους.
Το σχήμα θυμίζει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, την κριτική που έχει ασκηθεί για την «κυκλική χρηματοδότηση» στην αγορά των data centers τεχνητής νοημοσύνης γύρω από τη Nvidia: η μία πλευρά χρηματοδοτεί την ανάπτυξη της άλλης, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί νέα ζήτηση για τα προϊόντα της πρώτης.
«Αυτό το μοντέλο εξαπλώνεται γρήγορα επειδή μειώνει το κόστος κατασκευής εγκαταστάσεων, αγοράς εξοπλισμού και οργάνωσης ομάδων τηλεχειρισμού», εξηγεί ο ανεξάρτητος αναλυτής τεχνολογίας Πόε Ζάο, ιδρυτής της Hello China Tech.
Προειδοποιεί όμως ότι η πρακτική «θολώνει τη διάκριση ανάμεσα στην ανεξάρτητη ζήτηση και στη ζήτηση που δημιουργείται μέσα σε ένα οικοσύστημα το οποίο υποστηρίζεται από την κρατική πολιτική».
Μόνο ένα μικρό μέρος των δεδομένων που παράγονται στα κέντρα πωλείται σε εταιρείες εκτός του κλάδου της ρομποτικής, όπως αυτοκινητοβιομηχανίες που ενδιαφέρονται να χρησιμοποιήσουν ρομπότ σε γραμμές συναρμολόγησης.
«Αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να διαρκέσει», εκτιμά άλλος επενδυτής. «Αν δεν αποδείξουν ότι τα ρομπότ τους μπορούν να αναπτυχθούν σε μεγάλη κλίμακα στα εργοστάσια, οι επενδυτές θα αρχίσουν να επανεξετάζουν τις αποτιμήσεις μέσα στον επόμενο χρόνο».
Σχεδόν 370 startups μέσα σε δύο χρόνια
Η κρατική ώθηση έχει προκαλέσει πραγματική έκρηξη νεοφυών επιχειρήσεων. Σχεδόν 370 εταιρείες ρομποτικής δημιουργήθηκαν στην Κίνα μέσα στα τελευταία δύο χρόνια, ενώ περισσότερες από 50 έχουν ήδη εισαχθεί στο χρηματιστήριο ή προετοιμάζονται για δημόσια εγγραφή.
Η Unitree, μία από τις εταιρείες που παρακολουθεί στενά η αγορά, σημείωσε άνοδο άνω του 600% μετά την εισαγωγή της στο τεχνολογικό Star Market της Σαγκάης, αποκτώντας αποτίμηση περίπου 50 δισ. δολαρίων.
Μέχρι τον Ιούνιο είχαν δημιουργηθεί ή βρίσκονταν υπό κατασκευή περισσότερα από 90 κέντρα εκπαίδευσης ρομπότ σε ολόκληρη την Κίνα, σύμφωνα με την Interact Analysis. Τα μεγαλύτερα από αυτά αναφέρουν ότι παράγουν περισσότερα από 10 εκατομμύρια σημεία δεδομένων τον χρόνο.
Το κόστος των δεδομένων μπορεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό. Πωλητής ανέφερε στους FT ότι τα δεδομένα εκπαίδευσης για έναν χορό διάρκειας μόλις πέντε λεπτών από ένα ρομπότ μπορούν να φθάσουν το 1 εκατ. γουάν, περίπου 148.000 δολάρια.
Η επέκταση των κέντρων έχει ήδη οδηγήσει σε αναθεώρηση των προβλέψεων για την αγορά. Η Morgan Stanley αύξησε την εκτίμησή της για τις αποστολές ανθρωποειδών ρομπότ στην Κίνα το 2026 στις 50.000 μονάδες, από 28.000 προηγουμένως, επικαλούμενη μεγαλύτερες του αναμενομένου αγορές τόσο από τοπικές κυβερνήσεις όσο και από εμπορικούς χρήστες.
Οι κυβερνήσεις αγοράζουν, οι εταιρείες εμφανίζουν έσοδα
Για τις τοπικές κυβερνήσεις, η δημιουργία κέντρων αποτελεί τρόπο προσέλκυσης επενδύσεων, εξειδικευμένου προσωπικού και ολόκληρων εφοδιαστικών αλυσίδων σε μια περίοδο κατά την οποία τα έσοδά τους από τις πωλήσεις γης έχουν μειωθεί.
Ορισμένα κέντρα προσλαμβάνουν φοιτητές πανεπιστημίων για να εκπαιδεύουν τα ρομπότ, ενώ προσφέρουν ακόμη και επί πληρωμή επισκέψεις σε παιδιά και εφήβους κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών.
Για τους κατασκευαστές, από την άλλη πλευρά, τα κέντρα αποτελούν πολύτιμη πηγή εσόδων σε μια περίοδο κατά την οποία η πραγματική εμπορική ζήτηση παραμένει περιορισμένη.
Η Leju Robot, με έδρα τη Σεντζέν, ανακοίνωσε ότι τα κέντρα εκπαίδευσης αντιπροσώπευαν το 45% των πωλήσεων του βασικού ανθρωποειδούς ρομπότ Kuavo την περασμένη χρονιά, αποτελώντας τη μεγαλύτερη πηγή εσόδων της.
Η UBTech γνωστοποίησε παραγγελίες ύψους 140 εκατ. γουάν, περίπου 21 εκατ. δολαρίων, από κέντρα που υποστηρίζονται από το κράτος. Παρά το γεγονός ότι παραμένει ζημιογόνος, η εταιρεία ανέφερε ότι οι παραδόσεις ρομπότ αντιστοιχούσαν στο 41% των συνολικών εσόδων της, ύψους 2 δισ. γουάν, και εκτιμά ότι οι κρατικές παραγγελίες θα συνεχίσουν να στηρίζουν την ανάπτυξή της.
Στην περίπτωση της Unitree, σχεδόν τα τρία τέταρτα των εσόδων από ανθρωποειδή ρομπότ κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2025 προέρχονταν από πελάτες στον χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας, μεταξύ των οποίων πανεπιστήμια.
«Και οι δύο πλευρές έχουν κάτι να δείξουν»
Η στενή σχέση των τοπικών κυβερνήσεων με τους κατασκευαστές καθιστά δύσκολο να διαπιστωθεί πόσο από τη σημερινή ζήτηση είναι πραγματικά οργανικό.
Μηχανικός αλγορίθμων εταιρείας του Πεκίνου που προμηθεύει λογισμικό σε κατασκευαστές ρομπότ περιγράφει χαρακτηριστικά το σύστημα: «Εταιρείες σαν τη δική μας χρειάζονται έσοδα, όχι απαραίτητα κέρδη. Τα κέντρα εκπαίδευσης μπορούν να πουν στους ανωτέρους τους ότι αγόρασαν εξοπλισμό και ρομπότ, κατασκεύασαν εγκαταστάσεις συλλογής δεδομένων και πούλησαν δεδομένα».
«Και οι δύο πλευρές παίρνουν αυτό που χρειάζονται και οι δύο πλευρές έχουν κάτι να παρουσιάσουν», προσθέτει.
Ενδεικτικό είναι ότι στο μεγαλύτερο κέντρο εκπαίδευσης ρομπότ του Πεκίνου, όπου έχουν αναπτυχθεί περισσότερα από 100 Kuavo, η Leju κατέχει σχεδόν το 38% της εταιρείας που λειτουργεί το κέντρο.
Το μεγάλο πρόβλημα των δεδομένων
Πέρα από τη ζήτηση, ανοιχτό παραμένει και ένα δεύτερο κρίσιμο ερώτημα: πόσο χρήσιμα είναι στην πραγματικότητα τα δεδομένα που παράγονται μέσα στα συγκεκριμένα κέντρα.
Ο Μάρκο Γουάνγκ, αναλυτής της Interact Analysis στη Σαγκάη, εκτιμά ότι τα δεδομένα αυτά δεν πρόκειται να είναι «100% χρήσιμα», καθώς τα ρομπότ δεν εκπαιδεύονται στο πραγματικό περιβάλλον στο οποίο θα κληθούν τελικά να εργαστούν.
«Μια πραγματική εφαρμογή, μια πραγματική γραμμή παραγωγής ή μια πραγματική αποθήκη είναι πάντοτε διαφορετική από το σενάριο που έχεις δημιουργήσει», σημειώνει.
Αναλυτές της Goldman Sachs θεωρούν ότι η έλλειψη υψηλής ποιότητας δεδομένων από πραγματικές συνθήκες αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη μαζική υιοθέτηση των ανθρωποειδών ρομπότ.
Υπάρχει επίσης ζήτημα συμβατότητας: σύμφωνα με στέλεχος κέντρου εκπαίδευσης στη βόρεια Κίνα, τα δεδομένα που παράγονται για έναν συγκεκριμένο κατασκευαστή μπορούν συνήθως να χρησιμοποιηθούν μόνο από τον ίδιο. Ακόμη περισσότερο, από μια οκτάωρη βάρδια εκπαίδευσης μόλις δύο έως τρεις ώρες δεδομένων είναι κατά μέσο όρο πραγματικά αξιοποιήσιμες.
Παρά τις αδυναμίες, οι υποστηρικτές του μοντέλου επισημαίνουν ότι η Κίνα έχει ακολουθήσει παρόμοιο δρόμο και σε άλλους στρατηγικούς κλάδους. Οι αρχικές κρατικές αγορές, οι επιδοτήσεις, η υπερπαραγωγή και οι αποτυχημένες επενδύσεις συνέβαλαν τελικά στη δημιουργία παγκόσμια κυρίαρχων κινεζικών βιομηχανιών στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και στα φωτοβολταϊκά.
«Η Κίνα συχνά αποδέχεται την επανάληψη προσπαθειών και τα αποτυχημένα projects στα πρώτα στάδια μιας στρατηγικής βιομηχανίας», εξηγεί ο Πόε Ζάο. Η λογική είναι ότι η τεχνογνωσία που θα αποκτηθεί, η ενίσχυση της εφοδιαστικής αλυσίδας και η ανάδειξη έστω λίγων εταιρειών με παγκόσμια ανταγωνιστικότητα μπορεί τελικά να δικαιολογήσουν τις απώλειες.
Το μεγάλο στοίχημα για το Πεκίνο είναι επομένως εάν το σημερινό, κρατικά τροφοδοτούμενο οικοσύστημα θα λειτουργήσει ως προσωρινή «θερμοκοιτίδα» μέχρι να εμφανιστεί πραγματική βιομηχανική ζήτηση ή εάν οι εντυπωσιακές πωλήσεις και αποτιμήσεις θα αποδειχθούν ότι στηρίζονταν σε μια αγορά που, σε σημαντικό βαθμό, αγόραζε από τον εαυτό της.
Ετικέτες
Κίνα, ανθρωποειδή ρομπότ, τεχνητή νοημοσύνη, Unitree, UBTech, AgiBot, embodied AI
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης