Δανάη Καλοπήτα: «Δεν γράφω γιατί έχω πάντα κάτι να πω. Γράφω γιατί κάποιες φορές, αν δεν το κάνω, δεν ξέρω πού θα πάει όλο αυτό που κουβαλάω». Η ηθοποιός και θεατρική συγγραφέας μιλά στην kontra news για τη «Γυμνή», έναν μονόλογο που γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη της να φωτίσει τους ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο, αλλά και να αναμετρηθεί η ίδια με όσα κουβαλά μέσα της.
Του
Σταύρου Ξηντάρα
Υπάρχουν παραστάσεις που ξεκινούν από μια ιδέα και υπάρχουν παραστάσεις που μοιάζουν να γεννιούνται από μια βαθύτερη εσωτερική ανάγκη. Η «Γυμνή» της Δανάης Καλοπήτα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Ένας μονόλογος που η ίδια έγραψε και καλείται τώρα να υπηρετήσει επί σκηνής, μέσα από την ιστορία της Σοφίας, μιας νέας γυναίκας έγκλειστης σε ψυχιατρικό ίδρυμα, παγιδευμένης ανάμεσα στη μνήμη, τη φαντασίωση και την πραγματικότητα.
Η Σοφία αναζητά την έξοδο από έναν κόσμο όπου τα όρια διαρκώς μετακινούνται. Ο πατέρας που πίστευε ότι την εγκατέλειψε βρίσκεται στο ίδιο ίδρυμα, η μητέρα που θεωρεί νεκρή επιστρέφει μπροστά της, ενώ η Ελπίδα, η γυναίκα που ερωτεύτηκε, γίνεται ταυτόχρονα πρόσωπο και σύμβολο: η ανάγκη να αγαπηθεί, να αγγιχτεί, να γίνει αποδεκτή και να αντιμετωπιστεί ως άνθρωπος.

Και η Δανάη Καλοπήτα επιλέγει να αφηγηθεί αυτή την ιστορία χωρίς προστατευτικά περιβλήματα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το γυμνό σώμα πάνω στη σκηνή δεν αποτελεί, όπως η ίδια εξηγεί, τον τελικό στόχο. Αντίθετα, γίνεται η αφετηρία για μια πολύ βαθύτερη «γύμνια»: εκείνη της ψυχής, της μνήμης, των φόβων, των ενοχών και όλων όσων ο άνθρωπος μαθαίνει να «φορά» μεγαλώνοντας.
Η ίδια, μάλιστα, αναγνωρίζει στη διαδικασία της γραφής και της ερμηνείας μια απρόσμενη προσωπική διαδρομή. Ανακαλύπτει συνδέσεις με τη δική της ζωή που είχαν δημιουργηθεί ασυνείδητα και έρχεται αντιμέτωπη με κομμάτια του εαυτού της που, όπως λέει, δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε να δει.

Η «Γυμνή» είναι, τελικά, ένα έργο για τη μοναξιά, την αποδοχή, την ανάγκη για αγάπη και εκείνη τη δύσκολη αγκαλιά που πρέπει κάποτε να προσφέρουμε στον ίδιο μας τον εαυτό. Λίγο πριν από την πρεμιέρα της στο Θέατρο Καλλιρρόης, η Δανάη Καλοπήτα μιλά στην kontra news για τη Σοφία, για την έκθεση του γυμνού σώματος, για την αγάπη ως πιθανή σωτηρία, αλλά και για τη δική της ανάγκη να γράφει όταν τα πράγματα μέσα της γίνονται πολύ δύσκολα.
«Η γραφή με βοήθησε πολύ, γιατί γνώριζα βαθιά τον χαρακτήρα και τον κόσμο του»
-Η «Γυμνή» είναι ένα έργο που δεν έχετε μόνο γράψει, αλλά και ερμηνεύετε η ίδια. Πώς είναι να καλείστε να δώσετε σώμα, φωνή και παρουσία σε έναν χαρακτήρα που γεννήθηκε αρχικά μέσα από τη δική σας γραφή; Σας δυσκόλεψε ή σας βοήθησε αυτή η διπλή ιδιότητα;
“Το μεγάλο ενδιαφέρον σε αυτή τη διπλή ιδιότητα είναι ότι, διαβάζοντας το κείμενο που η ίδια είχα γράψει, άρχισα να ανακαλύπτω συνδέσεις που είχα κάνει ασυνείδητα με τη δική μου ζωή. Όταν ξεκίνησα να δουλεύω το έργο υποκριτικά, συνειδητοποιούσα ξανά και ξανά κομμάτια του εαυτού μου που μέχρι τότε δεν είχα καταφέρει να δω, ούτε καν στην πραγματική μου ζωή. Από αυτή την άποψη, η γραφή με βοήθησε πολύ, γιατί γνώριζα βαθιά τον χαρακτήρα και τον κόσμο του. Ταυτόχρονα, όμως, η ερμηνεία είναι για μένα αδιανόητα απαιτητική, γιατί το έργο είναι μια τεράστια κατάθεση ψυχής. Είναι σαν να βρίσκομαι «Γυμνή» απέναντι στους θεατές, αλλά και απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό.”
«Με “Γυμνή” αλήθεια… τίποτα άλλο»
-Η Σοφία βρίσκεται διαρκώς σε μια ασταθή περιοχή ανάμεσα στη μνήμη και την πραγματικότητα, στη φαντασίωση και την αλήθεια. Πώς προσεγγίσατε ερμηνευτικά αυτή τη λεπτή ισορροπία, ώστε ο θεατής να μπορεί να ακολουθήσει τον εσωτερικό της κόσμο χωρίς να χαθεί μέσα σε αυτόν;
“Με «Γυμνή» αλήθεια.. τίποτα άλλο..”

«Όλοι έχουμε χέρια και κάποιοι δεν επιλέγουν την “αγκαλιά”»
-Στο έργο η Σοφία δεν ζητά μόνο να αγαπηθεί, αλλά και να αναγνωριστεί ως άνθρωπος και όχι απλώς ως «ασθενής». Πόσο σας απασχολεί μέσα από την παράσταση ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους που θεωρεί «διαφορετικούς» ή ψυχικά ευάλωτους;
“Δεν με απασχολεί απλά, με βασανίζει καθημερινά.. και αυτό που με βασανίζει είναι ότι όλοι έχουμε χέρια και κάποιοι δεν επιλέγουν την «αγκαλιά».. αυτό είναι κάτι που με διαλύει στην κοινωνία.. βαθιά ρομαντική; Άγνωστο.. θα επιβιώσω; Εξίσου άγνωστο..”
«Η πραγματική έκθεση είναι να αφήνω να φανεί κάτι πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο προσωπικό»
-Επί σκηνής εμφανίζεστε κυριολεκτικά γυμνή, αλλά ο τίτλος της παράστασης φαίνεται να αφορά πολύ περισσότερο μια βαθιά ψυχική και συναισθηματική απογύμνωση. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η «γύμνια» της Σοφίας και πώς βιώνετε προσωπικά την έκθεση που απαιτεί ένας τόσο απαιτητικός μονόλογος;
“Η μεγαλύτερη πρόκληση αυτού του έργου είναι το γυμνό σώμα να γίνει, τελικά, το τελευταίο πράγμα που θα απασχολήσει τον θεατή. Να περάσει η εικόνα και να μείνει η ουσία της «γύμνιας». Γιατί η πραγματική γύμνια της Σοφίας δεν έχει να κάνει με το σώμα της. Έχει να κάνει με όλα όσα ξεγυμνώνονται μέσα της. Στον κόσμο ερχόμαστε γυμνοί. Και από εκεί και πέρα αρχίζουν να μας «φοράνε» ό,τι μπορεί να φορεθεί: ρόλους, φόβους, ενοχές, ταυτότητες, πρέπει, προσδοκίες. Κάπου μέσα σε όλο αυτό χάνεται η αθωότητα. Και ίσως το πιο οδυνηρό είναι ότι, πολλές φορές, γι’ αυτή την απώλεια ευθύνεται ο ίδιος ο άνθρωπος. Το να στέκομαι λοιπόν γυμνή επί σκηνής δεν είναι, για μένα, η μεγαλύτερη έκθεση. Η πραγματική έκθεση είναι να αφήνω να φανεί κάτι πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο προσωπικό. Να μην υπάρχει τίποτα πίσω από το οποίο να μπορώ να κρυφτώ. Σε αυτό το ταξίδι έχω την τύχη να έχω δίπλα μου τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο, τον σκηνοθέτη της παράστασης, που λειτουργεί για μένα σαν οδηγός. Ο τρόπος με τον οποίο με οδηγεί μέσα σε αυτή τη διαδικασία είναι τόσο απελευθερωτικός, που μου επιτρέπει να αφήνω σιγά σιγά όλα αυτά που «φοράω» και να επιστρέφω, έστω για λίγο, σε κάτι πιο αληθινό. Πιο γυμνό.”

«Η αγάπη μπορεί να γίνει σωτηρία»
-Η αγάπη στο έργο παρουσιάζεται σχεδόν ως η τελευταία δυνατότητα σωτηρίας. Η Ελπίδα, άλλωστε, γίνεται για τη Σοφία κάτι πολύ περισσότερο από ένα πρόσωπο: μια ανάγκη για ασφάλεια, τρυφερότητα και αποδοχή. Πιστεύετε ότι η αγάπη μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως δύναμη σωτηρίας ή, κάποιες φορές, είναι κι αυτή μια ιστορία που πλάθουμε για να αντέξουμε τον πόνο;
“Πιστεύω ότι η αγάπη μπορεί να γίνει σωτηρία. Όχι απαραίτητα επειδή έρχεται κάποιος και μας «σώζει», αλλά επειδή, μέσα από την αγάπη, μπορεί για λίγο να νιώσουμε ότι δεν χρειάζεται να σωθούμε μόνοι μας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό. Να υπάρχει ένας άνθρωπος που να σε βλέπει πραγματικά. Όχι όπως θα ήθελε να είσαι, όχι όπως σε έχει ορίσει η κοινωνία, αλλά όπως είσαι. Με τις ρωγμές σου, τον φόβο σου, την ευαλωτότητά σου. Και να επιλέγει να μείνει.
Από την άλλη, ναι, ίσως κάποιες φορές η αγάπη να είναι και μια ιστορία που πλάθουμε για να αντέξουμε τον πόνο. Ίσως η Ελπίδα να είναι ακριβώς αυτό για τη Σοφία: ένα πρόσωπο, αλλά ταυτόχρονα και η ανάγκη της να πιστέψει πως υπάρχει κάπου ένας τόπος όπου θα είναι ασφαλής και αποδεκτή.
Δεν ξέρω αν η αγάπη μπορεί πάντα να μας σώσει. Ξέρω όμως ότι η απουσία της μπορεί να μας διαλύσει. Κι εγώ, βαθιά μέσα μου, εξακολουθώ να θέλω να πιστεύω στην πρώτη εκδοχή.”

«Δεν είναι μια νέα φάση. Είναι ο τρόπος μου να “επιβιώνω”»
-Από τους προηγούμενους ρόλους σας μέχρι σήμερα, φαίνεται πως σας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η εξερεύνηση σύνθετων και ψυχολογικά απαιτητικών χαρακτήρων. Με τη «Γυμνή», όμως, κάνετε ένα ακόμη πιο προσωπικό βήμα, αφού υπογράφετε και το κείμενο. Νιώθετε ότι αυτή η παράσταση σηματοδοτεί μια νέα φάση στην καλλιτεχνική σας διαδρομή και, αν ναι, τι θα θέλατε να ανοίξει από εδώ και πέρα;
“Ο προηγούμενος μονόλογος με τον οποίο είχα ασχοληθεί ήταν, για ακόμη μία φορά, η ιστορία μιας γυναίκας που η κοινωνία είχε τοποθετήσει στο περιθώριο, εξαιτίας της επιλογής της να εργάζεται ως ιερόδουλη. Συνειδητοποιώ, λοιπόν, ότι υπάρχει μέσα μου μια πολύ έντονη ανάγκη να γνωρίζω, μέσα από το θέατρο, ανθρώπους που για κάποιο λόγο έχουν απομονωθεί από το σύνολο. Ίσως γιατί, με έναν τρόπο που δεν μπορώ πάντα να εξηγήσω, συνδέομαι κι εγώ ψυχικά μαζί τους.Γενικότερα, μου αρέσει να γράφω στις πολύ κλειστές και σκοτεινές μου φάσεις. Είναι ένας τρόπος να εξωτερικεύω πράγματα που δεν μπορώ να πω με το στόμα. Και αυτή τη φορά, η ανάγκη αυτή λειτούργησε ξανά. Είχα πράγματα μέσα μου που ζητούσαν έναν τρόπο να βγουν προς τα έξω, κι έτσι προέκυψε η «Γυμνή».Οπότε δεν ξέρω αν θα έλεγα ότι αυτή η παράσταση σηματοδοτεί για μένα μια νέα φάση. Περισσότερο αισθάνομαι ότι είναι μια συνέχεια του τρόπου με τον οποίο υπάρχω και καλλιτεχνικά και προσωπικά. Δεν γράφω επειδή έχω πάντα κάτι να πω. Γράφω γιατί κάποιες φορές, αν δεν το κάνω, δεν ξέρω πού θα πάει όλο αυτό που κουβαλάω.
Δεν είναι, λοιπόν, για μένα μια νέα φάση. Είναι ο τρόπος μου να «επιβιώνω».”
Η «Γυμνή» μοιάζει να ξεκινά από το σώμα, αλλά τελικά μιλά για όλα όσα βρίσκονται πίσω από αυτό. Για τις ταυτότητες που μας επιβάλλονται, για τις πληγές που κρύβουμε, για την ανάγκη να μας δουν πραγματικά και, πάνω απ’ όλα, για την ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Η Δανάη Καλοπήτα δεν επιχειρεί απλώς να αφηγηθεί την ιστορία της Σοφίας. Με τη γραφή και την ερμηνεία της, μοιάζει να χρησιμοποιεί τη σκηνή ως έναν χώρο προσωπικής εξομολόγησης και αναζήτησης. Και ίσως αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια να είναι η πιο ουσιαστική μορφή «γύμνιας» που ζητά από τον θεατή να συναντήσει.
INFO
«Γυμνή» της Δανάης Καλοπήτα
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Λιακόπουλος
Θέατρο Καλλιρρόης
Καλλιρρόης 10, Αθήνα
Τηλέφωνο: 212 810 3215
Πρεμιέρα: Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026
Παραστάσεις: Κάθε Πέμπτη, στις 21:15
Εισιτήρια:
Γενική είσοδος: 15€
Άνεργοι, φοιτητές: 12€
Προπώληση online: «Γυμνή» | Εισιτήρια εδώ: Ticket Services
Σημείωση: Η παράσταση είναι ακατάλληλη για θεατές κάτω των 16 ετών. Περιέχει γυμνό και σκληρό λόγο.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης
