Πρόστιμο 125 εκατ. δολαρίων στη UBS για «ξέπλυμα» χρήματος

Η Υπηρεσία Καταπολέμησης Οικονομικών Εγκλημάτων του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ (FinCEN) επέβαλε πρόστιμο 125 εκατ. δολαρίων στην UBS Securities LLC, τη χρηματιστηριακή θυγατρική της UBS στις ΗΠΑ, για παραβίαση του Νόμου περί Τραπεζικού Απορρήτου (Bank Secrecy Act – BSA). Πρόκειται για τη βαρύτερη αστική κύρωση που έχει επιβληθεί ποτέ στις Ηνωμένες Πολιτείες σε broker-dealer για παραβάσεις που σχετίζονται με την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δηλαδή με το λεγόμενο «ξέπλυμα» χρήματος.

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο βάρος όχι μόνο λόγω του ύψους του προστίμου, αλλά και επειδή οι αμερικανικές αρχές μιλούν για επαναλαμβανόμενες αδυναμίες. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο λάθος ή για μια αποτυχία σε «τεχνικό» επίπεδο, αλλά για ένα σύνολο παραλείψεων που –σύμφωνα με τη FinCEN– δείχνουν ότι το πρόγραμμα συμμόρφωσης της UBS δεν λειτούργησε όπως όφειλε σε κρίσιμες περιόδους και σε λογαριασμούς αυξημένου ρίσκου.

Πρόστιμο 125 εκατ. δολαρίων στη UBS για «ξέπλυμα» χρήματος: Τι διαπίστωσε η FinCEN

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις των αμερικανικών ρυθμιστικών αρχών, η UBS Financial Services παραδέχτηκε ότι παραβίασε εκούσια τον BSA, καθώς:

– δεν εφάρμοσε αποτελεσματικά ένα επαρκές πρόγραμμα κατά του «ξεπλύματος» χρήματος (AML program),
– δεν υπέβαλε εγκαίρως και ορθά Αναφορές Ύποπτων Δραστηριοτήτων (Suspicious Activity Reports – SARs),
– δεν πραγματοποίησε τον απαιτούμενο δέοντα έλεγχο (due diligence) σε πελάτες, ιδίως σε πελάτες υψηλού κινδύνου.

Όπως επισημαίνεται σε ρεπορτάζ του Reuters, οι παραβάσεις τοποθετούνται χρονικά από τον Ιανουάριο του 2019 έως τον Ιούνιο του 2023. Πρόκειται για μια μεγάλη περίοδο, κατά την οποία οι διεθνείς εποπτικές αρχές έχουν αυστηροποιήσει σημαντικά τις απαιτήσεις συμμόρφωσης, ειδικά για συναλλαγές που αγγίζουν θέματα κυρώσεων, διασυνοριακών ροών κεφαλαίου και πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων.

Επαναλαμβανόμενος παραβάτης: Η σκιά του προστίμου του 2018

Η FinCEN φαίνεται να έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ιστορικό της τράπεζας. Η UBS είχε ήδη βρεθεί στο στόχαστρο στο παρελθόν, όταν τον Δεκέμβριο του 2018 είχε δεχθεί πρόστιμο 14,5 εκατ. δολαρίων για παρόμοιου τύπου αδυναμίες.

Το νέο πρόστιμο αντανακλά, σύμφωνα με τις αρχές, το γεγονός ότι η ελβετική τράπεζα δεν αντιμετώπισε επαρκώς τις αιτίες που είχαν οδηγήσει στην προηγούμενη κύρωση. Με απλά λόγια: οι μηχανισμοί εντοπισμού και αναφοράς ύποπτων συναλλαγών δεν φαίνεται να αναβαθμίστηκαν στον βαθμό που θα απέτρεπε νέα σοβαρά κενά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ρυθμιστικές αρχές τείνουν να κινούνται πιο επιθετικά, καθώς θεωρούν ότι η προηγούμενη «προειδοποίηση» δεν απέδωσε.

Πελάτες υψηλού κινδύνου, Ρωσία και Λατινική Αμερική στο μικροσκόπιο

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται πελάτες που χαρακτηρίζονται υψηλού κινδύνου, ειδικά όσοι είχαν δεσμούς με τη Ρωσία και τη Λατινική Αμερική. Οι ρυθμιστικές αρχές αναφέρουν ότι η UBS δεν πραγματοποίησε τον κατάλληλο έλεγχο ταυτότητας, προέλευσης κεφαλαίων και συνολικής αξιολόγησης κινδύνου (risk assessment) σε συγκεκριμένα προφίλ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα που επικαλούνται οι αρχές αφορά Ρώσο ολιγάρχη με στενούς δεσμούς με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, το πρόσωπο αυτό φέρεται να άνοιξε και να διατήρησε λογαριασμούς στην UBS, παρά τα δημοσιεύματα που αμφισβητούσαν τον τρόπο απόκτησης του πλούτου του και τον συνέδεαν με πιθανό «ξέπλυμα» χρήματος. Επιπλέον, γίνεται αναφορά σε σύνδεση με εταιρεία που «επένδυσε ενεργά» σε ιρανικά ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, στοιχείο που, σε ένα περιβάλλον κυρώσεων και γεωπολιτικών περιορισμών, αυξάνει κατακόρυφα την εποπτική ευαισθησία.

Έλεγχος εμβασμάτων: 60.000 συναλλαγές και πάνω από 10 δισ. δολάρια

Μια ακόμη κρίσιμη διαπίστωση αφορά την παρακολούθηση διασυνοριακών κινήσεων κεφαλαίου. Οι αμερικανικές αρχές υποστηρίζουν ότι η UBS δεν παρακολούθησε επαρκώς περισσότερα από 60.000 εμβάσματα σε ξένο συνάλλαγμα, συνολικού ύψους άνω των 10 δισ. δολαρίων.

Σε περιπτώσεις τόσο μεγάλου όγκου συναλλαγών, οι τράπεζες και οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί υποχρεούνται να διαθέτουν:

– ισχυρά συστήματα παρακολούθησης (transaction monitoring),
– κανόνες και σενάρια εντοπισμού ανωμαλιών,
– σαφείς διαδικασίες κλιμάκωσης και διερεύνησης,
– τεκμηρίωση αποφάσεων και χρονικά όρια για την υποβολή SARs.

Οι αρχές υπενθυμίζουν ότι αντίστοιχες παραλείψεις είχαν καταγραφεί και στην υπόθεση που οδήγησε στο πρόστιμο του 2018, γεγονός που ενισχύει την εικόνα συστημικού προβλήματος.

Η απάντηση της UBS και οι επενδύσεις στη συμμόρφωση

Από την πλευρά της, η UBS δήλωσε ότι συνεργάστηκε με τις ρυθμιστικές αρχές και ότι έχει προχωρήσει σε σημαντικές επενδύσεις για την ενίσχυση του προγράμματος κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, «σύμφωνα με τις κορυφαίες πρακτικές του κλάδου». Στην πράξη, τέτοιες επενδύσεις συνήθως περιλαμβάνουν αναβάθμιση τεχνολογικών εργαλείων, προσλήψεις εξειδικευμένου προσωπικού, ενίσχυση εσωτερικών ελέγχων και αυστηρότερες πολιτικές αποδοχής και παρακολούθησης πελατών.

Το πρόστιμο των 125 εκατ. δολαρίων στέλνει σαφές μήνυμα προς την αγορά: οι αμερικανικές αρχές δεν αντιμετωπίζουν το «ξέπλυμα» χρήματος ως τυπική υποχρέωση, αλλά ως κεντρικό ζήτημα χρηματοοικονομικής ασφάλειας. Και ακριβώς επειδή πρόκειται για τη μεγαλύτερη αστική κύρωση σε broker-dealer για παραβίαση της βασικής νομοθεσίας κατά του «ξεπλύματος» χρήματος, η υπόθεση της UBS λειτουργεί ως προειδοποίηση ότι η συμμόρφωση δεν είναι απλώς διαδικασία—είναι διαρκής, μετρήσιμη ευθύνη.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή