Οι έμμεσοι φόροι και ο ρόλος τους ως βασική πηγή εσόδων του κράτους
Η συζήτηση για τη μείωση του ΦΠΑ επιστρέφει σχεδόν κάθε φορά που η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά. Ως μέτρο ανακούφισης ακούγεται απλό και άμεσο: μειώνεις τον φόρο, πέφτουν οι τιμές, αναπνέει η αγορά. Στην πράξη όμως, το δημοσιονομικό κόστος μιας γενικευμένης παρέμβασης θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό, ενώ η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι μειώσεις στον ΦΠΑ δεν περνούν πάντα πλήρως στις τελικές τιμές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται ξανά το κεντρικό ερώτημα: γιατί η Ελλάδα στηρίζεται τόσο έντονα στη φορολογία της κατανάλωσης και τι σημαίνει αυτό για την κοινωνία και τα δημόσια έσοδα;
Η σημερινή δομή του φορολογικού συστήματος δεν προέκυψε τυχαία. Συνδέεται με χρόνια φοροδιαφυγής και αδυναμίες στην είσπραξη της άμεσης φορολογίας, που οδήγησαν σταδιακά σε μετατόπιση του βάρους προς τους έμμεσους φόρους. Πρόκειται για φόρους που ενσωματώνονται στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών και εισπράττονται πιο εύκολα, καθώς η απόδοσή τους γίνεται σε μεγάλο βαθμό στο σημείο της συναλλαγής.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα βασίζεται περισσότερο στη φορολογία της κατανάλωσης σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με σαφείς επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών — ιδιαίτερα για τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Έμμεσοι φόροι: γιατί αποτελούν βασική πηγή εσόδων του κράτους
Οι έμμεσοι φόροι (με κυριότερο τον ΦΠΑ, αλλά και ειδικούς φόρους κατανάλωσης σε καύσιμα, καπνό, αλκοόλ κ.ά.) αποτελούν μια σταθερή και σχετικά προβλέψιμη πηγή εσόδων. Σε αντίθεση με την άμεση φορολογία, όπου η φοροδιαφυγή και η υποδηλωμένη δραστηριότητα μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις εισπράξεις, οι φόροι κατανάλωσης είναι πιο «ανθεκτικοί» ως προς την εισπραξιμότητα. Όσο υπάρχει κατανάλωση, το κράτος εισπράττει.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2024 οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν στο 17,1% του ΑΕΠ. Η σχέση έμμεσων προς άμεσους φόρους διαμορφώθηκε σε 1,51 ευρώ έμμεσων φόρων για κάθε 1 ευρώ άμεσων. Με απλά λόγια, το κράτος αντλεί σαφώς περισσότερα από την κατανάλωση παρά από το εισόδημα και την περιουσία.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εικόνα είναι σχεδόν αντίστροφη: οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούν στο 12,9% του ΑΕΠ και οι άμεσοι στο 13,5%, με την αναλογία να διαμορφώνεται στο 0,96. Κατά μέσο όρο, λοιπόν, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εισπράττουν περισσότερα από την άμεση φορολογία παρά από τη φορολογία της κατανάλωσης.
Η Ελλάδα σε σύγκριση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες
Η διαφοροποίηση φαίνεται ακόμη πιο έντονα όταν η Ελλάδα συγκριθεί με μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Στη Γερμανία η αναλογία έμμεσων προς άμεσους φόρους είναι 0,80, στην Ιταλία 0,90, στην Ισπανία 0,88, στην Ολλανδία 0,75 και στο Βέλγιο 0,69. Ακόμη και στη Δανία, όπου η συνολική φορολογία είναι υψηλή, η αναλογία υποχωρεί στο 0,44, κάτι που δείχνει ότι το βάρος πέφτει περισσότερο σε άλλες μορφές φορολόγησης και όχι πρωτίστως στην κατανάλωση.
Μόνο λίγες χώρες εμφανίζουν αντίστοιχη εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους, όπως η Πορτογαλία (1,42), αν και σε διαφορετικό εισοδηματικό επίπεδο. Αυτό έχει σημασία, γιατί η ίδια φορολογική επιλογή μπορεί να παράγει εντελώς διαφορετικά κοινωνικά αποτελέσματα ανάλογα με την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Το κόστος για τα νοικοκυριά και ο ρόλος του εισοδήματος
Στην Ελλάδα, το ζήτημα επιβαρύνεται από το χαμηλότερο επίπεδο εισοδημάτων σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως καταγράφεται στα στοιχεία της Eurostat. Την ίδια στιγμή, οι συντελεστές ΦΠΑ παραμένουν από τους υψηλότερους στην ΕΕ, ενώ η αγοραστική δύναμη είναι αισθητά χαμηλότερη. Αυτός ο συνδυασμός εντείνει την πίεση: οι ίδιοι ή και υψηλότεροι έμμεσοι φόροι «πέφτουν» πάνω σε μικρότερα εισοδήματα.
Το αποτέλεσμα είναι πιο έντονο στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, που κατευθύνουν το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος σε ανελαστικές δαπάνες: τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και μεταφορές. Σε αυτές τις κατηγορίες, οι έμμεσοι φόροι είναι ενσωματωμένοι στην τελική τιμή, άρα η φορολογική επιβάρυνση είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Αντίθετα, τα υψηλότερα εισοδήματα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης, με αποτέλεσμα μικρότερο ποσοστό του εισοδήματός τους να «περνά» μέσα από τη φορολογία της κατανάλωσης.
Πληθωρισμός: όταν η ακρίβεια αυξάνει και τα έσοδα
Η εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού. Όταν οι τιμές αυξάνονται, αυξάνεται αυτομάτως και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττει το Δημόσιο, χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Έτσι, η άνοδος των τιμών μεταφράζεται ταυτόχρονα σε μεγαλύτερη επιβάρυνση για τα νοικοκυριά και σε υψηλότερα φορολογικά έσοδα για το κράτος — μια δυναμική που, στην πράξη, λειτουργεί σαν «αυτόματος μηχανισμός» ενίσχυσης των δημοσίων ταμείων.
Τι δείχνει ο προϋπολογισμός του 2026
Η κατεύθυνση αυτή αποτυπώνεται και στα μεγέθη του προϋπολογισμού του 2026. Τα έσοδα από έμμεσους φόρους υπολογίζονται στα 44,9 δισ. ευρώ, έναντι 28,1 δισ. ευρώ από άμεσους φόρους. Η αναλογία κοντά στο 1,6 προς 1 επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στη φορολόγηση της κατανάλωσης από ό,τι η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης