Κλιματική κρίση: Το κόστος των ακραίων θερμοκρασιών φέρνει λογαριασμό δισ. ευρώ

Για όσους στην Ευρώπη εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν την κλιματική κρίση ως πρόβλημα «του μέλλοντος», το φετινό καλοκαίρι λειτούργησε σαν απόδειξη με ημερομηνία και υπογραφή: οι επιπτώσεις δεν είναι πια θεωρητικές. Με θερμοκρασίες-ρεκόρ, παρατεταμένη ξηρασία και μια περίοδο δασικών πυρκαγιών που εξελίσσεται στις χειρότερες των τελευταίων ετών, η ήπειρος πληρώνει ήδη λογαριασμό σε πραγματικό χρόνο — στην ενέργεια, στις μεταφορές, στη γεωργία, στη δημόσια υγεία και, τελικά, στα δημόσια οικονομικά.

Το συνολικό οικονομικό πλήγμα αποτιμάται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ αναλυτές προειδοποιούν ότι το κόστος δεν εξαντλείται όταν υποχωρήσουν οι θερμοκρασίες: οι ζημιές «γράφουν» και μετά, καθώς επηρεάζουν την παραγωγή, τις επενδύσεις, τα εισοδήματα και τις τιμές για μήνες ή και χρόνια.

Η Ευρώπη, άλλωστε, θερμαίνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του πλανήτη. Αυτό σημαίνει ότι η κλιματική κρίση δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα· είναι παράγοντας που πιέζει προϋπολογισμούς, τροφοδοτεί μεταβλητότητα στον πληθωρισμό, μετακινεί τον τουριστικό χάρτη και αναγκάζει κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο παράγουν ενέργεια και μεταφέρουν αγαθά.

Ο λογαριασμός στην ενέργεια και τις μεταφορές

Οι υψηλές θερμοκρασίες του Ιουνίου και του Ιουλίου δεν έμειναν στα δελτία καιρού. Μετατράπηκαν σε διαταραχή της οικονομικής λειτουργίας, δημιουργώντας μια αλυσίδα επιπτώσεων που ξεκινά από τις υποδομές και καταλήγει στις τιμές.

Πρώτο κρίσιμο σημείο: οι ποτάμιες μεταφορές. Η στάθμη του Ρήνου και του Δούναβη έπεσε σημαντικά, περιορίζοντας τη δυνατότητα μεταφοράς εμπορευμάτων σε δύο από τους βασικότερους εμπορικούς διαδρόμους της Ευρώπης. Όταν τα πλοία δεν μπορούν να φορτώσουν πλήρως ή όταν η ναυσιπλοΐα διακόπτεται, η εφοδιαστική αλυσίδα χάνει ταχύτητα, αυξάνει κόστος και μεταφέρει το πρόβλημα σε εργοστάσια, αποθήκες και τελικά στον καταναλωτή.

Δεύτερο σημείο: η ηλεκτροπαραγωγή. Περισσότερες από έξι πυρηνικές μονάδες αναγκάστηκαν να διακόψουν ή να περιορίσουν την παραγωγή λόγω προβλημάτων στην ψύξη των αντιδραστήρων. Σε περιόδους καύσωνα, όταν η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια (π.χ. κλιματισμός) ανεβαίνει, τέτοιες μειώσεις παραγωγής δημιουργούν πρόσθετη πίεση στο σύστημα, αυξάνοντας το ρίσκο περιορισμών κατανάλωσης ή/και αυξήσεων τιμών.

Τρίτο, και συχνά υποτιμημένο: η ίδια η εργασία. Το ακραίο θερμικό φορτίο μειώνει την παραγωγικότητα, ειδικά σε εργασίες εξωτερικού χώρου, κατασκευές, μεταφορές και γεωργία. Παράλληλα, επιβαρύνει τη δημόσια υγεία. Χιλιάδες θάνατοι έχουν ήδη συσχετιστεί με τον καύσωνα, με τη Γερμανία να καταγράφει πάνω από 10.000 θανάτους που σχετίζονται με υψηλές θερμοκρασίες. Αυτό μεταφράζεται σε επιπλέον πίεση στα συστήματα υγείας και σε οικονομική απώλεια που δεν αποτυπώνεται πάντα άμεσα στους δείκτες.

Πλήγμα στην ανάπτυξη: οι αριθμοί αρχίζουν να «μιλούν»

Οι οικονομικές απώλειες από την κλιματική κρίση δεν είναι πλέον αφηρημένες εκτιμήσεις. Έχουν αρχίσει να ποσοτικοποιούνται με τρόπο που δείχνει πόσο εύθραυστος είναι ο ρυθμός ανάπτυξης όταν το κλίμα βγαίνει εκτός ορίων.

Η ING εκτιμά ότι η διακοπή της ναυσιπλοΐας στον Ρήνο μπορεί να μειώσει κατά περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες το φετινό ΑΕΠ της Γερμανίας. Στην Ουγγαρία, η MBH Bank υπολογίζει ότι κάθε εβδομάδα που ο μεγαλύτερος πυρηνικός σταθμός παραμένει εκτός λειτουργίας αφαιρεί περίπου 0,1 ποσοστιαία μονάδα από το ΑΕΠ. Και η Allianz εκτιμά ότι ένας καύσωνας διάρκειας δύο εβδομάδων τον Ιούνιο θα μπορούσε να μειώσει κατά περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες το ΑΕΠ της Ευρώπης.

Οι προβλέψεις για τις πιο εκτεθειμένες οικονομίες —όπως Ισπανία, Γαλλία και Ιταλία— είναι ακόμη πιο ανησυχητικές: η επίπτωση στην ανάπτυξη θα μπορούσε να φτάσει το 5%-7% έως το 2030. Και αυτό το σενάριο ενδέχεται να είναι «συντηρητικό», επειδή δεν περιλαμβάνει πλήρως το κόστος από πυρκαγιές, ξηρασία, πλημμύρες και άλλες ακραίες συνθήκες που γίνονται συχνότερες.

Το πρόβλημα οξύνεται αν συνυπολογιστεί ότι η ευρωζώνη κινείται ήδη σε χαμηλούς ρυθμούς, με ανάπτυξη γύρω στο 1%. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ακόμη και «μικρές» απώλειες μερικών δεκάτων της μονάδας μπορούν να αλλάξουν το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα της χρονιάς.

Η Νότια Ευρώπη μπροστά σε διπλό σοκ: τουρισμός και τρόφιμα

Η Νότια Ευρώπη βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της κλιματικής κρίσης, αντιμετωπίζοντας συχνότερους καύσωνες, εντονότερη ξηρασία και μεγαλύτερο κίνδυνο πυρκαγιών. Αυτό δημιουργεί διπλό πλήγμα: αφενός στον τουρισμό, αφετέρου στο κόστος διαβίωσης.

Στον τουρισμό, η ερώτηση είναι απλή και σκληρή: πόσο ελκυστικός παραμένει ένας προορισμός όταν οι θερμοκρασίες φτάνουν ή ξεπερνούν τους 45 βαθμούς; Η λογική απάντηση είναι ότι οι επισκέπτες θα αρχίσουν να αποφεύγουν τους πιο θερμούς μήνες, μετατοπίζοντας τη ζήτηση προς την άνοιξη και το φθινόπωρο ή ακόμη και προς τη βόρεια Ευρώπη. Αυτό μπορεί να φέρει πιο «απλωμένη» τουριστική περίοδο, αλλά ταυτόχρονα απειλεί τη θερινή αιχμή από την οποία ζουν ξενοδοχεία, εστιατόρια και εποχικές επιχειρήσεις.

Στη γεωργία, οι απώλειες αποδόσεων έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται. Από τον Ιούλιο, εκτιμήσεις για σοδειές υποβαθμίστηκαν, με καλλιέργειες όπως καλαμπόκι και ηλίανθος να εμφανίζουν απώλειες της τάξης του 6%-7%. Όταν οι ποσότητες μειώνονται, οι τιμές ανεβαίνουν — και η πίεση περνά στον πληθωρισμό.

Μελέτη που επικαλείται η Reuters εκτιμά ότι ο καύσωνας του 2022 αύξησε τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη κατά 0,34 ποσοστιαίες μονάδες μέσω των υψηλότερων τιμών τροφίμων, με τις χώρες του Νότου να σηκώνουν δυσανάλογα μεγάλο βάρος. Την ίδια στιγμή, τα προβλήματα στις μεταφορές (π.χ. περιορισμένη ναυσιπλοΐα σε ποτάμια) δυσκολεύουν και τη μεταφορά καυσίμων σε ορισμένες περιοχές, διευρύνοντας τις περιφερειακές διαφορές τιμών.

Πίεση στους προϋπολογισμούς και ένα δύσκολο δίλημμα για την ΕΚΤ

Καθώς η κλιματική κρίση «χτυπά» την πραγματική οικονομία, μετατρέπεται σε δημοσιονομικό πονοκέφαλο. Από τη μία, τα κράτη χάνουν φορολογικά έσοδα λόγω μειωμένης δραστηριότητας. Από την άλλη, καλούνται να αυξήσουν δαπάνες για πυρκαγιές, πλημμύρες, υγειονομική επιβάρυνση και ενίσχυση υποδομών ώστε να αντέχουν τις νέες συνθήκες. Η Allianz εκτιμά ότι η ετήσια απώλεια φορολογικών εσόδων από μειωμένη παραγωγή μπορεί να φτάσει το 1,8% στη Γαλλία και το 1,3% σε Ιταλία και Ισπανία.

Το πρόβλημα επιδεινώνεται επειδή πολλές χώρες εξακολουθούν να λειτουργούν περισσότερο «αντιδραστικά» παρά προληπτικά. Η καταστολή μιας πυρκαγιάς ή η αποκατάσταση ζημιών μετά από ακραίο επεισόδιο είναι σχεδόν πάντα ακριβότερη και λιγότερο αποτελεσματική από μια έγκαιρη επένδυση σε ανθεκτικές υποδομές, σωστή διαχείριση φυσικών πόρων και προσαρμογή των πόλεων.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αντιμετωπίζει ένα δύσκολο σταυρόλεξο. Οι κλιματικοί κλυδωνισμοί μπορούν να ανεβάζουν τον πληθωρισμό μέσω τροφίμων και ενέργειας, περιορίζοντας τον χώρο για χαμηλότερα επιτόκια, την ώρα που οι κυβερνήσεις χρειάζονται περισσότερους πόρους για επενδύσεις και στήριξη. Με υψηλά επίπεδα χρέους —ιδίως σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία— ο κύκλος γίνεται ασφυκτικός.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή