Δημόσιο χρέος: Η Ελλάδα είναι πια λιγότερο χρεωμένη από την Ιταλία – Η σύγκριση με Γαλλία, Πορτογαλία και Γερμανία

Η πορεία του δημόσιου χρέους παραμένει ένας από τους πιο καθοριστικούς δείκτες για τη δημοσιονομική σταθερότητα, την πρόσβαση μιας χώρας στις αγορές και, τελικά, την αξιοπιστία της οικονομικής της πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό δημόσιο χρέος ακολουθεί μια σαφώς καθοδική τροχιά, γεγονός που έχει αλλάξει αισθητά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την Ελλάδα οι επενδυτές και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης.

Η αποκλιμάκωση δεν είναι απλώς λογιστική: συνδέεται με καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις, ισχυρότερο ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και μια πιο σταθερή εικόνα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι βασικοί διεθνείς οίκοι επιβεβαίωσαν αυτή τη βελτίωση, διατηρώντας την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα. Το μήνυμα είναι σαφές: όσο η χώρα συνεχίζει σε γραμμή δημοσιονομικής πειθαρχίας και μεταρρυθμίσεων, η αξιοπιστία της ενισχύεται. Ωστόσο, η πρόοδος δεν αναιρεί τις προκλήσεις.

Το δημόσιο χρέος, παρά τη μείωσή του, παραμένει υψηλό σε απόλυτους όρους και η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες που μπορούν να επηρεάσουν τη δυναμική του χρέους τα επόμενα χρόνια.

Δημόσιο χρέος: τι αλλάζει για την Ελλάδα και γιατί μετράει

Η θετική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας στηρίζεται σε ένα σύνολο παραγόντων που λειτουργούν συμπληρωματικά. Πρώτον, η σταθερή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ ενισχύεται από πρόωρες αποπληρωμές και από ένα ισχυρό ταμειακό απόθεμα ασφαλείας, που λειτουργεί ως «μαξιλάρι» σε περιόδους αβεβαιότητας.

Δεύτερον, οι υψηλές πρωτογενείς επιδόσεις βελτιώνουν τη δημοσιονομική εικόνα, επιτρέποντας στο κράτος να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις του χωρίς να διογκώνει το χρέος.

Τρίτον, η εξυγίανση του τραπεζικού τομέα είναι κρίσιμη. Η ραγδαία μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων –στο 2,7% σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος– περιορίζει τους συστημικούς κινδύνους, βελτιώνει τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και στηρίζει την ανάπτυξη. Τέταρτον, η απορρόφηση πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης ενισχύει την επενδυτική δραστηριότητα και διατηρεί την οικονομία σε τροχιά υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Παράλληλα, οι οίκοι αξιολόγησης υπενθυμίζουν ότι η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Επισημαίνουν ως περιοριστικούς παράγοντες τις διαρθρωτικές αδυναμίες της χώρας: χαμηλή παραγωγικότητα, δυσμενές δημογραφικό, υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και υπερεξάρτηση από τον τουρισμό.

Προστίθενται, επίσης, οι κίνδυνοι της κλιματικής αλλαγής, καθώς και το ενδεχόμενο επιβράδυνσης μετά το 2026, όταν αναμένεται να περιοριστεί η ώθηση από τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Με άλλα λόγια, το δημόσιο χρέος μειώνεται, αλλά η διατήρηση της τάσης απαιτεί συνέπεια, βάθος στις μεταρρυθμίσεις και ανθεκτικότητα απέναντι σε εξωτερικά σοκ.

Σύγκριση Ελλάδας – ευρωζώνης: οι αριθμοί δείχνουν τάση, όχι μόνο στιγμιότυπο

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat και τις εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν (Μάιος 2026), ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ στην Ελλάδα συνεχίζει να αποκλιμακώνεται με σταθερό ρυθμό. Ειδικότερα, μειώνεται από 154,2% το 2024 σε 146,1% το 2025 και προβλέπεται να υποχωρήσει περαιτέρω στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027.

Αν δει κανείς τη μεγάλη εικόνα, η μεταβολή είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή: από το 209,4% το 2020 στο 140,7% το 2026, δηλαδή μείωση περίπου 69 ποσοστιαίων μονάδων. Πρόκειται για μια από τις πιο έντονες αποκλιμακώσεις στην ευρωζώνη, που αντανακλά την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και μια σταδιακή ομαλοποίηση της σύνθεσης του χρέους.

Η Ελλάδα, μάλιστα, καταγράφει την ταχύτερη ετήσια μείωση χρέους στην ευρωζώνη το 2025, με πτώση 8,1 ποσοστιαίων μονάδων. Αυτό το στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία: δείχνει ότι η μείωση δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτέλεσμα μιας ευρύτερης δημοσιονομικής και μακροοικονομικής δυναμικής.

Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία, Πορτογαλία και Γερμανία: ποιος μειώνει και ποιος επιβαρύνεται

Η σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης αποκαλύπτει έντονες αποκλίσεις. Η Πορτογαλία συνεχίζει την πορεία εξυγίανσης, με το χρέος να μειώνεται από 93,6% το 2024 σε 89,7% το 2025 και να προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει στο 87,6% το 2026 και στο 86% το 2027. Είναι μια θετική εξέλιξη, αλλά λιγότερο ταχεία από την ελληνική.

Αντίθετα, Ιταλία και Γαλλία εμφανίζουν επιδείνωση στη δυναμική του δημόσιου χρέους. Στην Ιταλία, ο λόγος χρέους αυξάνεται από 134,9% το 2024 σε 137,1% το 2025 και προβλέπεται να φτάσει περίπου στο 139,2% το 2027. Με αυτή την πορεία, η Ιταλία αναμένεται να έχει τον υψηλότερο δείκτη χρέους στην ευρωζώνη, ξεπερνώντας την Ελλάδα — μια εξέλιξη με ισχυρό συμβολισμό, δεδομένης της ιστορικής θέσης της Ελλάδας στην κορυφή της σχετικής κατάταξης.

Στη Γαλλία, το δημόσιο χρέος ανεβαίνει από 113,2% το 2024 σε 115,6% το 2025 και εκτιμάται ότι θα αγγίξει περίπου το 120,2% το 2027. Και στις δύο περιπτώσεις, η επιμονή δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η ασθενέστερη ονομαστική μεγέθυνση περιορίζουν την ικανότητα αποκλιμάκωσης.

Σε επίπεδο ευρωζώνης, ο μέσος λόγος χρέους προς ΑΕΠ παραμένει σχεδόν αμετάβλητος στο 88,4% την περίοδο 2024–2025, αλλά οι προβλέψεις δείχνουν ήπια άνοδο στο 90,2% το 2026 και στο 91,2% το 2027. Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει ότι η νομισματική ένωση δεν κινείται ενιαία: ορισμένες χώρες συγκλίνουν προς χαμηλότερα επίπεδα χρέους, ενώ άλλες βαδίζουν προς σταδιακή επιβάρυνση.

Τι σημαίνει η νέα εικόνα του δημόσιου χρέους για τις προοπτικές της χώρας

Η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά εργαλείο για να κερδίζει η οικονομία μεγαλύτερη ευελιξία: χαμηλότερο κόστος δανεισμού, μεγαλύτερη αντοχή σε κρίσεις και περισσότερος «χώρος» για στοχευμένες πολιτικές ανάπτυξης. Το γεγονός ότι η Ελλάδα τείνει να βρεθεί κάτω από την Ιταλία στον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ αποτελεί ισχυρή ένδειξη προόδου, χωρίς να σημαίνει ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαφανιστεί.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή