Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2026

ΑΠΕ: Έως 70 ευρώ ανά MWh η διαφορά με Κεντρική Ευρώπη

Η εικόνα της ελληνικής χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας τις τελευταίες ημέρες έχει ένα ξεκάθαρο χαρακτηριστικό: οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) «τράβηξαν» την αγορά προς τα κάτω. Ο συνδυασμός έντονης ηλιοφάνειας και ισχυρών ανέμων εκτόξευσε την παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά, περιορίζοντας τη συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής.

Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να εμφανιστεί αισθητά φθηνότερη σε σχέση με αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, επιβεβαιώνοντας ότι όταν οι ΑΠΕ αποδίδουν, μειώνεται η εξάρτηση από ακριβότερες θερμικές μονάδες και από το κόστος του εισαγόμενου καυσίμου.

Στην αγορά επόμενης ημέρας, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε στα 96 ευρώ/MWh, επίπεδο που κατατάσσει την ελληνική αγορά ανάμεσα στις πιο ανταγωνιστικές εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συγκεκριμένη ημέρα. Την ίδια ώρα, στην Κεντρική Ευρώπη, οι τιμές για την Πέμπτη 13/8/2026 κινούνται σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα, μεταξύ 162 και 166 ευρώ/MWh. Πρόκειται για απόκλιση που μπορεί να αγγίξει τα 70 ευρώ/MWh, αναδεικνύοντας πόσο καθοριστική είναι η συμβολή των ΑΠΕ στη διαμόρφωση της χονδρεμπορικής τιμής, ειδικά σε περιόδους ευνοϊκών καιρικών συνθηκών.

Γιατί η Ελλάδα «αποσυνδέεται» από την Κεντρική Ευρώπη

Η διαφορά δεν είναι στιγμιαία ούτε τυχαία. Αποτυπώνεται και στη μέση εικόνα του πρώτου δωδεκαημέρου του Αυγούστου, με βάση τα δεδομένα του ENTSO-E (Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας) και του ιταλικού διαχειριστή ενεργειακών αγορών GME. Για το διάστημα 1–12 Αυγούστου, η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη μέση τιμή μεταξύ εννέα χωρών, στα 122 ευρώ/MWh.

Στον αντίποδα βρίσκεται η Ιταλία με μέση τιμή 181 ευρώ/MWh, δημιουργώντας διαφορά 59 ευρώ/MWh σε σχέση με την ελληνική αγορά. Υψηλότερες τιμές εμφανίζουν επίσης η Σλοβενία και η Σλοβακία (151 ευρώ/MWh), η Ουγγαρία (150 ευρώ/MWh), η Ρουμανία (149 ευρώ/MWh), η Αυστρία (142 ευρώ/MWh), η Βουλγαρία (135 ευρώ/MWh) και η Τσεχία (132 ευρώ/MWh). Με απλά λόγια, σε μια περίοδο που αρκετές χώρες της περιοχής πιέζονται από μειωμένη διαθεσιμότητα παραγωγής ή/και αυξημένη ζήτηση, η ελληνική αγορά ωφελείται από την ισχυρή παραγωγή ΑΠΕ που «σβήνει» ανάγκες για ακριβότερη ηλεκτροπαραγωγή.

Το γιατί αυτή η διαφορά έχει σημασία είναι επίσης σαφές: όσο λιγότερο χρειάζεται η λειτουργία μονάδων φυσικού αερίου, τόσο μικρότερη γίνεται η επίδραση των διεθνών τιμών καυσίμου στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Οι ΑΠΕ, με πρακτικά μηδενικό κόστος καυσίμου, μειώνουν την ανάγκη για εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους και περιορίζουν την έκθεση της χονδρεμπορικής αγοράς στις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς φυσικού αερίου.

Πιέσεις στη Νοτιοανατολική Ευρώπη: ζέστη, λειψυδρία και ακριβότερη παραγωγή

Την ίδια στιγμή, η παρατεταμένη ζέστη και η λειψυδρία εντείνουν τις πιέσεις στην ηλεκτροπαραγωγή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται από τη Ρουμανία, όπου η στάθμη του Δούναβη έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια και τη λειτουργία κρίσιμων υποδομών, καθώς τέθηκε εκτός λειτουργίας ο ένας από τους δύο αντιδραστήρες του πυρηνικού σταθμού της Τσερναβόντα.

Παράλληλα, σύμφωνα με τη Nuclearelectrica, εξετάζεται το ενδεχόμενο ελεγχόμενης διακοπής λειτουργίας και του δεύτερου αντιδραστήρα στις 13 Αυγούστου, εφόσον συνεχιστεί η πτώση της στάθμης του ποταμού. Υπό κανονικές συνθήκες, οι δύο αντιδραστήρες του σταθμού καλύπτουν περίπου το 20% της ηλεκτροπαραγωγής της Ρουμανίας, γεγονός που δείχνει το μέγεθος του πιθανού κενού.

Οι ρουμανικές αρχές έχουν ήδη προχωρήσει σε έκτακτες παρεμβάσεις στον Δούναβη, με στόχο να διασφαλιστεί η επάρκεια νερού που απαιτείται για την ψύξη του σταθμού. Ωστόσο, αν η πυρηνική παραγωγή περιοριστεί περαιτέρω ή διακοπεί, η Ρουμανία θα χρειαστεί να αυξήσει τις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας και να στηριχθεί περισσότερο σε θερμικές μονάδες. Κι αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου η διαθεσιμότητα ενέργειας στην περιοχή είναι περιορισμένη, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για εισαγωγές και ανεβάζοντας τις χονδρεμπορικές τιμές.

Τι σημαίνει για την ελληνική αγορά

Για την Ελλάδα, το τελευταίο κύμα ισχυρής παραγωγής από ΑΠΕ λειτουργεί ως «μαξιλάρι» κόστους. Με περισσότερο ήλιο και άνεμο, οι μονάδες φυσικού αερίου καλούνται να καλύψουν μικρότερο μέρος της ζήτησης, γεγονός που μεταφράζεται σε χαμηλότερη οριακή τιμή στη χονδρεμπορική αγορά.

Παράλληλα, περιορίζεται η έκθεση της αγοράς στο κόστος του εισαγόμενου φυσικού αερίου, το οποίο—σε περιόδους έντασης ή περιορισμένης προσφοράς—μπορεί να μεταφέρει γρήγορα αυξήσεις στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή