Σταματίνα Τσιμτσιλή: «Ξεκίνησα έναν δεύτερο κύκλο ψυχανάλυσης, ήθελα καθοδήγηση και βοήθεια»
Η Σταματίνα Τσιμτσιλή παραχώρησε συνέντευξη στο περιοδικό Hello! και τη δημοσιογράφο Μαρία Κολλιάτσα, μιλώντας με ειλικρίνεια για τη μητρότητα, τις κόρες της και όλα όσα προσπαθεί καθημερινά να τους μεταδώσει. Μέσα από τις απαντήσεις της, ξεδιπλώνεται όχι μόνο η εικόνα μιας γυναίκας που βρίσκεται διαρκώς «σε κίνηση» ανάμεσα σε δουλειά, οικογένεια και υποχρεώσεις, αλλά και η ανάγκη να σταματάς, να παρατηρείς τον εαυτό σου και να ζητάς στήριξη όταν νιώθεις ότι χάνεις το μέτρο. Σε αυτό το πλαίσιο, η ίδια αποκαλύπτει πως, είκοσι χρόνια μετά την πρώτη εμπειρία της, επέστρεψε στην ψυχανάλυση, αναζητώντας καθοδήγηση και βοήθεια για να διαχειριστεί καλύτερα τον χρόνο, την πίεση και τις απαιτήσεις που –όπως παραδέχεται– πολλές φορές βάζουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας.
Σταματίνα Τσιμτσιλή: «Ξεκίνησα έναν δεύτερο κύκλο ψυχανάλυσης» και όσα έμαθε στην πορεία
Κεντρική θέση στη συζήτηση είχε η επιθυμία της να μεγαλώσει τα παιδιά της με αυτοπεποίθηση, καθαρά όρια και εσωτερική δύναμη. Όπως εξηγεί, παίρνει κατά καιρούς μαθήματα ζωής και προσπαθεί να τα μεταφέρει στις κόρες της με απλά και όμορφα λόγια, ώστε να μπορούν να τα κατανοήσουν και να τα ενσωματώσουν χωρίς φόβο ή πίεση.
Καθώς οι κόρες της μεγαλώνουν και μπαίνουν σταδιακά σε πιο έντονη κοινωνική τριβή, η Σταματίνα Τσιμτσιλή επισημαίνει πόσο σημαντικό είναι να θωρακίζεις την αυτοεκτίμηση των παιδιών: να αισθάνονται ότι μπορούν να είναι κοινωνικές, να συμμετέχουν, να κάνουν φίλους, χωρίς όμως να «κάνουν εκπτώσεις» στα θέλω τους. Είναι μια λεπτή ισορροπία που αφορά σχεδόν κάθε παιδί σε αυτή την ηλικία: η ανάγκη να ανήκεις σε μια παρέα, να είσαι αρεστός, να μην ξεχωρίζεις «αρνητικά» – και ταυτόχρονα να μη χάνεις τον εαυτό σου.
Όπως παραδέχεται, πολλές φορές τα παιδιά, προκειμένου να ενταχθούν, μπορεί να κάνουν συμβιβασμούς ή να είναι πιο επιρρεπή στο να παρασυρθούν. Κι εδώ έρχεται ο ρόλος του γονιού όχι ως «ελεγκτή», αλλά ως σταθερού σημείου αναφοράς: να υπενθυμίζει ότι η αποδοχή δεν χτίζεται με υποχωρήσεις που πληγώνουν την προσωπικότητα.
Η μητρότητα ως σχολείο: «Μαζί με τα παιδιά, μαθαίνουμε κι εμείς»
Η παρουσιάστρια δεν μιλά για τη μητρότητα ως έναν ρόλο που έχει κατακτήσει και τελειώσει. Αντιθέτως, την περιγράφει ως μια συνεχή μαθητεία. «Μαζί με τα παιδιά, όμως, κι εμείς μαθαίνουμε, κι εμείς μεγαλώνουμε», σημειώνει, δίνοντας έναν τόνο αλήθειας που συχνά λείπει από τις συζητήσεις γύρω από την «τέλεια» διαχείριση της καθημερινότητας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ωρίμανσης και αυτοπαρατήρησης, αποκαλύπτει πως τον Σεπτέμβριο ξεκίνησε έναν δεύτερο κύκλο ψυχανάλυσης, περίπου είκοσι χρόνια μετά τον πρώτο. Η ανάγκη δεν προέκυψε από ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά από μια συσσωρευμένη αίσθηση πίεσης και από την επίγνωση ότι η διαχείριση του χρόνου της δεν λειτουργούσε όπως θα ήθελε. Όπως λέει, αναζητούσε καθοδήγηση και βοήθεια γιατί ένιωθε ότι στρεσαριζόταν, παρότι –εξωτερικά– όλα έμοιαζαν να «βγαίνουν».
Κι όμως, πίσω από το «προλαβαίνω τα πάντα» υπήρχε μια βαθύτερη εμπειρία: η αίσθηση ότι ο χρόνος περνά, τα χρόνια κυλούν, και η ζωή μοιάζει με μια ατέρμονη επανάληψη. Περιγράφει χαρακτηριστικά ότι αισθανόταν σαν το ποντικάκι που γυρίζει γύρω από μια ρόδα: τρέχει, εξαντλείται, τα καταφέρνει, αλλά τελικά δεν προχωράει. «Έρχεται Δευτέρα, φτάνει Παρασκευή και;» αναρωτιέται, δίνοντας φωνή σε ένα υπαρξιακό ερώτημα που πολλοί άνθρωποι κουβαλούν σιωπηλά.
Λιγότερη αυστηρότητα, περισσότερη κατανόηση: το «δεν πειράζει» που λυτρώνει
Από αυτή τη διαδικασία, όπως εξηγεί, συνειδητοποίησε κάτι ουσιαστικό: χρειάζεται να βάζουμε και τις δικές μας επιθυμίες σε λίγο υψηλότερη προτεραιότητα. Όχι με τρόπο εγωιστικό ή ανταγωνιστικό, αλλά ως πράξη φροντίδας. Να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι δεν γίνεται –και δεν χρειάζεται– όλα να είναι στην εντέλεια. Ότι δεν είναι υποχρεωτικό να κάνουμε «τικ» σε όλα τα κουτάκια, ούτε να εξαντλούμε την αυστηρότητά μας στον ίδιο μας τον εαυτό.
Η ίδια αναφέρεται στις γνωστές γυναικείες ενοχές: αυτή τη σχεδόν μόνιμη αίσθηση ότι πρέπει να εκπληρώνεις επιθυμίες – των άλλων, της οικογένειας, της δουλειάς, και φυσικά τις δικές σου. Μόνο που, σε έναν τέτοιο ρυθμό, οι δικές σου ανάγκες συχνά μπαίνουν τελευταίες. Κι εδώ έρχεται η συμβουλή που –όπως παρατηρεί– δίνουμε πολύ εύκολα στους ανθρώπους που αγαπάμε, αλλά δυσκολευόμαστε να την εφαρμόσουμε στον εαυτό μας: «Είναι OK, δεν πειράζει».
Αυτή η μικρή φράση, που μοιάζει απλή, κρύβει μια μεγάλη αλήθεια: η ανεκτικότητα δεν είναι χαλάρωση ευθυνών, είναι ψυχική ισορροπία. Χρειάζεται ένα «δεν πειράζει!» στη ζωή μας. Μπορεί να μείνει και μια μέρα το σπίτι ασυμμάζευτο. Μπορεί κάτι να μην γίνει τέλεια. Μπορεί ένα πρόγραμμα να αλλάξει. «Αύριο μέρα είναι», όπως λέει, υπενθυμίζοντας ότι η αξία μας δεν κρίνεται από την αψεγάδιαστη εκτέλεση της καθημερινότητας.
Στο τέλος, η εξομολόγηση της Σταματίνας Τσιμτσιλή για το ότι «ξεκίνησε έναν δεύτερο κύκλο ψυχανάλυσης» λειτουργεί σαν μια καθαρή υπενθύμιση: η αυτοβελτίωση δεν είναι ντροπή, ούτε ένδειξη αδυναμίας. Είναι επιλογή ευθύνης, αυτογνωσίας και φροντίδας. Και ίσως, τελικά, αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό μάθημα που μπορεί να μεταδώσει κανείς στα παιδιά του: ότι η ζωή δεν είναι μόνο να τα προλαβαίνεις όλα, αλλά να βρίσκεις τον τρόπο να είσαι καλά μέσα σε όλα.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης