«Maariv»: Ο ισραηλινός στρατός αντιμετωπίζει αυξανόμενη ανθρώπινη και στρατιωτική φθορά
Το κείμενο της «Maariv» εστιάζει στην επιβάρυνση που, όπως αναφέρεται, προκαλεί η παρατεταμένη στρατιωτική δραστηριότητα σε πολλαπλά μέτωπα, καθώς και στις οικονομικές και υλικοτεχνικές απαιτήσεις που απορρέουν από τη διατήρηση σημαντικού αριθμού εφέδρων σε καθημερινή υπηρεσία.
Ο Άλον Μπεν Νταβίντ αναφέρει ότι η τρέχουσα συμφωνία αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ ανέρχεται σε 33 δισεκατομμύρια δολάρια για περίοδο δέκα ετών και λήγει το 2028. Κατά τον ίδιο, η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ήταν διατεθειμένη να εξετάσει την παράταση μιας παρόμοιας συμφωνίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, το άρθρο σημειώνει ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε δηλώσει πριν από περίπου έναν χρόνο πως το Ισραήλ θα αρκούνταν σε πακέτο βοήθειας ίσο με το ήμισυ της σημερινής συμφωνίας, επιλογή στην οποία ο συντάκτης ασκεί κριτική. Σε ό,τι αφορά την επιχειρησιακή διάσταση, ο Μπεν Νταβίντ αναφέρει ότι η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία πραγματοποίησε τα τελευταία τρία χρόνια αριθμό εξόδων που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα αντιστοιχούσε σε εννέα χρόνια επιχειρήσεων.
Παράλληλα, το άρθρο καταγράφει ότι άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα έχουν καταναλώσει χιλιάδες κινητήρες, ενώ η ποσότητα πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκε αντιστοιχεί, όπως αναφέρεται, στο σύνολο των πυρομαχικών που είχε χρησιμοποιήσει ο ισραηλινός στρατός κατά τις τρεις προηγούμενες δεκαετίες. Κεντρικό στοιχείο του άρθρου είναι η ανθρώπινη φθορά. Ο συντάκτης αναφέρει ότι έχουν σκοτωθεί 1.138 στρατιωτικοί, ενώ 11.730 έχουν τραυματιστεί σωματικά ή ψυχολογικά.
Προειδοποιεί επίσης ότι ο αριθμός των ψυχολογικά επιβαρυμένων στρατιωτικών αναμένεται να αυξηθεί το επόμενο διάστημα και ότι τα στοιχεία αυτά περιορίζονται μόνο στους επίσημα ανακοινωμένους αριθμούς. Η επιβάρυνση, όπως περιγράφεται, επεκτείνεται και στην οικογενειακή ζωή των στελεχών.
Έρευνα που διεξήγαγε ο στρατός μεταξύ συζύγων και συντρόφων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων έδειξε ότι το πρότυπο ζωής έχει αλλάξει στο 75% των οικογενειών. Αν και περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες δήλωσαν ότι εξακολουθούν να στηρίζουν τη συνέχιση της στρατιωτικής υπηρεσίας των συντρόφων τους, μόλις το 10% θεωρεί ότι οι απαιτήσεις της υπηρεσίας επιτρέπουν στον ή στη σύντροφό τους να επενδύσει παράλληλα στην προσωπική επαγγελματική του σταδιοδρομία.
Το άρθρο επισημαίνει ακόμη ενδείξεις φθοράς και στο στελεχιακό δυναμικό, αναφέροντας ότι αρκετοί έμπειροι αξιωματικοί προτιμούν πλέον λιγότερο απαιτητικές θέσεις ή την αποστρατεία, αντί να αναλαμβάνουν υψηλά διοικητικά καθήκοντα. Την ίδια στιγμή, όπως σημειώνεται, ο στρατός εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εφεδρικές δυνάμεις.
Σύμφωνα με το κείμενο, σήμερα ο ισραηλινός στρατός διατηρεί κατά μέσο όρο 53.000 εφέδρους σε καθημερινή υπηρεσία, ενώ παραμένει ανεπτυγμένος σε ζώνες ασφαλείας εντός της Λωρίδας της Γάζας, στον νότιο Λίβανο και στη Συρία, συνεχίζοντας παράλληλα τις επιχειρήσεις του στη Δυτική Όχθη. Η ευρεία ανάπτυξη συνδέεται, κατά τον συντάκτη, με σημαντικό οικονομικό κόστος. Όπως αναφέρεται στο άρθρο, το κόστος ενός μόνο μήνα υπηρεσίας των εφέδρων το προηγούμενο έτος ανήλθε σε περίπου 2,1 δισεκατομμύρια σέκελ (περίπου 703 εκατομμύρια δολάρια). Το ποσό αυτό, κατά το άρθρο, αντιστοιχεί στην αγορά επτά μαχητικών αεροσκαφών F-35 ή 70 αρμάτων μάχης Merkava.
Για τη Λωρίδα της Γάζας, ο Μπεν Νταβίντ αναφέρει ότι πέντε ταξιαρχίες παραμένουν ανεπτυγμένες πίσω από τη λεγόμενη «κίτρινη γραμμή», η οποία καλύπτει περίπου το 60% της έκτασης του θύλακα, ενώ δύο ακόμη ταξιαρχίες βρίσκονται κατά μήκος των συνόρων.
Επιπλέον, μονάδες φύλαξης και έποικοι-φρουροί εκτελούν ενεργό υπηρεσία εφέδρων. Κατά τον συντάκτη, παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στα σύνορα με τον Λίβανο. Στο συμπέρασμά του, ο Μπεν Νταβίντ αναφέρει ότι η συνέχιση μιας τόσο εκτεταμένης στρατιωτικής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τη φθορά ανθρώπινων και υλικών πόρων, αυξάνει την πίεση στον ισραηλινό στρατό.
Για τον λόγο αυτό προτείνει τη μείωση της στρατιωτικής παρουσίας σε ορισμένα μέτωπα, με στόχο, όπως αναφέρει, να διατηρηθούν οι επιχειρησιακές δυνατότητες και να περιοριστεί το οικονομικό βάρος για το αμυντικό σύστημα της χώρας.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης