Ανοίγει ξανά η συζήτηση για το Brexit στη Βρετανία
Όσο πλησιάζει η σύνοδος κορυφής Ηνωμένου Βασιλείου και Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει προγραμματιστεί για τις 20 Νοεμβρίου, η συζήτηση για το Brexit αποκτά νέα δυναμική στη Βρετανία. Οι δύο πλευρές επιχειρούν να διαμορφώσουν μια πιο λειτουργική σχέση, με το ζήτημα της κινητικότητας των νέων Ευρωπαίων να βρίσκεται στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται οι Times, η βρετανική κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να αυξήσει σημαντικά την πρότασή της. Συγκεκριμένα, το Λονδίνο φέρεται διατεθειμένο να διαθέσει από 75.000 έως 80.000 θέσεις ετησίως σε νέους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έναντι των 50.000 που προβλεπόταν αρχικά.
Η πρόταση αυτή εντάσσεται σε ένα νέο πρόγραμμα κινητικότητας για νέους ηλικίας 18 έως 30 ετών. Όσοι συμμετέχουν θα μπορούν να διαμένουν, να εργάζονται και να σπουδάζουν στη Βρετανία για διάστημα έως τριών ετών. Παρότι η ρύθμιση θα διευκολύνει την πρόσβαση νέων Ευρωπαίων στη βρετανική αγορά εργασίας και εκπαίδευση, δεν αποτελεί επιστροφή στο καθεστώς ελεύθερης μετακίνησης που ίσχυε πριν από το Brexit.
Brexit και κινητικότητα των νέων
Το προτεινόμενο σύστημα θα είναι ελεγχόμενο και ποσοτικά περιορισμένο. Θα βασίζεται σε συγκεκριμένες ετήσιες ποσοστώσεις, ενώ οι συμμετέχοντες θα πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις για να αποκτήσουν δικαίωμα παραμονής. Με αυτόν τον τρόπο, η βρετανική κυβέρνηση επιδιώκει να προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες στους νέους χωρίς να εγκαταλείψει τη βασική πολιτική επιλογή που ακολούθησε μετά το δημοψήφισμα του 2016.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, θεωρεί ότι ο αριθμός των διαθέσιμων θέσεων θα πρέπει να αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να ανέλθει το ετήσιο όριο στους 100.000 συμμετέχοντες, γεγονός που καταδεικνύει ότι η απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένει σημαντική. Αν και υπάρχει κοινό ενδιαφέρον για την ενίσχυση των επαφών μεταξύ των νέων, οι διαφωνίες σχετικά με την έκταση και τους όρους του προγράμματος δεν έχουν ξεπεραστεί.
Η βρετανική πρόταση αποσκοπεί στην άρση του αδιεξόδου ενόψει της συνόδου κορυφής. Ωστόσο, η κινητικότητα των νέων δεν είναι το μοναδικό ζήτημα που προκαλεί εντάσεις. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βρίσκονται επίσης τα δίδακτρα που θα καταβάλλουν οι Ευρωπαίοι φοιτητές στα βρετανικά πανεπιστήμια, καθώς και τα δικαιώματα εργασίας που θα έχουν οι Βρετανοί πολίτες στα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Οι διαφορές αυτές έχουν άμεσες συνέπειες για χιλιάδες φοιτητές, εργαζομένους και οικογένειες. Μετά το Brexit, η πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία και στην εγκατάσταση εκατέρωθεν της Μάγχης έγινε πιο σύνθετη και συχνά πιο δαπανηρή. Μια νέα συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει ορισμένες από αυτές τις επιβαρύνσεις, χωρίς όμως να αναιρεί το συνολικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ.
Η πολιτική διάσταση της συζήτησης για το Brexit
Παράλληλα με τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις, η συζήτηση για το Brexit αποκτά ολοένα και εντονότερη πολιτική διάσταση στο εσωτερικό της Βρετανίας. Η πρώην υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της επιστροφής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προκαλώντας νέο κύκλο αντιδράσεων και δημόσιου διαλόγου.
Σε άρθρο της στους Sunday Times, η Ριβς υποστηρίζει ότι το Brexit κατέστησε τη Βρετανία οικονομικά φτωχότερη, πολιτικά ασθενέστερη και λιγότερο ασφαλή. Κατά την άποψή της, η αποχώρηση από την ΕΕ δεν απέφερε τα οφέλη που είχαν υποσχεθεί οι υποστηρικτές της, ενώ παράλληλα δημιούργησε νέες δυσκολίες στις εμπορικές σχέσεις, στην αγορά εργασίας και στη διεθνή θέση της χώρας.
Η πρώην υπουργός εκφράζει επίσης τη στήριξή της στην πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ να ανοίξει τη συζήτηση για μια νέα προσέγγιση με τις Βρυξέλλες. Μάλιστα, αφήνει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο πλήρους επανένταξης της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, δεν παρουσιάζει συγκεκριμένο σχέδιο για την υλοποίηση μιας τέτοιας εξέλιξης ούτε αναφέρεται σε διαδικασία όπως η διεξαγωγή νέου δημοψηφίσματος.
Η πολιτική πραγματικότητα καθιστά μια άμεση επιστροφή στην ΕΕ ιδιαίτερα δύσκολη. Μια τέτοια κίνηση θα απαιτούσε ευρεία πολιτική συναίνεση, αλλαγή της κοινής γνώμης και διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι κορυφαία πολιτικά πρόσωπα αναφέρονται πλέον ανοιχτά σε αυτό το ενδεχόμενο δείχνει ότι το Brexit δεν αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητη επιλογή για το μέλλον της χώρας.
Η σύνοδος της 20ής Νοεμβρίου αναμένεται, επομένως, να αποτελέσει σημαντικό σταθμό για τις σχέσεις Λονδίνου και Βρυξελλών. Ακόμη και αν δεν επιτευχθεί οριστική συμφωνία, μια συμβιβαστική λύση για την κινητικότητα των νέων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρώτο βήμα για τη βελτίωση των διμερών σχέσεων. Την ίδια στιγμή, η εντεινόμενη πολιτική συζήτηση δείχνει ότι το Brexit παραμένει ανοιχτό ζήτημα στη βρετανική κοινωνία, με τις επιπτώσεις του να εξακολουθούν να επηρεάζουν την οικονομία, την κοινωνία και τον προσανατολισμό της χώρας.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης