Η Κοβέσι ξεγυµνώνει τον επιλεκτικό ευρωπαϊσµό
Tου ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *
Η εµφάνιση της Λάουρα Κοβέσι στο Οικονοµικό Φόρουµ των Δελφών δεν είχε τίποτα από τον τυπικό χαρακτήρα µιας θεσµικής παρουσίας. Αντιθέτως, αποτέλεσε µια πολιτική στιγµή µε έντονο συµβολισµό -µια στιγµή που φώτισε τη βαθιά αντίφαση στον τρόπο µε τον οποίο η κυβέρνηση της Νέας Δηµοκρατίας αντιλαµβάνεται την ευρωπαϊκή της ταυτότητα.
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν αρκέστηκε σε διπλωµατικές γενικότητες. Μίλησε ευθέως για φαινόµενα διαφθοράς, για στρεβλώσεις στη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν υπαινίχθηκε· κατέδειξε. Και όµως, η αντίδραση της κυβέρνησης δεν κινήθηκε στη γραµµή της θεσµικής συνεργασίας, αλλά ακολούθησε την οικεία τακτική της απαξίωσης και της αµφισβήτησης -ακόµη και προς τον ίδιο τον ευρωπαϊκό θεσµό.
Σκοτεινές εποχές
Η στάση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αντιθέτως, φανερώνει µια βαθύτερη πολιτική επιλογή. Δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών που έφτασαν µέχρι προσωπικές αιχµές για την καταγωγή της Κοβέσι -µε αναφορές που θύµισαν άλλες, πιο σκοτεινές εποχές- δεν συνιστούν απλώς ολίσθηµα. Αποκαλύπτουν έναν τρόπο σκέψης που βλέπει τους ευρωπαϊκούς θεσµούς ως χρήσιµους µόνο όταν δεν ενοχλούν.
Κι όµως, εκτός των διαδρόµων της εξουσίας, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Στο περιθώριο του Φόρουµ, αλλά και στην καθηµερινότητά της στην Ελλάδα, η Κοβέσι έγινε αποδέκτης µιας αυθόρµητης στήριξης από πολίτες. Χωρίς σκηνοθεσία και χωρίς επικοινωνιακά φίλτρα, άνθρωποι την πλησίασαν για να της µιλήσουν, να τη συγχαρούν, να την ενθαρρύνουν: «συνέχισε», «µην κάνεις πίσω». Αυτή η στάση δεν είναι προϊόν δηµοσίων σχέσεων. Είναι αντανάκλαση µιας βαθύτερης κοινωνικής ανάγκης.
Καταγγελίες
Ακόµη πιο αποκαλυπτικά ήταν όσα η ίδια κατήγγειλε για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα: ελλείψεις προσωπικού, περιορισµένα µέσα, υποστήριξη που δεν ανταποκρίνεται στη σηµασία του έργου της. Σε µια περίοδο όπου το κράτος εµφανίζει υπερπληθώρα µετακλητών και διορισµών, ο µηχανισµός ελέγχου των ευρωπαϊκών κονδυλίων παραµένει υποστελεχωµένος -σχεδόν αποδυναµωµένος εκ των έσω. Ωστόσο, η ουσία της υπόθεσης δεν περιορίζεται στο παρόν. Έχει βαθιές ρίζες στο πρόσφατο παρελθόν. Διότι η ίδια πολιτική παράταξη που σήµερα αντιµετωπίζει µε καχυποψία την ευρωπαϊκή εποπτεία, ήταν εκείνη που πριν από λίγα χρόνια υποδεχόταν µε ενθουσιασµό τους εκπροσώπους της τρόικας. Πρόσωπα όπως ο Πόουλ Τόµσεν, η Ντέλια Βελκουλέσκου και ο Ντέκλαν Κοστέλο δεν ήταν απλώς αποδεκτοί -αντιµετωπίζονταν ως αναγκαίοι ρυθµιστές. Την ώρα που η κοινωνία βίωνε τις συνέπειες των µνηµονιακών πολιτικών, υπήρχαν πολιτικές δυνάµεις που στήριζαν ανοιχτά την επιβολή τους.
Η πραγµατική σύγκρουση
Τότε, η ευρωπαϊκή παρέµβαση παρουσιαζόταν ως σωτήρια. Σήµερα, όταν η ίδια Ευρώπη επιχειρεί να ελέγξει πού κατευθύνθηκαν τα χρήµατα, µετατρέπεται σε «παρεµβατική». Τι άλλαξε; Η απάντηση δεν είναι περίπλοκη. Ο «ευρωπαϊσµός» δεν υπήρξε ποτέ ενιαίος. Για την πολιτική εξουσία, συχνά σήµαινε πρόσβαση σε χρηµατοδοτήσεις, σε κύρος, σε πολιτική κάλυψη. Δεν σήµαινε όµως και αποδοχή ουσιαστικού ελέγχου. Δεν σήµαινε διαφάνεια. Δεν σήµαινε λογοδοσία.
Εδώ εντοπίζεται και η πραγµατική σύγκρουση. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν ήρθε να υπαγορεύσει πολιτικές λιτότητας. Ήρθε να ερευνήσει τη διαχείριση των πόρων. Και αυτό φαίνεται να είναι πιο απειλητικό για το σύστηµα εξουσίας από οποιαδήποτε οικονοµική επιτήρηση του παρελθόντος. Ταυτόχρονα, η αποδοχή που συναντά η Κοβέσι δεν είναι τυχαία. Εκφράζει µια βαθύτερη κρίση εµπιστοσύνης προς τους εγχώριους θεσµούς. Όταν ένα κοµµάτι της κοινωνίας στρέφεται προς εξωτερικούς µηχανισµούς για να αναζητήσει δικαιοσύνη, αυτό δεν αποτελεί ένδειξη υπερβολής -αποτελεί σύµπτωµα.
Μπορεί µια Ευρωπαία εισαγγελέας να µετατραπεί σε σύµβολο; Ίσως όχι µε την κλασική πολιτική έννοια. Όµως το γεγονός ότι γεννιέται µια τέτοια συζήτηση αποκαλύπτει κάτι ουσιώδες: την αίσθηση ότι το εσωτερικό σύστηµα αδυνατεί να αυτοκαθαρθεί. Και τελικά, αυτό είναι που ενοχλεί περισσότερο.
Όχι η παρουσία της Κοβέσι.
Αλλά η απήχηση που βρίσκει.
Γιατί όταν η απαίτηση για διαφάνεια αποκτά κοινωνικό έρεισµα, τότε η συζήτηση δεν αφορά πλέον πρόσωπα ή θεσµούς. Αφορά την ίδια τη λειτουργία της δηµοκρατίας.
Και τότε, το πραγµατικό πρόβληµα δεν είναι ποιος ελέγχει.
Αλλά ποιος φοβάται τον έλεγχο.
* Πολιτικός Αναλυτής, Δηµοσιογράφος
Σχετικά Άρθρα
04/05/2026 - 14:56
04/05/2026 - 14:55
04/05/2026 - 14:55
04/05/2026 - 14:54
Δείτε επίσης