Τα «ήρεµα νερά» οδηγούν σε εθνική τρικυµία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο

Tου ΑΝΔΡΕΑ ΒΟΡΥΛΛΑ *

 

Η κατάθεση και προώθηση από την Τουρκία ενός νέου νοµοσχεδίου που ενσωµατώνει επίσηµα και θεσµικά το δόγµα της λεγόµενης «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν αποτελεί µια ακόµη συνήθη πρόκληση της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται για µια ρητορική υπερβολή του Τούρκου προέδρου ή για µια εσωτερική πολιτική κίνηση µε σκοπό την κατανάλωση από το τουρκικό ακροατήριο. Αν και δεν έχουµε δει το κείµενο του νοµοσχεδίου, µε βάση όσα έχουν δηµοσιοποιηθεί, πρόκειται για µια στρατηγική επιλογή βαθιά αναθεωρητικού χαρακτήρα, που έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η Τουρκία επιδιώκει συστηµατικά να µεταβάλει το ισχύον καθεστώς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αµφισβητώντας ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώµατα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δηµοκρατίας.

Το πιο ανησυχητικό όµως δεν είναι µόνο η τουρκική προκλητικότητα. Η Τουρκία, άλλωστε, εδώ και δεκαετίες ακολουθεί µια σταθερή επεκτατική πολιτική, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων και πολιτικών προσώπων. Το πραγµατικά ανησυχητικό είναι η αδυναµία της ελληνικής κυβέρνησης να αντιληφθεί το µέγεθος της απειλής και να απαντήσει µε τη σοβαρότητα και την αποφασιστικότητα που απαιτούν οι περιστάσεις. Η Αθήνα συνεχίζει να επενδύει πολιτικά στο αφήγηµα των «ήρεµων νερών», σαν να µπορεί η διαρκής υποχώρηση των προσδοκιών µας να εξασφαλίσει σταθερότητα στην περιοχή.

Βήµα-βήµα

Όµως η ιστορία έχει αποδείξει ότι η ηρεµία που βασίζεται στις αυταπάτες δεν διαρκεί. Τα «ήρεµα νερά» που σήµερα παρουσιάζονται ως διπλωµατική επιτυχία, αύριο µπορεί να µετατραπούν σε εθνική τρικυµία. Διότι όταν η µία πλευρά προχωρά βήµα-βήµα στην κατοχύρωση παράνοµων διεκδικήσεων και η άλλη περιορίζεται σε χλιαρές ανακοινώσεις και γενικόλογες εκκλήσεις για διάλογο, τότε δηµιουργούνται επικίνδυνα τετελεσµένα.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι µια θεωρητική γεωπολιτική προσέγγιση. Είναι ένα συνολικό σχέδιο αµφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας. Είναι το εργαλείο µε το οποίο η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει το µισό Αιγαίο και µεγάλο µέρος της Ανατολικής Μεσογείου ως ζώνη δικής της επιρροής. Είναι η ίδια λογική που γέννησε το παράνοµο τουρκολιβυκό µνηµόνιο, που οδήγησε στις προκλητικές έρευνες του «Oruc Reis», που αµφισβητεί το δικαίωµα των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες και που επιδιώκει να επιβάλει στην πράξη µια νέα γεωπολιτική πραγµατικότητα εις βάρος της Ελλάδας.

Ανάγκη εθνικής στρατηγικής

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η χώρα µας δεν µπορεί να απαντά µε φοβικά αντανακλαστικά. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι διαχείριση εντυπώσεων ούτε επικοινωνιακή διπλωµατία φωτογραφιών και δηλώσεων καλής θέλησης. Χρειάζεται εθνική στρατηγική, σταθερότητα θέσεων και κυρίως αποφασιστικότητα. Η Ελλάδα οφείλει να στείλει ξεκάθαρο µήνυµα ότι δεν αποδέχεται καµία συζήτηση γύρω από ζητήµατα εθνικής κυριαρχίας και ότι δεν πρόκειται να συνηθίσει την τουρκική προκλητικότητα ως «κανονικότητα».

Είναι αναγκαίο να υπάρξει άµεση ενεργοποίηση όλων των διπλωµατικών εργαλείων της χώρας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν µπορεί να συνεχίσει να αντιµετωπίζει την Τουρκία ως έναν «δύσκολο αλλά απαραίτητο εταίρο», την ώρα που η Άγκυρα παραβιάζει συστηµατικά το Διεθνές Δίκαιο και απειλεί κράτη-µέλη της Ένωσης. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαιτήσει συγκεκριµένες δεσµεύσεις, κυρώσεις και ξεκάθαρες τοποθετήσεις από τους ευρωπαίους εταίρους µας. Το ίδιο ισχύει και για τις στρατηγικές µας συµµαχίες στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, οι οποίες πρέπει να αποκτήσουν ουσιαστικό γεωπολιτικό περιεχόµενο και όχι µόνο συµβολικό χαρακτήρα.

Παράλληλα, η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας πρέπει να αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα. Οι Ένοπλες Δυνάµεις χρειάζονται διαρκή υποστήριξη, εκσυγχρονισµό και επιχειρησιακή ετοιµότητα. Η αποτροπή δεν είναι πολεµοκαπηλία, όπως ορισµένοι επιµένουν να παρουσιάζουν. Είναι η βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ειρήνης. Η Τουρκία δεν υποχωρεί µπροστά σε εκκλήσεις καλής γειτονίας. Υπολογίζει µόνο το πολιτικό, διπλωµατικό και στρατηγικό κόστος των ενεργειών της.

Παράνοµες αξιώσεις

Εξίσου επικίνδυνη είναι και η προσπάθεια της Άγκυρας να συνηθίσει τη διεθνή κοινότητα στις παράνοµες αξιώσεις της. Όταν µια χώρα επαναλαµβάνει διαρκώς µια ακραία θέση και δεν συναντά ισχυρές αντιδράσεις, τότε σταδιακά δηµιουργείται η ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για µια «διµερή διαφορά» που χρήζει διαπραγµάτευσης. Αυτό ακριβώς επιδιώκει η Τουρκία: να µετατρέψει τις παράνοµες διεκδικήσεις της σε αντικείµενο διεθνούς διαλόγου και ενδεχόµενων συµβιβασµών.

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της αδράνειας. Βρίσκεται απέναντι σε µια αναθεωρητική δύναµη που δεν εγκαταλείπει ποτέ τους στρατηγικούς της στόχους, αλλά προσαρµόζει κάθε φορά τη µέθοδο διεκδίκησής τους. Αν συνεχίσουµε να επενδύουµε πολιτικά στην ψευδαίσθηση µιας εύκολης συνεννόησης χωρίς όρους και χωρίς ισχυρή αποτρεπτική βάση, τότε το κόστος θα είναι βαρύ για τα εθνικά µας συµφέροντα.

Η Ελλάδα θα πρέπει να διαµηνύσει προς τις ΗΠΑ, ότι η Ελλάδα δεν θα επιτρέψει την Τουρκική επιθετικότητα και πως η Τουρκία θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη αν διαταραχθεί η λειτουργία του κάθετου ενεργειακού διαδρόµου LNG που µέσω της Αλεξανδρούπολης, προµηθεύει µε αµερικάνικο φυσικό αέριο την Βόρεια Ελλάδα, την Βουλγαρία, την Ρουµανία, την Μολδαβία και την Ουκρανία. Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ότι η παροχή στρατιωτικών διευκολύνσεων προς τις ΗΠΑ από την χώρα µας, συνεπάγεται και την υποχρέωσή της να παρέµβει ουσιαστικά απέναντι στις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας.

Η χώρα χρειάζεται µια εξωτερική πολιτική µε αυτοπεποίθηση, καθαρές κόκκινες γραµµές και εθνική ενότητα. Γιατί η ειρήνη δεν διασφαλίζεται µε ευχολόγια και αυταπάτες. Διασφαλίζεται µε ισχύ, στρατηγική σοβαρότητα και αποφασιστικότητα.

* Βουλευτής Β2 Δυτικού Τοµέα Αθηνών µε τη ΝΙΚΗ

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή