«Ο πόλεµος για το βολφράµιο»

Toυ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *

 

 

Η νέα γεωπολιτική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η άµεση εµπλοκή των Ηνωµένες Πολιτείες σε επιχειρήσεις κατά του Ιράν δεν αναδιαµορφώνει µόνο τις στρατιωτικές ισορροπίες. Αναδεικνύει ταυτόχρονα µια λιγότερο ορατή, αλλά εξίσου κρίσιµη πραγµατικότητα: τον πόλεµο για τις πρώτες ύλες που στηρίζουν τη σύγχρονη πολεµική βιοµηχανία. Στην κορυφή αυτής της λίστας βρίσκεται το βολφράµιο, ένα µέταλλο στρατηγικής σηµασίας χωρίς το οποίο η αµερικανική αµυντική µηχανή δυσκολεύεται να λειτουργήσει µε την απαιτούµενη ένταση και διάρκεια.

Η συνεχής χρήση προηγµένων οπλικών συστηµάτων από τις ΗΠΑ οδηγεί ήδη σε σηµαντική µείωση αποθεµάτων κρίσιµων πυροµαχικών και πυραύλων. Οι πύραυλοι Tomahawk, τα αντιαεροπορικά συστήµατα Patriot και τα Precision Strike αποτελούν σήµερα βασικά εργαλεία στρατιωτικής ισχύος, όµως η µαζική παραγωγή και αναπλήρωσή τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη βιοµηχανική δυνατότητα των αµερικανικών εργοστασίων.

Κρίσιµα µέταλλα

Εξαρτάται σε τεράστιο βαθµό από την πρόσβαση σε κρίσιµα µέταλλα και ειδικά στο βολφράµιο, το οποίο θεωρείται απαραίτητο για την κατασκευή προηγµένων οπλικών εφαρµογών. Το συγκεκριµένο µέταλλο χρησιµοποιείται σε µαχητικά αεροσκάφη, βόµβες διάτρησης καταφυγίων, διατρητικά πυροµαχικά και πυραυλικά συστήµατα υψηλής ακρίβειας. Οι ιδιότητές του -ιδιαίτερα η εξαιρετικά υψηλή αντοχή του στη θερµότητα και η πυκνότητά του- το καθιστούν αναντικατάστατο για τη σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία. Σε µια εποχή όπου οι πόλεµοι διεξάγονται µε τεράστια κατανάλωση προηγµένων πυροµαχικών, η πρόσβαση στο βολφράµιο µετατρέπεται σε ζήτηµα εθνικής ασφάλειας.

Το πρόβληµα για την Ουάσινγκτον είναι ότι η παγκόσµια αλυσίδα παραγωγής και επεξεργασίας του βολφραµίου ελέγχεται σχεδόν ολοκληρωτικά από την Κίνα. Το Πεκίνο έχει καταφέρει εδώ και χρόνια να κυριαρχήσει στον τοµέα των σπάνιων και στρατηγικών µετάλλων, δηµιουργώντας µια εξάρτηση που σήµερα αποδεικνύεται εξαιρετικά επικίνδυνη για τη Δύση. Η αµερικανική στρατιωτική βιοµηχανία, παρά την τεχνολογική της υπεροχή, βρίσκεται αντιµέτωπη µε µια σκληρή πραγµατικότητα: δεν µπορεί να εξασφαλίσει πλήρη αυτάρκεια σε κρίσιµες πρώτες ύλες.

Ανησυχητική εικόνα

Η εικόνα γίνεται ακόµη πιο ανησυχητική αν ληφθεί υπόψη ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν ενεργά εµπορικά ορυχεία βολφραµίου από το 2015. Η αποβιοµηχάνιση τµηµάτων της εξορυκτικής δραστηριότητας και η µεταφορά κρίσιµων παραγωγικών αλυσίδων στην Ασία δηµιούργησαν µια εξάρτηση που τώρα επιστρέφει ως γεωπολιτικός κίνδυνος. Σε συνθήκες µεγάλης στρατιωτικής έντασης, η αδυναµία άµεσης πρόσβασης σε πρώτες ύλες µπορεί να αποδειχθεί εξίσου σοβαρή µε την έλλειψη ίδιων των όπλων. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η κυβέρνηση του Donald Trump είχε θέσει ως στρατηγικό στόχο τη µείωση της εξάρτησης από την κινεζική προµήθεια στρατηγικών µετάλλων. Το σχέδιο περιλάµβανε προσπάθειες επανεκκίνησης της εγχώριας εξόρυξης, αναζήτηση νέων συνεργασιών µε συµµαχικές χώρες και ενίσχυση αποθεµάτων κρίσιµων υλικών. Ωστόσο, η πραγµατικότητα της αγοράς και το τεράστιο πλεονέκτηµα της Κίνας στην επεξεργασία βολφραµίου καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη µια γρήγορη απεξάρτηση.

Πλέον, οι ΗΠΑ αναζητούν επειγόντως εναλλακτικές πηγές προµήθειας σε χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αµερικής, επιχειρώντας να δηµιουργήσουν νέα δίκτυα εφοδιασµού. Η προσπάθεια αυτή, όµως, απαιτεί χρόνο, επενδύσεις και γεωπολιτικές συµφωνίες. Και κυρίως απαιτεί σταθερότητα σε έναν κόσµο που κινείται όλο και περισσότερο σε συνθήκες σύγκρουσης και οικονοµικού προστατευτισµού. Το ζήτηµα του βολφραµίου αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για τη νέα παγκόσµια τάξη. Οι µεγάλες δυνάµεις δεν ανταγωνίζονται πλέον µόνο για εδάφη, στρατιωτικές βάσεις ή ενεργειακούς δρόµους. Ανταγωνίζονται για την κατοχή και τον έλεγχο των υλικών που καθιστούν δυνατή τη στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή. Η οικονοµία των πρώτων υλών µετατρέπεται σταδιακά σε βασικό πεδίο αντιπαράθεσης ανάµεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα.

Εξάρτηση

Την ίδια στιγµή, η εξάρτηση της Δύσης από κινέζικες πρώτες ύλες αναδεικνύει και µια στρατηγική αντίφαση. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν την επιρροή του Πεκίνου σε γεωπολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, όµως µεγάλο µέρος της αµυντικής τους παραγωγής εξακολουθεί να εξαρτάται από κινεζικά υλικά και κινεζική επεξεργασία µετάλλων. Πρόκειται για µια αλληλεξάρτηση που δύσκολα µπορεί να διακοπεί χωρίς τεράστιο οικονοµικό και βιοµηχανικό κόστος. Σε τελική ανάλυση, ο πόλεµος για το βολφράµιο είναι ίσως πιο αποκαλυπτικός από τον ίδιο τον πόλεµο των πυραύλων. Δείχνει ότι στον σύγχρονο κόσµο η στρατιωτική ισχύς δεν µετριέται µόνο µε αεροπλανοφόρα και πυραύλους, αλλά και µε τον έλεγχο των κρίσιµων πρώτων υλών. Και σε αυτό το πεδίο, η Κίνα φαίνεται σήµερα να διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα γεωπολιτικά όπλα του πλανήτη.

* Πολιτικός αναλυτής

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή