Νέες ταυτότητες: Ενα έργο – µαµούθ µε µεγάλο κόστος και πολλά αναπάντητα ερωτήµατα

Σύµφωνα µε τη διακήρυξη του έργου, το Ελληνικό Δηµόσιο αναλαµβάνει µια πολυετή οικονοµική δέσµευση που ανέρχεται στα 515,4 εκατοµµύρια ευρώ, ενώ προβλέπεται ακόµη και δυνατότητα µεταβολής του οικονοµικού αντικειµένου µετά την ολοκλήρωση του ανταγωνιστικού διαλόγου. Πρόκειται για ένα από τα µεγαλύτερα πληροφοριακά έργα που έχει ποτέ προκηρυχθεί στη χώρα µας

Η κυβέρνηση επιδιώκει να παρουσιάσει το νέο Ολοκληρωµένο Πληροφοριακό Σύστηµα Εντύπων Ασφαλείας ως ένα ακόµη βήµα προς τον ψηφιακό εκσυγχρονισµό του κράτους. Πίσω όµως από τα µεγάλα λόγια περί «ψηφιακής µετάβασης» κρύβεται µια πραγµατικότητα που κάθε Έλληνας πολίτης οφείλει να γνωρίζει.

Σύµφωνα µε τη διακήρυξη του έργου, το Ελληνικό Δηµόσιο αναλαµβάνει µια πολυετή οικονοµική δέσµευση που ανέρχεται στα 515,4 εκατοµµύρια ευρώ, ενώ προβλέπεται ακόµη και δυνατότητα µεταβολής του οικονοµικού αντικειµένου µετά την ολοκλήρωση του ανταγωνιστικού διαλόγου. Πρόκειται για ένα από τα µεγαλύτερα πληροφοριακά έργα που έχει ποτέ προκηρυχθεί στη χώρα µας.

Το πρώτο εύλογο ερώτηµα είναι απλό. Γιατί χρειάζεται ένα νέο πληροφοριακό σύστηµα;

Οι νέες ταυτότητες εκδίδονται ήδη από το 2023. Η ίδια η κυβέρνηση διαβεβαίωνε τότε ότι η Ελληνική Αστυνοµία διέθετε σύγχρονο και αναβαθµισµένο σύστηµα παραγωγής και προσωποποίησης των νέων δελτίων ταυτότητας. Εάν λοιπόν το σύστηµα ήταν ήδη έτοιµο και λειτουργικό, γιατί σήµερα απαιτείται µια νέα δηµόσια δαπάνη που υπερβαίνει το µισό δισεκατοµµύριο ευρώ;

Οι πολίτες δεν έχουν λάβει µέχρι σήµερα πειστικές απαντήσεις.

Ποιο ήταν το συνολικό κόστος του συστήµατος που λειτουργεί σήµερα;

Πόσο κόστισε ο εξοπλισµός που εγκαταστάθηκε πριν από µόλις λίγα χρόνια;

Ποιο µέρος αυτού του εξοπλισµού θα αντικατασταθεί;

Πόσα ακόµη χρήµατα θα χρειαστούν στο µέλλον;

Και κυρίως, γιατί δεν παρουσιάζεται δηµόσια µια πλήρης οικονοµική αποτίµηση του έργου, ώστε οι φορολογούµενοι να γνωρίζουν πού κατευθύνονται τα χρήµατά τους;

Πολιτικό ζήτηµα

Η ΝΙΚΗ πέρα από τα ζητήµατα ιδιωτικότητας εγείρει και ένα άλλο ζήτηµα, πολιτικό. Σε τι αποσκοπεί η λογική σύµφωνα µε την οποία κάθε πρόβληµα αντιµετωπίζεται µε ένα ακόµη πανάκριβο πληροφοριακό σύστηµα, χωρίς να προηγείται ουσιαστικός δηµόσιος διάλογος και χωρίς να αποδεικνύεται η αναγκαιότητά του;

Αναρωτιόµαστε ποια είναι η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων της κυβέρνησης.

Σε µια Ελλάδα όπου χιλιάδες νέα ζευγάρια αδυνατούν να αποκτήσουν κατοικία, όπου η υπογεννητικότητα απειλεί το µέλλον του Έθνους, όπου τα δηµόσια νοσοκοµεία αντιµετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και εξοπλισµού, όπου οι άνθρωποι µε αναπηρία εξακολουθούν να παλεύουν µε τη γραφειοκρατία και τις συνεχείς επανεξετάσεις των επιδοµάτων τους, η κυβέρνηση επιλέγει να διαθέσει περισσότερα από 515 εκατοµµύρια ευρώ για ένα νέο πληροφοριακό σύστηµα.

Αξίζει να αναλογιστούµε τι θα µπορούσε να σηµαίνει ένα τέτοιο ποσό για την ελληνική κοινωνία. Θα µπορούσε να χρηµατοδοτήσει χιλιάδες νέες κοινωνικές κατοικίες για νέες οικογένειες. Θα µπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά τα δηµόσια νοσοκοµεία µε νέο προσωπικό και σύγχρονο εξοπλισµό. Θα µπορούσε να στηρίξει γενναία τις πολύτεκνες οικογένειες και να αποτελέσει πραγµατικό εργαλείο αντιµετώπισης του δηµογραφικού προβλήµατος. Θα µπορούσε να αυξήσει σηµαντικά τις παροχές προς τα άτοµα µε αναπηρία, να χρηµατοδοτήσει ειδικά σχολεία, δοµές αποκατάστασης και υπηρεσίες φροντίδας.

Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει σε ένα ακόµη τεράστιο πληροφοριακό έργο.

Υπάρχει όµως και µια δεύτερη διάσταση, εξίσου σηµαντική.

Η νέα διακήρυξη δεν αφορά αποκλειστικά την έκδοση των δελτίων ταυτότητας. Περιλαµβάνει τη δηµιουργία νέων υποδοµών ψηφιακής ταυτοποίησης, υπηρεσιών ηλεκτρονικής αυθεντικοποίησης, ηλεκτρονικών υπογραφών, καθώς και ενός κεντρικού κόµβου διαχείρισης ταυτοτήτων πολιτών, του λεγόµενου Citizen Identity Hub.

Η εξέλιξη της τεχνολογίας µπορεί ασφαλώς να διευκολύνει τον πολίτη. Όµως όσο αυξάνεται η συγκέντρωση προσωπικών δεδοµένων σε ενιαίες ψηφιακές πλατφόρµες, τόσο µεγαλώνει και η ευθύνη της Πολιτείας να αποδεικνύει ότι τα δεδοµένα αυτά προστατεύονται αποτελεσµατικά και δεν χρησιµοποιούνται πέρα από τον σκοπό για τον οποίο συλλέγονται.

Δεν αρκούν γενικές διαβεβαιώσεις. Οι πολίτες δικαιούνται συγκεκριµένες απαντήσεις. Ποια δεδοµένα θα συγκεντρώνονται; Ποια πληροφοριακά συστήµατα θα διασυνδεθούν; Ποιοι φορείς θα έχουν πρόσβαση; Ποιες είναι οι ασφαλιστικές δικλείδες έναντι καταχρηστικής χρήσης ή κυβερνοεπιθέσεων;

Πώς διασφαλίζεται ότι στο µέλλον δεν θα δηµιουργηθεί ένα υπερσυγκεντρωτικό πληροφοριακό περιβάλλον, στο οποίο ολοένα περισσότερες πτυχές της ζωής του πολίτη θα συνδέονται µε µία ενιαία ψηφιακή ταυτότητα;

Αυτές δεν είναι θεωρητικές ανησυχίες. Είναι ερωτήµατα που απασχολούν χιλιάδες Έλληνες και τα οποία η κυβέρνηση οφείλει να αντιµετωπίσει µε πλήρη διαφάνεια και όχι µε χαρακτηρισµούς απέναντι σε όσους εκφράζουν επιφυλάξεις.

 

Τεχνολογία

Η ΝΙΚΗ πιστεύει ότι η τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο και την ελευθερία του. Όχι να δηµιουργεί συνθήκες υπερβολικής συγκέντρωσης προσωπικών δεδοµένων ούτε να ενισχύει την αίσθηση ότι κάθε δραστηριότητα του πολίτη µπορεί να καταγράφεται και να διασυνδέεται µέσα από ολοένα µεγαλύτερα πληροφοριακά συστήµατα. Θεωρούµε ότι θα µπορούσαµε να συνεχίσουµε µε τις υπάρχουσες ταυτότητες, οι οποίες δεν προκαλούν τους πολίτες µας για το κόστος τους αλλά και για ζητήµατα προστασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα.

Για τη ΝΙΚΗ, οι νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες σηµατοδοτούν µια βαθύτερη µεταβολή στη σχέση κράτους και πολίτη. Η συγκέντρωση της ψηφιακής ταυτότητας, των δηµόσιων συναλλαγών και των πληροφοριών του πολίτη γύρω από έναν ενιαίο µηχανισµό µεταφέρει πρωτοφανή ισχύ στη διοίκηση. Κάθε νέα διασύνδεση διευρύνει την εικόνα που σχηµατίζει το κράτος για τη ζωή του ανθρώπου. Η διακυβέρνηση µετατοπίζεται σταδιακά από την εξυπηρέτηση στην επιτήρηση, από την αποκεντρωµένη πληροφορία στην κεντρική γνώση, από την προστασία της ιδιωτικότητας στη συσσώρευση προσωπικών δεδοµένων. Ο πολίτης, έτσι, αισθάνεται την παρακολούθηση, την εσωτερικεύει, αυτολογοκρίνεται, πειθαρχεί σε οτιδήποτε, χάνει το σηµαντικότερο δώρο του Θεού και τη µεγαλύτερη επιθυµία του, να είναι ελεύθερος, να σκέφτεται χωρίς φόβο, να αποφασίζει χωρίς να έχουν προαποφασίσει για εκείνον.

Η ΝΙΚΗ υπερασπίζεται µια Πολιτεία που θέτει όρια στην κρατική ισχύ. Η ελευθερία του πολίτη προϋποθέτει διάχυση της πληροφορίας, θεσµικά αντίβαρα και σαφή όρια στη συγκέντρωση δεδοµένων. Ένα ενιαίο ψηφιακό προφίλ µεταβάλλει σταδιακά τον άνθρωπο από πρόσωπο µε απαραβίαστη ιδιωτική σφαίρα σε αντικείµενο διαρκούς διοικητικής αποτύπωσης. Γι’ αυτό η ΝΙΚΗ αντιµετωπίζει τις νέες ταυτότητες ως ζήτηµα δηµοκρατίας, ελευθερίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας, πολύ ευρύτερο από µια απλή τεχνολογική αναβάθµιση.

Το κράτος οφείλει να είναι αποτελεσµατικό, αλλά και διακριτικό. Ισχυρό, αλλά και δηµοκρατικά ελεγχόµενο. Ψηφιακό, αλλά πάντοτε µε απόλυτο σεβασµό στην ιδιωτική ζωή και στα συνταγµατικά δικαιώµατα των πολιτών.

Η κυβέρνηση έχει ακόµη µία υποχρέωση.

Να δώσει στη δηµοσιότητα το πλήρες οικονοµικό αποτύπωµα του έργου, να εξηγήσει γιατί απαιτείται µια νέα επένδυση τέτοιου ύψους ενώ το σηµερινό σύστηµα λειτουργεί ήδη, να παρουσιάσει αναλυτικά ποια δηµόσια περιουσία αξιοποιείται και ποια αντικαθίσταται, καθώς και να αποδείξει ότι κάθε ευρώ των Ελλήνων φορολογουµένων αξιοποιείται µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Για τη ΝΙΚΗ, η πραγµατική πρόοδος δεν µετριέται µε το µέγεθος των πληροφοριακών συστηµάτων ούτε µε το ύψος των συµβάσεων. Μετριέται από το κατά πόσο οι πολιτικές επιλογές υπηρετούν τον άνθρωπο, προστατεύουν την ελευθερία του, ενισχύουν την οικογένεια και απαντούν στις πραγµατικές ανάγκες της κοινωνίας.

Και σήµερα, περισσότερο από ποτέ, οι Έλληνες έχουν κάθε λόγο να αναρωτηθούν αν 515 εκατοµµύρια ευρώ για ένα νέο σύστηµα ταυτοποίησης αποτελούν πράγµατι την κορυφαία προτεραιότητα της χώρας ή αν η κυβέρνηση έχει χάσει την επαφή της µε τα πραγµατικά προβλήµατα της ελληνικής κοινωνίας.

 

 

* Βουλευτής Β2′ Δυτικού Τοµέα Αθηνών µε τη ΝΙΚΗ

 

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή