Μικροµεσαίες Επιχειρήσεις σε Ασφυξία από το Κόστος Στέγασης
Σύµφωνα µε τα στοιχεία και τις παρεµβάσεις του Επαγγελµατικού Επιµελητηρίου Αθηνών, το συνολικό λειτουργικό κόστος πολλών επιχειρήσεων έχει αυξηθεί έως και κατά 37,5% τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για µία εκρηκτική µεταβολή
Η αγορά επαγγελµατικής στέγης εξελίσσεται πλέον σε έναν από τους σοβαρότερους παράγοντες πίεσης για τη µικροµεσαία επιχειρηµατικότητα. Την ώρα που οι επιχειρήσεις προσπαθούν να σταθούν όρθιες απέναντι στη διαρκή αύξηση του ενεργειακού κόστους, των πρώτων υλών, των ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεων, έρχεται να προστεθεί και ένα ακόµη ασφυκτικό βάρος: οι υπέρογκες αυξήσεις στις επαγγελµατικές µισθώσεις.
Σύµφωνα µε τα στοιχεία και τις παρεµβάσεις του Επαγγελµατικού Επιµελητηρίου Αθηνών, το συνολικό λειτουργικό κόστος πολλών επιχειρήσεων έχει αυξηθεί έως και κατά 37,5% τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για µία εκρηκτική µεταβολή, η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο εφησυχασµού. Οι µικροµεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονοµίας, καλούνται να λειτουργήσουν µέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς αβεβαιότητας, όπου τα έξοδα αυξάνονται µε πολύ ταχύτερο ρυθµό από τον κύκλο εργασιών τους.
Εµπορικές µισθώσεις
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στις εµπορικές µισθώσεις. Σε πολλές περιοχές της χώρας, ακόµη και σε εµπορικά ασθενέστερες αγορές, καταγράφονται αυξήσεις ενοικίων σε διψήφια ποσοστά. Σε κεντρικούς εµπορικούς δρόµους οι αυξήσεις θεωρούνται πλέον «κανόνας», όµως το πρόβληµα έχει επεκταθεί και σε συνοικιακές αγορές ή περιοχές µειωµένης εµπορικότητας, όπου οι επιχειρήσεις αδυνατούν να µετακυλήσουν το αυξηµένο κόστος στον καταναλωτή.
Το αποτέλεσµα είναι προφανές: επιχειρήσεις που λειτουργούν επί χρόνια σε ένα σηµείο, µε επενδύσεις σε εξοπλισµό, ανακαινίσεις και πελατολόγιο, βρίσκονται ξαφνικά αντιµέτωπες µε ενοίκια που δεν µπορούν να υποστηρίξουν. Και όταν η µίσθωση λήγει, η διαπραγµατευτική ισχύς του µισθωτή είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και µία σοβαρή αντίφαση της πολιτείας. Από τη µία πλευρά, προωθείται νοµοθετικό πλαίσιο για ακίνητα που ανήκουν στο Δηµόσιο, µε υποχρεωτική διάρκεια µίσθωσης έως και 27 έτη, προκειµένου να διασφαλίζεται η βιωσιµότητα των επενδύσεων και η αξιοποίηση των ακινήτων. Από την άλλη πλευρά, στις ιδιωτικές επαγγελµατικές µισθώσεις εξακολουθεί να ισχύει ως ελάχιστη διάρκεια µόλις η τριετία.
Πρόκειται ξεκάθαρα για δύο µέτρα και δύο σταθµά.
Πώς µπορεί η ίδια η πολιτεία να αναγνωρίζει ότι µία επένδυση χρειάζεται µακροχρόνια σταθερότητα όταν πρόκειται για δηµόσιο ακίνητο, αλλά να µην παρέχει αντίστοιχη ασφάλεια στις χιλιάδες µικροµεσαίες επιχειρήσεις που επενδύουν καθηµερινά στην πραγµατική οικονοµία;
Μία επιχείρηση που ανοίγει σήµερα κατάστηµα δεν πληρώνει µόνο το ενοίκιο. Επενδύει σε ανακαίνιση, εξοπλισµό, άδειες, διαµόρφωση χώρου, προβολή και δηµιουργία πελατειακής βάσης. Πολύ συχνά απαιτούνται δεκάδες χιλιάδες ευρώ πριν καν υπάρξει ο πρώτος τζίρος. Είναι λοιπόν εύλογο να ζητείται ένα σταθερότερο πλαίσιο που να επιτρέπει στον επαγγελµατία να σχεδιάσει το µέλλον του και να αποσβέσει την επένδυσή του.

«Χρυσή τοµή»
Για τον λόγο αυτό επανέρχεται εύλογα στο δηµόσιο διάλογο η ανάγκη επανεξέτασης της διάρκειας των επαγγελµατικών µισθώσεων. Η επαναφορά ενός πλαισίου εννεαετούς διάρκειας, όπως ίσχυε προ µνηµονίων, θα µπορούσε να αποτελέσει µία ισορροπηµένη λύση. Όχι ως ακραίο µέτρο υπέρ του µισθωτή ή του ιδιοκτήτη, αλλά ως µία «χρυσή τοµή» που θα προσφέρει ασφάλεια και στις δύο πλευρές.
Διότι σήµερα παρατηρούνται δύο ακραίες καταστάσεις. Από τη µία, επιχειρείται υπερβολικά µεγάλες διάρκειες για δηµόσια ακίνητα. Από την άλλη, εξαιρετικά µικρή προστασία για τις ιδιωτικές επαγγελµατικές µισθώσεις. Κάπου ανάµεσα υπάρχει ο χώρος για µία πιο δίκαιη και λειτουργική προσέγγιση.
Αναµφίβολα, το προσωρινό πλαφόν 3% στις αυξήσεις των υφιστάµενων επαγγελµατικών µισθώσεων λειτουργεί ως µία σηµαντική ανάσα για πολλές επιχειρήσεις. Χωρίς αυτό, η κατάσταση πιθανότατα θα είχε οδηγήσει σε ακόµη περισσότερα λουκέτα. Ωστόσο, το µέτρο αφορά κυρίως τις ενεργές µισθώσεις. Στις νέες συµβάσεις, η αγορά λειτουργεί χωρίς ουσιαστικά όρια, µε αποτέλεσµα σε πολλές περιπτώσεις οι ζητούµενες τιµές να εκτοξεύονται σε επίπεδα εντελώς δυσανάλογα µε την πραγµατική εµπορική αξία των περιοχών.
Η στήριξη της µικροµεσαίας επιχειρηµατικότητας δεν µπορεί να περιορίζεται σε διαπιστώσεις. Απαιτείται ένα πιο ισορροπηµένο και βιώσιµο πλαίσιο επαγγελµατικής στέγης, που θα προστατεύει την επένδυση, θα ενισχύει τη σταθερότητα και θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να σχεδιάζουν µε προοπτική το µέλλον τους.
* Πρόεδρος Επαγγελµατικού Επιµελητηρίου Αθηνών, Αντιπρόεδρος Εµπορικού Συλλόγου Αθηνών
Σχετικά Άρθρα
01/06/2026 - 15:58
01/06/2026 - 15:55
01/06/2026 - 15:49
Δείτε επίσης