Μετά τη ρωσοφοβία, η Ευρώπη ψάχνει δρόµο προς τη Μόσχα
Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση επένδυσε πολιτικά σε ένα αφήγηµα απόλυτης αντιπαράθεσης µε τη Ρωσία. Ο πόλεµος στην Ουκρανία παρουσιάστηκε ως µια σύγκρουση χωρίς ενδιάµεσες αποχρώσεις, ως µια ιστορική αναµέτρηση στην οποία η Ευρώπη όφειλε να παραµείνει αταλάντευτη µέχρι την τελική δικαίωση. Όποιος µιλούσε για συµβιβασµούς, για διπλωµατικές πρωτοβουλίες ή για αναζήτηση πολιτικής λύσης αντιµετωπιζόταν µε καχυποψία
Tου ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *
Η πληροφορία ότι στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξετάζεται ακόµη και το ενδεχόµενο ανάθεσης ειδικού διαµεσολαβητικού ρόλου στην Άνγκελα Μέρκελ ή στον Μάριο Ντράγκι για τις σχέσεις µε τη Ρωσία και την αναζήτηση πολιτικής διεξόδου στον πόλεµο της Ουκρανίας, δεν αποτελεί απλώς µια διπλωµατική είδηση. Αποτελεί µια πολιτική παραδοχή. Μια έµµεση οµολογία ότι έπειτα από τέσσερα χρόνια πολέµου, αδιεξόδου, κυρώσεων, οικονοµικών επιβαρύνσεων και συνεχούς στρατιωτικής κλιµάκωσης, η Ευρώπη επιστρέφει εκεί από όπου θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει: στη διπλωµατία και τη διαπραγµάτευση.
Αν η διαπραγµάτευση µε τη Μόσχα είναι σήµερα αναγκαία, τότε γιατί δεν ήταν αναγκαία πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια; Αν τελικά απαιτούνται πρόσωπα µε πολιτικό κύρος και εµπειρία στις σχέσεις µε τη Ρωσία για να ανοίξουν δίαυλοι επικοινωνίας, τότε γιατί για χρόνια η συζήτηση αυτή είχε σχεδόν εξαφανιστεί από το δηµόσιο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο; Και κυρίως, γιατί εκατοντάδες εκατοµµύρια Ευρωπαίοι πολίτες κλήθηκαν να πληρώσουν το κόστος µιας στρατηγικής που σήµερα φαίνεται να αναθεωρείται;
Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση επένδυσε πολιτικά σε ένα αφήγηµα απόλυτης αντιπαράθεσης µε τη Ρωσία. Ο πόλεµος στην Ουκρανία παρουσιάστηκε ως µια σύγκρουση χωρίς ενδιάµεσες αποχρώσεις, ως µια ιστορική αναµέτρηση στην οποία η Ευρώπη όφειλε να παραµείνει αταλάντευτη µέχρι την τελική δικαίωση. Όποιος µιλούσε για συµβιβασµούς, για διπλωµατικές πρωτοβουλίες ή για αναζήτηση πολιτικής λύσης αντιµετωπιζόταν µε καχυποψία. Η έννοια της διαπραγµάτευσης σχεδόν δαιµονοποιήθηκε. Στο µεταξύ, η πραγµατική ζωή των Ευρωπαίων πολιτών ακολουθούσε µια διαφορετική πορεία. Η ενεργειακή κρίση προκάλεσε πρωτοφανείς ανατιµήσεις. Το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και θέρµανσης εκτοξεύθηκε. Οι τιµές των τροφίµων αυξήθηκαν. Ο πληθωρισµός ροκάνισε εισοδήµατα και αποταµιεύσεις. Νοικοκυριά και επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιµέτωπα µε µια κατάσταση που πολλοί είχαν να δουν από τις µεγάλες κρίσεις της προηγούµενης δεκαετίας.
«Αόρατα τείχη»
Την ίδια στιγµή, η Ευρώπη άρχισε να µετασχηµατίζει σταδιακά τις προτεραιότητές της. Από την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη, το βάρος µετατοπίστηκε ολοένα και περισσότερο στις αµυντικές δαπάνες. Η συζήτηση για το κοινωνικό κράτος αντικαταστάθηκε από τη συζήτηση για την πολεµική ετοιµότητα. Τα κονδύλια για εξοπλισµούς αυξήθηκαν. Οι κυβερνήσεις µιλούσαν πλέον για στρατηγική αυτονοµία, για στρατιωτική θωράκιση και για µακροχρόνια προετοιµασία απέναντι σε µια υποτιθέµενη µόνιµη απειλή από την Ανατολή. Δηµιουργήθηκε έτσι µια πολιτική και επικοινωνιακή πραγµατικότητα που θύµιζε έντονα τις εποχές του Ψυχρού Πολέµου. Η Ρωσία δεν παρουσιαζόταν απλώς ως γεωπολιτικός αντίπαλος αλλά ως ένας σχεδόν υπαρξιακός εχθρός γύρω από τον οποίο οικοδοµήθηκε µια νέα ευρωπαϊκή ταυτότητα. Σαν να υψώνονταν ξανά αόρατα ”Τείχη του Βερολίνου”, όχι πλέον ανάµεσα στην Ανατολή και τη Δύση της Γερµανίας, αλλά πάνω από την ουκρανική γη και µέσα στη συλλογική συνείδηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες η Ευρωπαϊκή Ένωση αδυνατεί να απαντήσει σε θεµελιώδη κοινωνικά και οικονοµικά προβλήµατα. Η µεσαία τάξη συρρικνώνεται. Η στεγαστική κρίση εξαπλώνεται από χώρα σε χώρα. Οι νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν περιουσία ή ακόµη και να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή στέγη. Η βιοµηχανική παραγωγή µεταφέρεται εκτός Ευρώπης. Η ανταγωνιστικότητα πολλών οικονοµιών υποχωρεί. Οι ανισότητες διευρύνονται. Απέναντι σε αυτά τα προβλήµατα, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες δεν κατόρθωσαν να διαµορφώσουν ένα πειστικό όραµα ευηµερίας. Αντίθετα, συχνά έµοιαζαν να αναζητούν τη συνοχή τους µέσα από εξωτερικές απειλές και γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις. Η ιστορία άλλωστε δείχνει ότι πολλές φορές οι πολιτικές ελίτ χρησιµοποιούν έναν εξωτερικό εχθρό για να καλύψουν εσωτερικές αδυναµίες. Και η σηµερινή Ευρώπη δεν φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση.
Αλλαγή σκηνικού
Τώρα όµως το σκηνικό αλλάζει. Οι συνοµιλίες επανέρχονται στο προσκήνιο. Οι φωνές που ζητούν πολιτική λύση πληθαίνουν. Ακόµη και πρόσωπα που στο παρελθόν είχαν συνδεθεί µε την πολιτική προσέγγισης προς τη Ρωσία επανεµφανίζονται ως πιθανοί διαµεσολαβητές. Η ίδια η πραγµατικότητα φαίνεται να επιβάλλει αυτό που επί χρόνια απορριπτόταν: ότι κανένας πόλεµος αυτού του µεγέθους δεν τελειώνει χωρίς διαπραγµατεύσεις. Αυτό όµως δεν απαλλάσσει την Ευρώπη από τις ευθύνες της. Διότι δεν µπορεί να ζητά σήµερα πολιτική λύση χωρίς να εξηγήσει γιατί επί τέσσερα χρόνια η πολιτική λύση βρισκόταν στο περιθώριο. Δεν µπορεί να επιστρέφει στο τραπέζι της διπλωµατίας χωρίς να λογοδοτήσει για το οικονοµικό και κοινωνικό κόστος που κλήθηκαν να σηκώσουν οι πολίτες της.
Το µεγαλύτερο πρόβληµα που αντιµετωπίζουν σήµερα οι Βρυξέλλες ίσως να µην είναι η ίδια η σχέση µε τη Ρωσία. Είναι η κρίση αξιοπιστίας. Διότι εκατοµµύρια Ευρωπαίοι βλέπουν πλέον µια πολιτική ηγεσία που τους διαβεβαίωνε ότι η σύγκρουση ήταν µονόδροµος και τώρα αναζητά συµβιβασµούς. Βλέπουν µια ηγεσία που µιλούσε για στρατηγικές νίκες και τώρα µιλά για διαµεσολαβήσεις. Και δικαιολογηµένα αναρωτιούνται αν υπήρχε εξαρχής σαφές σχέδιο ή αν η Ευρώπη απλώς παρασύρθηκε σε µια µακρά περίοδο πολιτικών αυταπατών. Η ήπειρος βρίσκεται σήµερα σε ένα ιστορικό σταυροδρόµι. Όχι µόνο σε σχέση µε την Ουκρανία ή τη Ρωσία, αλλά σε σχέση µε τον ίδιο της τον χαρακτήρα. Γιατί αν το αφήγηµα της τελευταίας τετραετίας εξαντλείται, τότε οι ευρωπαϊκές ηγεσίες οφείλουν να απαντήσουν ποιο είναι το νέο όραµα που προτείνουν στους πολίτες τους. Και κυρίως οφείλουν να εξηγήσουν τι ακριβώς κέρδισε ο µέσος Ευρωπαίος από τέσσερα χρόνια οικονοµικής πίεσης, ενεργειακής ανασφάλειας, κοινωνικής αβεβαιότητας και πολεµικής οικονοµίας.
Διότι η Ιστορία δεν καταγράφει µόνο τις προθέσεις των ηγετών. Καταγράφει και τα αποτελέσµατα των επιλογών τους. Και υπάρχει ο κίνδυνος η σηµερινή Ευρώπη να µην καταγραφεί ως η ήπειρος που στάθηκε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, αλλά ως η ήπειρος που, αδυνατώντας να προσφέρει ευηµερία, κοινωνική ασφάλεια και προοπτική στους λαούς της, αναζήτησε καταφύγιο σε µια παρατεταµένη γεωπολιτική σύγκρουση και καταλήγει σήµερα να επιστρέφει εκεί από όπου θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει: στη διαπραγµάτευση.
* Πολιτικός αναλυτής, Δηµοσιογράφος
Σχετικά Άρθρα
08/06/2026 - 17:08
08/06/2026 - 17:06
08/06/2026 - 17:05
08/06/2026 - 17:03
Δείτε επίσης