Κύπρος: Η ανοιχτή πληγή που η Δύση έµαθε να προσπερνά
Tου ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *
Κάθε Ιούλιος αποτελεί έναν µήνα ιστορικής µνήµης για τον Ελληνισµό. Οι ηµέρες που οδήγησαν στο καλοκαίρι του 1974 και κορυφώθηκαν µε την τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου δεν ανήκουν µόνο στα βιβλία της ιστορίας. Αποτελούν µια ανοιχτή εθνική πληγή που εξακολουθεί να αιµορραγεί περισσότερο από πέντε δεκαετίες αργότερα. Η Κύπρος παραµένει διαιρεµένη, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να κουβαλούν το τραύµα της προσφυγιάς, ενώ η παρουσία τουρκικών στρατευµάτων στο βόρειο τµήµα του νησιού συνιστά µια πραγµατικότητα που η διεθνής κοινότητα φαίνεται να έχει συνηθίσει. Οι αποφάσεις του Οργανισµού Ηνωµένων Εθνών υπήρξαν διαχρονικά σαφείς. Η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δηµοκρατίας αναγνωρίζονται πλήρως, ενώ η µονοµερής ανακήρυξη του ψευδοκράτους έχει χαρακτηριστεί άκυρη και χωρίς διεθνή νοµιµοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, η εφαρµογή των αποφάσεων αυτών ουδέποτε συνοδεύτηκε από ουσιαστικούς µηχανισµούς πίεσης προς την Τουρκία. Οι καταδίκες έµειναν στα χαρτιά και οι εκκλήσεις για λύση επαναλαµβάνονται σχεδόν αυτούσιες εδώ και δεκαετίες, χωρίς να αλλάζει η πραγµατική εικόνα επί του εδάφους.
Το Κυπριακό δεν αποτελεί µόνο ένα διαχρονικό εθνικό ζήτηµα για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δηµοκρατία. Είναι µια διαρκής δοκιµασία αξιοπιστίας για τη διεθνή κοινότητα. Διότι κάθε φορά που γίνεται επίκληση του διεθνούς δικαίου, της προστασίας των συνόρων και του σεβασµού της εθνικής κυριαρχίας, η περίπτωση της Κύπρου επανέρχεται αµείλικτα στο προσκήνιο και υπενθυµίζει ότι οι ίδιες αρχές δεν εφαρµόζονται πάντοτε µε τον ίδιο τρόπο. Η σύγκριση µε την Ουκρανία προκύπτει σχεδόν αυτονόητα, ακόµη κι αν πρόκειται για δύο διαφορετικές ιστορικές, στρατιωτικές και γεωπολιτικές υποθέσεις. Κανείς δεν µπορεί να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα είναι ταυτόσηµα. Εκείνο όµως που δύσκολα µπορεί να αγνοηθεί είναι η διαφορετική ένταση µε την οποία αντέδρασαν η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωµένες Πολιτείες.
Δύο µέτρα και δύο σταθµά
Στην περίπτωση της Ουκρανίας, η Δύση κινητοποιήθηκε σχεδόν άµεσα. Επιβλήθηκαν πρωτοφανείς οικονοµικές κυρώσεις, ενεργοποιήθηκαν µηχανισµοί οικονοµικής και στρατιωτικής στήριξης, διαµορφώθηκε ένα ενιαίο διπλωµατικό µέτωπο και η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας αναδείχθηκε σε κορυφαία προτεραιότητα της ευρωπαϊκής και αµερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Αντίθετα, στην Κύπρο, παρά το γεγονός ότι πρόκειται σήµερα για κράτος-µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατοχή συνεχίζεται εδώ και περισσότερα από πενήντα χρόνια. Η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρή στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τµήµα του νησιού, ενώ κατά καιρούς προχωρά σε νέες κινήσεις που προκαλούν αντιδράσεις, χωρίς όµως να αντιµετωπίζει αντίστοιχες συνέπειες µε εκείνες που επιβλήθηκαν σε άλλες περιπτώσεις παραβίασης της εδαφικής ακεραιότητας κυρίαρχων κρατών.
Το εύλογο ερώτηµα που προκύπτει είναι αν το διεθνές δίκαιο αποτελεί έναν καθολικό κανόνα ή αν τελικά εφαρµόζεται επιλεκτικά, ανάλογα µε τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τη στρατηγική σηµασία κάθε χώρας. Η Τουρκία αποτελεί σηµαντικό µέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει κοµβική γεωγραφική θέση και διαδραµατίζει κρίσιµο ρόλο σε µια σειρά από περιφερειακές κρίσεις. Αναµφίβολα, όλα αυτά επηρεάζουν τις αποφάσεις των µεγάλων δυνάµεων. Ωστόσο, όταν οι γεωπολιτικές σκοπιµότητες υπερισχύουν της αρχής της ίσης εφαρµογής του διεθνούς δικαίου, δηµιουργείται αναπόφευκτα η εντύπωση ότι υπάρχουν διαφορετικά µέτρα και διαφορετικά σταθµά.
Υπό κατοχή
Ακόµη µεγαλύτερο προβληµατισµό προκαλεί η στάση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Κυπριακή Δηµοκρατία αποτελεί ευρωπαϊκό έδαφος από το 2004. Κι όµως, παραµένει µέχρι σήµερα το µοναδικό κράτος-µέλος της Ένωσης του οποίου µέρος της επικράτειας βρίσκεται υπό ξένη στρατιωτική κατοχή. Το γεγονός αυτό συνιστά µια ευρωπαϊκή αντίφαση που δύσκολα µπορεί να εξηγηθεί µε πειστικούς πολιτικούς όρους. Ασφαλώς, κανείς δεν υποστηρίζει ότι οι διεθνείς κρίσεις αντιµετωπίζονται µε τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κάθε περίπτωση διαθέτει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Όµως οι θεµελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου δεν µπορούν να αποκτούν διαφορετικό περιεχόµενο ανάλογα µε τον παραβάτη ή τις ισορροπίες της στιγµής. Διαφορετικά, η έννοια της διεθνούς νοµιµότητας αποδυναµώνεται και µετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής επιλογής.
Περισσότερο από µισό αιώνα µετά την εισβολή, το Κυπριακό εξακολουθεί να υπενθυµίζει ότι υπάρχουν ζητήµατα τα οποία η διεθνής κοινότητα δεν κατάφερε ποτέ να επιλύσει, όχι επειδή έλειψαν οι αποφάσεις ή τα ψηφίσµατα, αλλά επειδή δεν υπήρξε ποτέ η πολιτική βούληση να εφαρµοστούν στην πράξη. Και ίσως αυτή να είναι η µεγαλύτερη πληγή: όχι µόνο η ίδια η κατοχή, αλλά η αίσθηση ότι η δικαιοσύνη στις διεθνείς σχέσεις εξακολουθεί να εξαρτάται περισσότερο από τη γεωπολιτική ισχύ παρά από τις αρχές που όλοι επικαλούνται. Η Κύπρος δεν ζητά προνοµιακή µεταχείριση ούτε ιστορικές εκπτώσεις. Ζητά αυτό που κάθε δηµοκρατικό κράτος δικαιούται: τον σεβασµό της κυριαρχίας του, την εφαρµογή του διεθνούς δικαίου και µια λύση που θα τερµατίσει οριστικά µία από τις µακροβιότερες εκκρεµότητες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.
* Πολιτικός αναλυτής, Δηµοσιογράφος
Σχετικά Άρθρα
13/07/2026 - 20:28
13/07/2026 - 20:26
Δείτε επίσης