Η ευρωπαϊκή υποχωρητικότητα γίνεται το ισχυρότερο όπλο της Άγκυρας
Tου ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιµένει να παρουσιάζεται ως µια ισχυρή γεωπολιτική δύναµη µε κοινή εξωτερική πολιτική και ενιαία στρατηγική ασφάλειας. Κάθε φορά όµως που απέναντί της βρίσκεται η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι µεγαλόστοµες διακηρύξεις υποχωρούν µπροστά στον γνώριµο φόβο του πολιτικού κόστους και των γεωπολιτικών ισορροπιών. Το αποτέλεσµα είναι µια Ευρώπη που εµφανίζεται αυστηρή στα ανακοινωθέντα, αλλά ιδιαίτερα επιεικής στην πράξη. Η δηµόσια αντίδραση του Τούρκου προέδρου για τον αποκλεισµό της χώρας του από το ευρωπαϊκό πρόγραµµα SAFE δεν αποτελεί απλώς µια ακόµη διπλωµατική διαµαρτυρία. Αποτελεί µια ευθεία αµφισβήτηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής και ταυτόχρονα µια δοκιµασία αντοχής για τις Βρυξέλλες, οι οποίες καλούνται να αποδείξουν αν οι αποφάσεις τους έχουν πραγµατικό πολιτικό βάρος ή αν αποτελούν απλώς εργαλεία διαπραγµάτευσης.
Πρόγραµµα SAFE
Το πρόγραµµα SAFE σχεδιάστηκε ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποκτήσει µεγαλύτερη στρατηγική αυτονοµία, ενισχύοντας οικονοµικά και τεχνολογικά τις αµυντικές δυνατότητες των κρατών-µελών της. Η Τουρκία έµεινε εκτός του συγκεκριµένου σχεδιασµού, καθώς δεν αποτελεί κράτος-µέλος της Ένωσης και η πολιτική της τα τελευταία χρόνια βρίσκεται συχνά σε τροχιά σύγκρουσης µε τις ευρωπαϊκές επιλογές. Παρ’ όλα αυτά, η Άγκυρα δεν αντιµετωπίζει τον αποκλεισµό ως τετελεσµένο γεγονός. Αντίθετα, επιδιώκει να τον ανατρέψει, αξιοποιώντας το ειδικό γεωπολιτικό της βάρος, τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ και τη διαχρονική αδυναµία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διατηρήσει σταθερή στάση απέναντί της.
Σύνοδος ΝΑΤΟ
Δεν είναι η πρώτη φορά που η τουρκική ηγεσία χρησιµοποιεί ως διαπραγµατευτικό όπλο τη συµµετοχή της στη Βορειοατλαντική Συµµαχία. Η αµυντική βιοµηχανία της χώρας εξελίσσεται µε γρήγορους ρυθµούς, οι εξαγωγές στρατιωτικού εξοπλισµού αυξάνονται και η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως αναντικατάστατο κρίκο της δυτικής άµυνας. Η επικείµενη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα φιλοξενηθεί στην Τουρκία στις 7 και 8 Ιουλίου, αποτελεί ιδανική ευκαιρία για να ενισχύσει ακόµη περισσότερο αυτό το αφήγηµα, φιλοξενώντας παράλληλα φόρουµ αφιερωµένο στην αµυντική βιοµηχανία και παρουσιάζοντας τις νέες δυνατότητες της τουρκικής παραγωγής. Την ίδια ώρα, οι Βρυξέλλες µοιάζουν εγκλωβισµένες στη γνωστή πολιτική των δύο µέτρων και δύο σταθµών. Από τη µία πλευρά δηλώνουν ότι επιδιώκουν στρατηγική αυτονοµία και αυστηρή προστασία των ευρωπαϊκών συµφερόντων. Από την άλλη, αφήνουν διαρκώς ανοιχτό το ενδεχόµενο νέων συµβιβασµών κάθε φορά που η Άγκυρα ανεβάζει τους τόνους.
Αδυναµία και πιέσεις
Η εικόνα αυτή εκπέµπει αδυναµία. Και η αδυναµία στις διεθνείς σχέσεις σπάνια λειτουργεί αποτρεπτικά. Αντιθέτως, ενθαρρύνει ακόµη µεγαλύτερες πιέσεις. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αντιµετωπίζει την Τουρκία ως µια χώρα που είναι “πολύ σηµαντική για να αποµονωθεί” και “πολύ δύσκολη για να συγκρουστεί µαζί της”. Αυτή η αντίφαση αποτελεί διαχρονικά το ισχυρότερο διπλωµατικό όπλο της Άγκυρας. Η ίδια λογική αποτυπώνεται και στη συνολικότερη τουρκική εξωτερική πολιτική. Η κυβέρνηση Ερντογάν εξακολουθεί να προβάλλει τη χώρα ως γεωπολιτική γέφυρα ανάµεσα στην Ευρώπη, την Ασία, τα Βαλκάνια και την Αφρική, διεκδικώντας πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάθε µεγάλη διεθνή κρίση. Παράλληλα, επιχειρεί να εµφανιστεί ως δύναµη σταθερότητας στη Μέση Ανατολή, ενώ συνεχίζει να ασκεί ιδιαίτερα επιθετική ρητορική απέναντι στο Ισραήλ και να διεκδικεί αναβαθµισµένο περιφερειακό ρόλο.
Το παράδοξο είναι ότι, παρά τις συνεχείς εντάσεις, τις µονοµερείς ενέργειες, τις αµφισβητήσεις διεθνών συνθηκών και τις επαναλαµβανόµενες προκλήσεις απέναντι σε κράτη-µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ευρωπαϊκή πολιτική εξακολουθεί να αναζητά τρόπους συνεννόησης αντί να διαµορφώνει µια σταθερή και συνεπή στρατηγική. Έτσι, κάθε νέα τουρκική απαίτηση µετατρέπεται σε αντικείµενο διαπραγµάτευσης και κάθε ευρωπαϊκή «κόκκινη γραµµή» δείχνει να µετακινείται λίγο πιο πίσω. Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, µε τη συµµετοχή και του Ντόναλντ Τραµπ, αναµένεται να αποτελέσει ακόµη µία δοκιµασία για τη δυτική συνοχή. Όχι µόνο επειδή η Τουρκία θα επιχειρήσει να αναβαθµίσει περαιτέρω τον ρόλο της, αλλά κυρίως επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση θα κληθεί να αποδείξει αν διαθέτει πραγµατικά ενιαία στρατηγική ή αν θα συνεχίσει να ακολουθεί την πολιτική των συνεχών υποχωρήσεων.
Γιατί το ζήτηµα δεν είναι πλέον αν η Άγκυρα θα συνεχίσει να πιέζει. Αυτό αποτελεί σταθερά της τουρκικής διπλωµατίας εδώ και χρόνια. Το κρίσιµο ερώτηµα είναι αν η Ευρώπη θα πάψει να λειτουργεί φοβικά απέναντι στην Τουρκία και θα υπερασπιστεί έµπρακτα τις ίδιες τις αποφάσεις της ή αν θα επιβεβαιώσει, για ακόµη µία φορά, ότι η πολιτική της απέναντι στον Ερντογάν εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται περισσότερο από υποχωρητικότητα παρά από στρατηγική συνέπεια.
* Πολιτικός αναλυτής, Δηµοσιογράφος
Σχετικά Άρθρα
06/07/2026 - 16:24
06/07/2026 - 16:19
06/07/2026 - 16:16
Δείτε επίσης