Αντώνης Μυριαγκός: «Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να μπαίνουμε σε μια λήθη»

Ο Αντώνης Μυριαγκός μίλησε στο Harper’s Bazaar και στην Άρτεμη Θύμιου με αφορμή τη συμμετοχή του στη νέα σειρά του MEGA «Δύο μαύρα πουκάμισα». Με τη γνωστή του ηρεμία και καθαρότητα, στάθηκε όχι μόνο στη διαδρομή του από τα εικαστικά προς την υποκριτική, αλλά και σε κάτι βαθύτερο: στο πώς ο άνθρωπος ξεχνά, παρασύρεται, απομακρύνεται από τις αφετηρίες του. Και πώς η τέχνη, σε πείσμα αυτής της καθημερινής «λήθης», μπορεί να λειτουργήσει σαν επιστροφή—όχι ρομαντική ή νοσταλγική, αλλά απολύτως ουσιαστική.

Η συζήτηση άνοιξε γύρω από ένα ερώτημα που μοιάζει απλό, αλλά τελικά κουβαλά μεγάλη αλήθεια: ξεχνάμε τις αφετηρίες μας; Ο Αντώνης Μυριαγκός δεν το ωραιοποιεί. Παραδέχεται πως ναι, ξεχνάμε. Και ίσως δεν είναι καν προσωπικό μας ελάττωμα, αλλά μια ανθρώπινη συνήθεια: η τάση να μπαίνουμε σε μια λήθη, να ζούμε μέσα στις υποχρεώσεις, να τρέχουμε μπροστά χωρίς να κοιτάμε πίσω.

Αντώνης Μυριαγκός: «Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να μπαίνουμε σε μια λήθη»

«Νομίζω πως ναι», λέει, όταν ρωτήθηκε αν τελικά ξεχνάμε από πού ξεκινήσαμε. «Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να μπαίνουμε σε μια λήθη». Η φράση αυτή δεν ακούγεται σαν παράπονο, ούτε σαν κριτική. Ακούγεται σαν παρατήρηση. Σαν μια διαπίστωση για το πώς λειτουργεί η συνείδησή μας όταν η καθημερινότητα γεμίζει τον χώρο και τον χρόνο μας.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη λήθη, ο ίδιος περιγράφει μια ανάγκη που επιστρέφει ξανά και ξανά: την ανάγκη να γυρίζει πίσω. Όχι για να εξιδανικεύσει το παρελθόν, αλλά για να το διαβάσει με καινούργιο βλέμμα. «Πολλές φορές νιώθω την ανάγκη να επιστρέφω πίσω όχι από νοσταλγία, αλλά για να καταλάβω πώς συνδέεται αυτό που ζω σήμερα με όσα προηγήθηκαν», σημειώνει.

Είναι μια στάση ζωής που φωτίζει και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την καλλιτεχνική διαδικασία: η τέχνη δεν είναι διακοσμητική. Δεν είναι απλώς ένα «ωραίο» πράγμα που συμβαίνει. Είναι ένας μηχανισμός σύνδεσης. Ένα νήμα που ενώνει τις εμπειρίες, τις περιόδους, τις μετατοπίσεις του εαυτού.

Πώς η τέχνη «σταματά» τον χρόνο

Ο Αντώνης Μυριαγκός περιγράφει κάτι που όλοι έχουμε νιώσει, αλλά σπάνια το λέμε με λέξεις: ότι η τέχνη μπορεί να διακόψει τη ροή της ημέρας. Να σε βγάλει από τον αυτόματο πιλότο. Είτε βλέπεις μια ταινία, είτε διαβάζεις έναν στίχο, είτε ακούς μια μουσική, «ξαφνικά όλα σταματούν». Το βλέμμα σου συγκεντρώνεται. Η σκέψη σου μαζεύεται. Η στιγμή αποκτά βάρος.

Και αυτές οι «μικρές στιγμές», όπως τις αποκαλεί, είναι που έχουν δύναμη. Δεν είναι απαραίτητα θεαματικές ή μεγάλες. Είναι όμως καθαρές. «Συγκεντρώνεσαι στη στιγμή. Και αυτές οι μικρές στιγμές είναι που, τουλάχιστον εμένα, νιώθω ότι με κουρδίζουν ξανά», εξηγεί. Η φράση «με κουρδίζουν ξανά» αποτυπώνει ακριβώς τη λειτουργία της τέχνης ως επαναφοράς: σαν να ξαναβρίσκεις τον ρυθμό σου όταν όλα γύρω σου σε έχουν αποσυντονίσει.

Από τη Σχολή Καλών Τεχνών στο θέατρο

Η κουβέντα πήγε φυσικά και στις αφετηρίες του. Πριν από το θέατρο, υπήρξαν τα εικαστικά. Ο Αντώνης Μυριαγκός ξεκίνησε από τη ζωγραφική, πέρασε αρκετά χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών, και μέσα από εκεί διαμόρφωσε έναν τρόπο να σκέφτεται την τέχνη συνολικά.

Σήμερα, όπως λέει, δεν ζωγραφίζει πια. Η ζωγραφική δεν είναι πλέον ο καθημερινός του τρόπος έκφρασης. Στη θέση της ήρθε το θέατρο, που τελικά τον κέρδισε. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το εικαστικό υπόβαθρο χάθηκε ή ακυρώθηκε. Αντίθετα, φαίνεται να λειτουργεί σαν ένα θεμέλιο που συνεχίζει να στηρίζει τη σκέψη του—ακόμα κι αν το μέσο έχει αλλάξει.

«Αυτό που κράτησα, όμως, δεν ήταν μόνο μια δεξιότητα. Ήταν οι άνθρωποι, οι εμπειρίες και ένας τρόπος να σκέφτομαι την τέχνη», τονίζει. Είναι μια σημαντική διάκριση: άλλο το να μαθαίνεις τεχνική, άλλο το να αποκτάς ματιά. Η τέχνη δεν είναι μόνο το “πώς”· είναι και το “γιατί”.

Ταλέντο, τεχνική και το έργο που αποκτά ζωή

Στην ίδια γραμμή, ο Αντώνης Μυριαγκός βάζει στο τραπέζι κάτι που συχνά παρεξηγείται: τη διαφορά ανάμεσα στην κλίση και στο έργο. «Γιατί είναι άλλο να έχεις μια κλίση ή μια τεχνική και άλλο να μπορείς να παράγεις έργο», λέει. Πολλοί έχουν ταλέντο, αναγνωρίζει. Αλλά το έργο—το ουσιαστικό αποτέλεσμα της δημιουργίας—είναι κάτι πιο απαιτητικό, πιο ανεξάρτητο, σχεδόν αυτόνομο.

«Το έργο, όμως, είναι κάτι που αποκτά δική του ζωή. Περπατάει μόνο του». Εδώ κρύβεται μια ολόκληρη φιλοσοφία: όταν κάτι ολοκληρωθεί, όταν βγει προς τα έξω, παύει να ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που το έφτιαξε. Συναντά άλλες ματιές, άλλες εμπειρίες, άλλες αναγνώσεις. Και μέσα από αυτό το πέρασμα στους άλλους, αποκτά νέο νόημα.

Επιστροφή στις αφετηρίες χωρίς νοσταλγία

Η σκέψη του κλείνει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: στη λήθη και στην ανάγκη της επιστροφής. Η επιστροφή, όπως την περιγράφει ο Αντώνης Μυριαγκός, δεν είναι ένα ταξίδι προς κάτι «καλύτερο» επειδή είναι παλιό. Είναι ένα ταξίδι προς κάτι αληθινό, προς τη συνέχεια. Προς την κατανόηση του νήματος που ενώνει το τότε με το τώρα.

Κι αν «οι άνθρωποι έχουμε την τάση να μπαίνουμε σε μια λήθη», τότε ίσως η τέχνη είναι ένας από τους πιο αξιόπιστους τρόπους να βγαίνουμε από αυτήν—έστω για λίγο, έστω για μια στιγμή. Μια στιγμή που σταματά τον χρόνο, μας συγκεντρώνει και, όπως λέει ο ίδιος, μας «κουρδίζει ξανά».

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή