Σάββατο, 22 Αυγούστου 2026

Σε ισχύ οι δασμοί 50% από τον Τραμπ στον Καναδά – Αντεπίθεση Κάρνεϊ και στροφή σε νέες αγορές

Οι νέοι δασμοί 50% που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ σε επιλεγμένα καναδικά προϊόντα τέθηκαν σε ισχύ το Σάββατο, πυροδοτώντας νέα ένταση στις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ–Καναδά και επιταχύνοντας τη συζήτηση στην Οτάβα για το πόσο βιώσιμη είναι η διαχρονική εξάρτηση από την αμερικανική αγορά. Το μέτρο, που έρχεται μετά από άκαρπες διαπραγματεύσεις, λειτουργεί ως ακόμη ένα καμπανάκι για την καναδική οικονομία: η πρόσβαση στη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου παραμένει κρίσιμη, αλλά πλέον δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.

Στο επίκεντρο της αντίδρασης βρίσκεται ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος επιχειρεί να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία. Η στρατηγική του στηρίζεται σε τρεις άξονες: απάντηση με αντίμετρα ώστε να προστατευθούν εργαζόμενοι και επιχειρήσεις, στροφή σε νέες αγορές για να μειωθεί η μονομερής εξάρτηση, και ενίσχυση της εγχώριας οικονομίας μέσω επενδύσεων και άρσης εμποδίων στο εσωτερικό εμπόριο.

Ισχυρή εξάρτηση από τις ΗΠΑ και το βάρος των νέων δασμών 50%

Οι οικονομίες των δύο χωρών είναι βαθιά αλληλένδετες. Περίπου το 70% των καναδικών εξαγωγών κατευθύνεται προς τις ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά κάθε κλιμάκωση στους δασμούς άμεσα αισθητή σε κλάδους, θέσεις εργασίας και δημόσια έσοδα. Οι προηγούμενοι δασμοί του Τραμπ σε αυτοκίνητα, χάλυβα, αλουμίνιο και ξυλεία έχουν ήδη πιέσει την παραγωγή και τις εξαγωγές, συμβάλλοντας σε απώλειες θέσεων εργασίας και σε επιβράδυνση της ανάπτυξης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καναδάς εισήλθε φέτος σε τεχνική ύφεση, ύστερα από δύο συνεχόμενα τρίμηνα οικονομικής συρρίκνωσης.

Η νέα δέσμη δασμών 50% αφορά προϊόντα συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, δηλαδή περίπου το 5,5% των καναδικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ. Στη λίστα περιλαμβάνονται είδη που, σε πρώτη ανάγνωση, μοιάζουν ετερόκλητα: από μπαστούνια χόκεϊ έως τσιμέντο. Όμως η σημασία του μέτρου δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη αξία των εξαγωγών. Το μήνυμα είναι πολιτικό και στρατηγικό: η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ μπορεί να στοχεύσει στοχευμένα προϊόντα και κλάδους, δημιουργώντας αβεβαιότητα στην αλυσίδα εφοδιασμού και αναγκάζοντας τις καναδικές επιχειρήσεις να επανεξετάσουν επενδύσεις και συμβόλαια.

Ο Κάρνεϊ δήλωσε ότι ο Καναδάς θα απαντήσει με αντίστοιχους δασμούς, «δολάριο προς δολάριο», επιδιώκοντας να αποτρέψει περαιτέρω κλιμάκωση και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας. Το στοίχημα είναι διπλό: να δείξει αποφασιστικότητα χωρίς να προκαλέσει δυσανάλογο κόστος στους Καναδούς καταναλωτές και στις καναδικές βιομηχανίες που εξαρτώνται από εισαγόμενες ενδιάμεσες ύλες.

Πιέσεις στη συμφωνία USMCA και το νέο περιβάλλον αβεβαιότητας

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ότι οι δασμοί 50% αγγίζουν και προϊόντα που μέχρι σήμερα προστατεύονταν από τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΗΠΑ–Καναδά–Μεξικού (USMCA). Ο καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου Ρίτσαρντ Ουελέ του Πανεπιστημίου Laval του Κεμπέκ χαρακτήρισε την εξέλιξη ανησυχητική, υπογραμμίζοντας ότι η USMCA λειτουργούσε ως «ασπίδα» για το καναδικό εμπόριο. Η άρνηση του Τραμπ, την 1η Ιουλίου, να ανανεώσει τη συμφωνία με τους υφιστάμενους όρους, οδηγεί πλέον σε ετήσιες επανεξετάσεις, εισάγοντας ένα μόνιμο στοιχείο αβεβαιότητας για επιχειρήσεις που σχεδιάζουν σε βάθος χρόνου.

Παρά ταύτα, η Royal Bank of Canada εκτιμά ότι η συγκεκριμένη πρώτη δέσμη δασμών 50% δεν αναμένεται να πλήξει καθοριστικά τη συνολική ανάπτυξη, καθώς αφορά σχετικά περιορισμένο τμήμα του εμπορίου. Περίπου το 80% των καναδικών προϊόντων εξακολουθεί να εισέρχεται στις ΗΠΑ χωρίς δασμούς. Ωστόσο, ακόμη και αν οι μακροοικονομικοί δείκτες δεν καταγράψουν άμεση «βουτιά», το κλίμα αβεβαιότητας μπορεί να επηρεάσει επενδυτικές αποφάσεις, προσλήψεις και την εμπιστοσύνη της αγοράς.

Στροφή σε νέες αγορές: η στρατηγική Κάρνεϊ

Από την ανάληψη της πρωθυπουργίας τον Μάρτιο του 2025, ο Κάρνεϊ έχει θέσει ως κορυφαία προτεραιότητα τη διαφοροποίηση των εμπορικών σχέσεων του Καναδά. «Ο Καναδάς έχει αυτό που χρειάζεται ο κόσμος», τόνισε μετά το ναυάγιο των συνομιλιών με την Ουάσινγκτον, επιμένοντας ότι καμία χώρα δεν πρέπει να καθορίζει το μέλλον του Καναδά.

Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποίησε επισκέψεις στην Κίνα, την Ινδία και τη Σαουδική Αραβία, ενώ ενίσχυσε τις επαφές και με ευρωπαϊκές χώρες, αναζητώντας νέες εμπορικές συμφωνίες και πιο σταθερές γέφυρες συνεργασίας. Τον Ιανουάριο υπεγράφη προκαταρκτική συμφωνία με την Κίνα για την εισαγωγή ηλεκτρικών οχημάτων στον Καναδά, ενώ οι σχέσεις με την Ευρώπη απέκτησαν και αμυντική διάσταση, με την επιλογή του γερμανικού ομίλου TKMS για την κατασκευή του νέου στόλου υποβρυχίων.

Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι η προσπάθεια έχει αρχίσει να αποδίδει: σύμφωνα με το καναδικό υπουργείο Διεθνούς Εμπορίου, οι εξαγωγές προς αγορές εκτός ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 11% το 2025 και, σε κάποια στιγμή, έφτασαν στο 33% του συνόλου — το υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες. Η τάση αυτή δεν ακυρώνει τη σημασία των ΗΠΑ, αλλά μειώνει σταδιακά τον κίνδυνο να μετατραπεί μια εμπορική σύγκρουση σε γενικευμένο οικονομικό σοκ.

Ενίσχυση της εγχώριας οικονομίας και επενδύσεις-κλειδί

Παράλληλα με τη διεθνή διεύρυνση, η κυβέρνηση Κάρνεϊ προσπαθεί να «ξεμπλοκάρει» και την εσωτερική αγορά. Μία από τις πρώτες κινήσεις ήταν η θέσπιση ομοσπονδιακής νομοθεσίας για τη μείωση των εμποδίων στο διαεπαρχιακό εμπόριο, ένα πεδίο όπου επί χρόνια η πολυπλοκότητα των κανόνων περιόριζε την ανάπτυξη. Παρότι ορισμένες επαρχίες αντέδρασαν, οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η εγχώρια αγορά αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη δυναμική, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε περιόδους εξωτερικών κραδασμών όπως οι δασμοί 50%.

Ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε το Major Projects Office, με στόχο να επιταχύνει μεγάλες επενδύσεις και να περιορίσει τη γραφειοκρατία που καθυστερεί την έγκριση κρίσιμων έργων. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται επεκτάσεις των λιμανιών του Μόντρεαλ και του Βανκούβερ, νέα μεταλλεία για την αξιοποίηση κρίσιμων ορυκτών και στήριξη αγωγού πετρελαίου από την Αλμπέρτα προς τον Ειρηνικό. Συνολικά, η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει επενδύσεις περίπου 115 δισ. καναδικών δολαρίων σε υποδομές, καθώς και επιπλέον 82 δισ. δολάρια για την άμυνα τα επόμενα χρόνια, επιδιώκοντας να ενισχύσει την οικονομική και στρατηγική αυτονομία της χώρας.

Οι δασμοί 50% του Τραμπ μπορεί να αφορούν ένα συγκεκριμένο «πακέτο» προϊόντων, όμως η επίδρασή τους είναι ευρύτερη: αναδιαμορφώνουν προτεραιότητες, δοκιμάζουν θεσμικές συμφωνίες όπως η USMCA και ωθούν τον Καναδά να κινηθεί ταχύτερα προς μια πιο πολυδιάστατη εμπορική και παραγωγική στρατηγική. Καθώς η Οτάβα προχωρά σε αντίμετρα και ταυτόχρονα ανοίγει νέους εμπορικούς δρόμους, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να απορροφηθεί το σοκ των δασμών 50%, αλλά να μειωθεί μόνιμα η ευαλωτότητα της χώρας απέναντι σε μελλοντικές εμπορικές πιέσεις. Πηγή: AFP

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή