Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2026

Η ΝΕΑ ΣΥµΦΩΝΙΑ ΣΑΟΥΔΙΚΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ – ΤΟΥΡΚΙΑΣ – ΠΑΚΙΣΤΑΝ – Ελλάδα και Κύπρος χρειάζονται στρατηγικό βάθος, όχι κατευνασµό

Πολλοί πιθανολογούν ότι η σηµασία της συµφωνίας βρίσκεται πρωτίστως στη ρήτρα συλλογικής άµυνας. Λάθος, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο. Τα εµπλεκόµενα κράτη δεν διαθέτουν κοινά επιχειρησιακά πρότυπα, θεσµοθετηµένη στρατιωτική διαλειτουργικότητα δυνάµεων ή την πολυετή δοµή διοίκησης, σχεδιασµού και κοινής αµυντικής κουλτούρας µιας πραγµατικής συµµαχίας

Tου Δρ. ΜΑΡΙΟΥ Π. ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΥ *

 

Η συµφωνία µεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν δεν αποτελεί ακόµη µία συνηθισµένη περιφερειακή πρωτοβουλία. Αποτελεί ένδειξη µιας προσπάθειας βαθύτερης αναδιάταξης του συστήµατος ασφάλειας και, µεταξύ άλλων, της ευρύτερης πολιτικής της Τουρκίας στην Αραβική Χερσόνησο, στην Αφρική και στο πλαίσιο της αντίληψης της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Πολλοί πιθανολογούν ότι η σηµασία της συµφωνίας βρίσκεται πρωτίστως στη ρήτρα συλλογικής άµυνας. Λάθος, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο. Τα εµπλεκόµενα κράτη δεν διαθέτουν κοινά επιχειρησιακά πρότυπα, θεσµοθετηµένη στρατιωτική διαλειτουργικότητα δυνάµεων ή την πολυετή δοµή διοίκησης, σχεδιασµού και κοινής αµυντικής κουλτούρας µιας πραγµατικής συµµαχίας. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπεται ότι η Σαουδική Αραβία δεν έχει, ούτε φαίνεται να επιδιώκει, µε την Τουρκία το είδος της σχέσης που έχει αναπτύξει το Κατάρ µε την Άγκυρα.

Ωστόσο, η πολιτική επικοινωνία εξελίσσεται. Σύµφωνα µε δηµόσιες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, η λογική που προβάλλεται είναι ότι επίθεση εναντίον ενός κράτους αντιµετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων. Η σύγκριση µε τη λογική του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ έχει πολιτική και επικοινωνιακή βαρύτητα, χωρίς αυτό να δηµιουργεί αντίστοιχη επιχειρησιακή πραγµατικότητα.

Οι µηχανισµοί συνεργασίας που συζητούνται έχουν έναν βαθµό στρατηγικής σοβαρότητας. Προς το παρόν, όµως, παραµένουν περισσότερο πολιτικοί και επικοινωνιακοί παρά επιχειρησιακοί. Το πραγµατικό βάρος τους θα κριθεί από το εάν οι διακηρύξεις µετατραπούν σε κοινό σχεδιασµό, διαλειτουργικότητα, στρατιωτικές δοµές, βιοµηχανική συνεργασία και πραγµατική δυνατότητα συλλογικής δράσης.

Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δηµοκρατία, η σωστή ανάγνωση είναι διαφορετική και στρατηγικά σοβαρότερη. Η Τουρκία οικοδοµεί συστηµατικά στρατηγικό βάθος. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι δικές τους συνεργασίες θα αποκτήσουν αντίστοιχα βάθος, διάρκεια, θεσµούς και πραγµατικές δυνατότητες.

Οφείλουµε να κινηθούµε άµεσα. Πολιτικές κατευνασµού και αντιµετώπισης των εξελίξεων «µετά εορτής» δεν βοηθούν. Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν να βρίσκονται µπροστά από τις εξελίξεις: προληπτικές στον σχεδιασµό και αποτρεπτικές εκεί όπου απαιτείται. Η στρατηγική δεν µπορεί να αρχίζει όταν η πρόκληση έχει ήδη δηµιουργηθεί.

Η Άγκυρα δεν αντιµετωπίζει πλέον την εξωτερική πολιτική αποκλειστικά µέσα από διµερείς σχέσεις. Επιδιώκει να συνδέσει διπλωµατία, αµυντική βιοµηχανία, στρατιωτική συνεργασία, εµπόριο, ενέργεια, τεχνολογία και επικοινωνιακή επιρροή.

Από τις καλές σχέσεις στις σχέσεις µε ρίζες

Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν σηµαντικές συνεργασίες. Δεν αρκούν. Χρειαζόµαστε στρατηγικές σχέσεις µε ρίζες: θεσµικά, επιχειρησιακά, οικονοµικά και κοινωνικά εδραιωµένες.

Χρειάζεται µόνιµη δοµή στρατιωτικού και στρατηγικού διαλόγου και πραγµατική διαλειτουργικότητα δυνάµεων. Χρειάζονται κοινή έρευνα και ανάπτυξη κοινής βιοµηχανίας, τεχνητή νοηµοσύνη, κρατικά και ιδιωτικά έργα υποδοµών, ηλεκτρονικός πόλεµος, θαλάσσια πολιτική άµυνας, κοινή επιτήρηση, τεχνολογίες διαστήµατος και προστασία κρίσιµων υποδοµών. Παράλληλα χρειάζονται διαθρησκευτικός και διαπολιτισµικός διάλογος, κοινά πολιτιστικά δρώµενα, επιστηµονικές συνεργασίες και πανεπιστηµιακά δίκτυα.

Το ίδιο πρέπει να επιδιώξουµε µε την Αίγυπτο, όπου ακόµη δεν έχουµε φθάσει στο απαιτούµενο επίπεδο στρατηγικού βάθους. Με τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα πρέπει πλέον να περάσουµε από τη στρατηγική συνεργασία σε ουσιαστικότερη πολιτική συµµαχία. Απαιτείται αναβάθµιση των σχέσεων µε την Ιορδανία και οικοδόµηση πραγµατικών στρατηγικών σχέσεων µε το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν.

Όλα πρέπει να λειτουργούν εκ του συνόλου, σε διµερές και πολυµερές επίπεδο, µε συγκεκριµένα χρονοδιαγράµµατα, πρακτικές δεσµεύσεις και µετρήσιµα αποτελέσµατα. Ειδικά µε το Ισραήλ απαιτείται περαιτέρω αναβάθµιση της ήδη αναπτυγµένης στρατηγικής σχέσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.

Από Πρόκληση σε Στρατηγική Επιλογή

Η νέα συµφωνία δεν σηµαίνει ότι Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να αντιµετωπίσουν τη Σαουδική Αραβία ανταγωνιστικά. Το αντίθετο. Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να επιδιώξουν βαθύτερες σχέσεις µε το Ριάντ.

Χρειάζονται Ελλαδικές και Κυπριακές πρωτοβουλίες στην ενέργεια, στις επενδύσεις, στη ναυτιλία, στους λιµένες, στην τεχνολογία, στην άµυνα, στις υποδοµές και στην εκπαίδευση. Δεν αρκεί µία επίσκεψη ή µία συµφωνία. Χρειάζονται σχέσεις µε ρίζες µεταξύ κρατών, επιχειρήσεων, πανεπιστηµίων, αµυντικών βιοµηχανιών, ερευνητικών κέντρων και επενδυτικών φορέων.

Αντίστοιχη στρατηγική απαιτείται προς την Ινδία. Η ενίσχυση της τουρκοπακιστανικής σχέσης δηµιουργεί µεγαλύτερο χώρο για Ελλάδα και Κύπρο να επενδύσουν στρατηγικά στη σχέση τους µε το Νέο Δελχί.

Στρατηγική επικοινωνία, ισχύς και αποτροπή

Η στρατηγική επικοινωνία αποτελεί µέρος της εθνικής ισχύος. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να εξηγούν όχι µόνο τι ζητούν, αλλά και τι προσφέρουν: σταθερότητα, διεθνές δίκαιο, κυριαρχία, ασφάλεια θαλάσσιων οδών, ενεργειακή ασφάλεια και αξιόπιστη ευρωπαϊκή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Άλλο όµως διάλογος και άλλο κατευνασµός. Οι ανοικτοί δίαυλοι µε την Τουρκία είναι απαραίτητοι. Η αντίληψη όµως ότι τα «ήρεµα νερά» θα µεταβάλουν από µόνα τους τις στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας δεν αποτελεί στρατηγική. Ο διάλογος χρειάζεται ισχύ πίσω του. Και ισχύς δεν είναι µόνο τα οπλικά συστήµατα. Είναι οικονοµία, τεχνολογία, βιοµηχανία, πληροφορία, ενέργεια, υποδοµές, συµµαχίες και πολιτική αξιοπιστία.

Το ζητούµενο είναι η ανάπτυξη ενός δικτύου σταθερών συµµαχικών και στρατηγικών συµφωνιών και πρακτικών, µε συγκεκριµένα χρονοδιαγράµµατα, µε εταίρους που έχουν συµφέρον από µια ισχυρή Ελλάδα και Κύπρο. Να επενδύσουν στην Ελλάδα και την Κύπρο ως την αξιόπιστη ευρωπαϊκή επιλογή και ως κέντρο διαµεσολάβησης, διαλόγου και διαπραγµάτευσης.

Σταθερότητα, ασφάλεια και ανάπτυξη στην Ανατολική Μεσόγειο µπορούν να διασφαλιστούν µέσα από τέτοιες πρακτικές και συµµαχίες. Με συνεχή πολιτική ζύµωση, θεσµική συνέχεια και πρακτική πολιτική συµµετοχή.

Δεν αρκεί πλέον να αντιδρούµε στις εξελίξεις. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να αποκτήσουν στρατηγικό βάθος, να δηµιουργούν τις δικές τους επιλογές και να συµµετέχουν ενεργά στη διαµόρφωση των περιφερειακών εξελίξεων.

* Διευθυντής, Strategy International (SI), Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή