Η ξηρασία απειλεί τη γεωργία της Ευρώπης και τις τιμές των τροφίμων
Η παρατεταμένη ξηρασία και οι επαναλαμβανόμενοι καύσωνες που πλήττουν μεγάλο μέρος της Ευρώπης δεν αποτελούν πλέον απλώς ένα «δύσκολο καλοκαίρι» για τους παραγωγούς. Μετατρέπονται σε άμεση οικονομική απειλή για τον αγροτικό τομέα και, κατ’ επέκταση, για τις τιμές που βλέπουν οι καταναλωτές στο ράφι. Η ξηρασία πιέζει τις αποδόσεις των καλλιεργειών, αυξάνει το κόστος παραγωγής και εντείνει τις ανησυχίες ότι τους επόμενους μήνες τα τρόφιμα θα ακριβύνουν — όχι μόνο σε μία κατηγορία, αλλά σε μια σειρά βασικών προϊόντων, από τα δημητριακά μέχρι τη ζάχαρη και τα φυτικά έλαια.
Το ζήτημα είναι βαθύτερο από τη φετινή σοδειά. Τα τελευταία χρόνια, η ξηρασία και η έλλειψη νερού εμφανίζονται συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση, περιορίζοντας συστηματικά την παραγωγή. Παράλληλα, οι αγρότες αναγκάζονται να αυξάνουν τις δαπάνες τους για άρδευση, ζωοτροφές και άλλες εισροές, σε μια περίοδο που η ενέργεια και τα μεταφορικά παραμένουν ακριβά. Σε ορισμένες περιοχές, η ζημιά γίνεται τόσο σοβαρή ώστε οι παραγωγοί προχωρούν σε πρόωρη συγκομιδή για να «σώσουν ό,τι σώζεται», ενώ σε κτηνοτροφικές ζώνες καταγράφονται ακόμη και περιπτώσεις πρόωρης σφαγής ζώων, επειδή το κόστος διατροφής τους εκτοξεύεται και οι διαθέσιμες ζωοτροφές μειώνονται.
Η ξηρασία μειώνει την ευρωπαϊκή παραγωγή σιτηρών
Οι επιπτώσεις της ξηρασίας αποτυπώνονται ήδη στις προβλέψεις για τη συγκομιδή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που έχουν αναφερθεί σε διεθνή ρεπορτάζ, η COCERAL —η ευρωπαϊκή ένωση εμπόρων και επεξεργαστών αγροτικών προϊόντων— έχει αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψή της για τη συνολική παραγωγή σιτηρών στην Ευρώπη μετά το κύμα ακραίων θερμοκρασιών. Η νέα εκτίμηση εμφανίζεται περίπου 9 εκατ. τόνους χαμηλότερη σε σχέση με την προηγούμενη πρόβλεψη, δείχνοντας πόσο γρήγορα μπορεί να ανατραπεί η εικόνα μέσα σε λίγες εβδομάδες έντονης ζέστης και περιορισμένων βροχοπτώσεων.
Το πλήγμα αποδίδεται, σε μεγάλο βαθμό, στις απώλειες που προκάλεσε ο Ιούνιος σε κρίσιμες φάσεις ανάπτυξης των καλλιεργειών. Η Γαλλία βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες που δέχονται ισχυρές πιέσεις, με το καλαμπόκι να αναμένεται να υποχωρήσει αισθητά. Σε άλλες περιοχές της κεντρικής Ευρώπης, όπως η Αυστρία, η AgrarMarkt Austria έχει προειδοποιήσει για σημαντική πτώση στη φετινή συγκομιδή σιτηρών, σε επίπεδα που προσεγγίζουν το 19%. Αυτές οι μειώσεις δεν αφορούν μόνο τον όγκο παραγωγής: συχνά επηρεάζουν και την ποιότητα, κάτι που μπορεί να συμπιέσει ακόμη περισσότερο τη διαθέσιμη ποσότητα κατάλληλη για τρόφιμα, ζωοτροφές ή βιομηχανική χρήση.
Πώς η ξηρασία περνά στις αγορές εμπορευμάτων
Όταν η προσφορά περιορίζεται, οι αγορές αντιδρούν γρήγορα. Η ξηρασία, μειώνοντας τις αναμενόμενες ποσότητες, τροφοδοτεί ανοδικές κινήσεις στις τιμές των αγροτικών εμπορευμάτων και αυξάνει τη μεταβλητότητα. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί οι τιμές που διαμορφώνονται στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων λειτουργούν ως «πυξίδα» για τις αλυσίδες τροφίμων: από τους μύλους και τις βιομηχανίες τροφίμων μέχρι τα σούπερ μάρκετ.
Ενδεικτικά, ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO ανήλθε τον Ιούλιο στις 131,1 μονάδες, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2023. Την ίδια στιγμή, οι τιμές των δημητριακών αυξήθηκαν κατά 3,4% σε μηνιαία βάση, με το σιτάρι να καταγράφει άνοδο 5,8%. Κι εδώ φαίνεται η «αλυσίδα» της ξηρασίας: λιγότερο σιτάρι και καλαμπόκι σημαίνει ακριβότερο αλεύρι, ακριβότερες ζωοτροφές, υψηλότερο κόστος για κρέας, γαλακτοκομικά και αυγά.
Οι αυξήσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στα σιτηρά. Η ζάχαρη ενισχύθηκε κατά 5,6% τον Ιούλιο, ενώ οι τιμές των φυτικών ελαίων αυξήθηκαν κατά 2%. Και όλα αυτά σε μια περίοδο όπου η αγορά επηρεάζεται επίσης από γεωπολιτικές εντάσεις, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Με απλά λόγια, η ξηρασία λειτουργεί ως επιταχυντής σε ένα ήδη πιεσμένο περιβάλλον.
Από την ξηρασία στον «κλιματικό πληθωρισμό» τροφίμων
Για την ευρωπαϊκή οικονομία, η κατάσταση ανοίγει έναν νέο κύκλο ανησυχίας. Από τη μία πλευρά, η παραγωγή μειώνεται και η προσφορά συρρικνώνεται. Από την άλλη, οι παραγωγοί καλούνται να πληρώσουν περισσότερα για να κρατήσουν τις καλλιέργειες και τα κοπάδια τους «ζωντανά»: περισσότερη άρδευση, ακριβότερη ενέργεια, μεγαλύτερες ανάγκες για ζωοτροφές, συχνά και αυξημένα κόστη ασφάλισης ή προστασίας από ακραία φαινόμενα. Το αποτέλεσμα είναι ένα φαινόμενο που όλο και συχνότερα περιγράφεται ως «κλιματικός πληθωρισμός», δηλαδή η μετακύλιση μέρους του αυξημένου κόστους και της έλλειψης στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα στην Ευρώπη εντείνουν τις ανησυχίες για τις τιμές των τροφίμων, ειδικά όταν συνδυάζονται με παγκόσμιους κλιματικούς παράγοντες όπως το El Niño. Αυτός ο συνδυασμός μπορεί να αυξήσει την πίεση σε πολλές αγορές ταυτόχρονα, περιορίζοντας τα περιθώρια «αντιστάθμισης» μέσω εισαγωγών ή εναλλακτικών προμηθευτών.
Τελικά, η ξηρασία δεν είναι ένα μεμονωμένο αγροτικό πρόβλημα. Είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει την παραγωγή, τις αγορές εμπορευμάτων, τη βιομηχανία τροφίμων και τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Όσο οι περίοδοι ανομβρίας και οι καύσωνες γίνονται πιο συχνοί, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να δούμε νέες αναταράξεις στις τιμές βασικών αγαθών. Και αυτό σημαίνει ότι η ξηρασία, πέρα από την οικολογική της διάσταση, εξελίσσεται σε έναν από τους πιο καθοριστικούς οικονομικούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή γεωργία και για το κόστος διατροφής των πολιτών τους επόμενους μήνες.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης