Η επόµενη ηµέρα των εκλογών δεν θα κριθεί στις κάλπες αλλά πριν από αυτές
Παρά τη φθορά που καταγράφεται, παρά τα σκάνδαλα, τις υποκλοπές, την τραγωδία των Τεµπών, την ακρίβεια και τη συνεχή υποβάθµιση του κοινωνικού κράτους, η κυβέρνηση εξακολουθεί να εµφανίζεται ως ο βασικός διεκδικητής της εξουσίας. Όχι λόγω της δικής της ισχύος, αλλά εξαιτίας της αδυναµίας της αντιπολίτευσης να πείσει ότι υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης
Tου ΧΑΡΗ ΤΣΙΟΚΑ *
Η χώρα έχει εισέλθει σε µια παρατεταµένη προεκλογική περίοδο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να κρατά στα χέρια του την πρωτοβουλία των κινήσεων, επιλέγοντας τον χρόνο των εκλογών µε βάση τις πολιτικές σκοπιµότητες της Νέας Δηµοκρατίας και όχι τις ανάγκες της κοινωνίας. Παρά τη φθορά που καταγράφεται, παρά τα σκάνδαλα, τις υποκλοπές, την τραγωδία των Τεµπών, την ακρίβεια και τη συνεχή υποβάθµιση του κοινωνικού κράτους, η κυβέρνηση εξακολουθεί να εµφανίζεται ως ο βασικός διεκδικητής της εξουσίας. Όχι λόγω της δικής της ισχύος, αλλά εξαιτίας της αδυναµίας της αντιπολίτευσης να πείσει ότι υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Το πρόβληµα δεν βρίσκεται µόνο στους εκλογικούς συσχετισµούς. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι µεγάλα τµήµατα της κοινωνίας παρακολουθούν µε απογοήτευση µια πόλωση µεταξύ κοµµάτων που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικά, χωρίς να διακρίνουν µια σοβαρή προσπάθεια συγκρότησης κυβερνητικής προοπτικής. Αντί να συζητούν για το πώς θα αλλάξει η χώρα, συχνά µοιάζουν να συζητούν για το ποιος θα καταλάβει τη δεύτερη θέση.
Αυτή η εικόνα δεν αποδυναµώνει µόνο την αντιπολίτευση. Λειτουργεί ως πολιτικό οξυγόνο για τη Νέα Δηµοκρατία.
Σενάρια
Την ίδια στιγµή, στο πολιτικό παρασκήνιο διαµορφώνονται νέα σενάρια. Η παρέµβαση του Αντώνη Σαµαρά και κύκλων που κινούνται γύρω από αυτόν δεν αφορά µια διαφορετική πολιτική κατεύθυνση για τη χώρα. Αφορά τη διαµόρφωση όρων ανασύνθεσης του ίδιου πολιτικού µπλοκ εξουσίας. Το πραγµατικό διακύβευµα για αυτούς τους κύκλους δεν είναι η ανατροπή των εφαρµοζόµενων πολιτικών αλλά η διατήρησή τους µε διαφορετικούς συσχετισµούς και διαφορετική ηγεσία.
Με απλά λόγια, αναζητείται µια λύση που θα διασφαλίζει τη συνέχεια της ίδιας στρατηγικής, ακόµη και αν χρειαστεί να αλλάξουν πρόσωπα ή να οικοδοµηθούν νέες κοινοβουλευτικές συνθέσεις. Η λογική είναι γνωστή: όχι αλλαγή πολιτικής, αλλά καλύτερη διαχείριση της ίδιας πολιτικής. Πρόκειται για µια συνταγή που έχει δοκιµαστεί πολλές φορές και έχει αποτύχει άλλες τόσες.
Ωστόσο, οι επόµενες εκλογές δεν θα κριθούν αποκλειστικά από τα ποσοστά των κοµµάτων. Θα κριθούν από τη συµµετοχή των πολιτών.

Η αποχή
Η αποχή εξελίσσεται στον µεγαλύτερο σύµµαχο του σηµερινού συστήµατος εξουσίας. Όσο περισσότεροι πολίτες θεωρούν ότι «όλοι είναι ίδιοι», τόσο ευκολότερα αναπαράγεται ο υφιστάµενος συσχετισµός. Οι προηγούµενες εκλογικές αναµετρήσεις απέδειξαν ότι η απογοήτευση και η αποστασιοποίηση ευνόησαν πρωτίστως τη Νέα Δηµοκρατία.
Εάν η συµµετοχή κινηθεί ξανά στα επίπεδα των ευρωεκλογών, η Νέα Δηµοκρατία θα διατηρήσει σηµαντικές πιθανότητες είτε να εξασφαλίσει αυτοδυναµία είτε να αποτελέσει τον κυρίαρχο πόλο µιας µελλοντικής κυβερνητικής λύσης. Και αυτό µπορεί να συµβεί είτε µε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην ηγεσία είτε χωρίς αυτόν.
Γι’ αυτό η συζήτηση για τις πολιτικές συνεργασίες δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτηµα. Αποτελεί προϋπόθεση για να κινητοποιηθούν κοινωνικές δυνάµεις που σήµερα παραµένουν παθητικές ή αποστασιοποιηµένες.
Οι πολίτες δεν θα επιστρέψουν στις κάλπες επειδή θα ακούσουν πιο επιθετικές κοµµατικές ανακοινώσεις. Θα επιστρέψουν µόνο αν πεισθούν ότι υπάρχει πραγµατική δυνατότητα πολιτικής αλλαγής.
Πολιτικές προτάσεις
Αυτό σηµαίνει ότι ο ανταγωνισµός στον προοδευτικό χώρο πρέπει να µεταφερθεί από τα πρόσωπα και τους µηχανισµούς στις πολιτικές προτάσεις. Να ανοίξει µια ουσιαστική συζήτηση για το παραγωγικό µοντέλο της χώρας, για την ανασυγκρότηση της βιοµηχανίας και του πρωτογενούς τοµέα, για την ενεργειακή πολιτική, για τη δηµόσια υγεία και παιδεία, για το στεγαστικό πρόβληµα, για τη δηµογραφική κατάρρευση και την εγκατάλειψη της περιφέρειας.
Η Ελλάδα δεν µπορεί να πορεύεται ως µια οικονοµία υπηρεσιών χαµηλής προστιθέµενης αξίας, µε εισαγόµενα προϊόντα, ακριβή ενέργεια και µισθούς που δεν επαρκούν για την κάλυψη βασικών αναγκών. Η χώρα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό σχέδιο που θα αξιοποιεί τις τεχνολογικές εξελίξεις, θα στηρίζει την εγχώρια παραγωγή και θα δηµιουργεί θέσεις εργασίας µε προοπτική.
Ταυτόχρονα χρειάζεται µια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που θα ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας ως παράγοντα σταθερότητας, συνεργασίας και ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή, αντί να την εγκλωβίζει σε µονοδιάστατες εξαρτήσεις.
Το παρελθόν µπορεί να προσφέρει χρήσιµα διδάγµατα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, παρά τις σφοδρές πολιτικές συγκρούσεις της εποχής του, δεν εγκλωβίστηκε σε έναν εµφύλιο µε τις υπόλοιπες δυνάµεις του προοδευτικού χώρου. Επέµεινε στον βασικό πολιτικό αντίπαλο και άφηνε τελικά τον λαό να κρίνει τις διαφορετικές προτάσεις. Σήµερα ορισµένοι φαίνεται να έχουν αντιστρέψει αυτή τη λογική.
Η επόµενη µέρα
Η επόµενη ηµέρα των εκλογών απαιτεί κυβερνητική λύση. Όχι όµως οποιαδήποτε λύση. Η χώρα δεν έχει ανάγκη από κυβερνήσεις ειδικού σκοπού, µεταβατικά σχήµατα ή παραλλαγές του ίδιου πολιτικού µοντέλου µε διαφορετικές ετικέτες. Έχει ανάγκη από µια προγραµµατική πλειοψηφία που θα εκφράζει την κοινωνική απαίτηση για αλλαγή πολιτικής και θα τοποθετεί τη Νέα Δηµοκρατία στη θέση της αντιπολίτευσης.
Ασφαλώς, τα εκλογικά ποσοστά θα καθορίσουν τους τελικούς συσχετισµούς.
Όµως η λογική σύµφωνα µε την οποία κάθε κόµµα θα αρκεστεί στον ρόλο που θα του αναθέσει η κάλπη, χωρίς να αναλαµβάνει ευθύνες για τη διαµόρφωση εναλλακτικής λύσης, αποτελεί το καλύτερο δώρο προς τα κατεστηµένα οικονοµικά και πολιτικά κέντρα.
Η ελληνική κοινωνία έχει ήδη αλλάξει. Νέες ανάγκες, νέες κοινωνικές διαστρωµατώσεις και νέες παραγωγικές προκλήσεις απαιτούν διαφορετικές απαντήσεις.
Τα κόµµατα οφείλουν να συνοµιλήσουν µε αυτές τις διεργασίες και όχι να αναλώνονται σε µεταγραφές πολιτευτών, επικοινωνιακά τεχνάσµατα και µηχανισµούς εσωκοµµατικού ελέγχου.
Η εποχή των εύκολων αυτοδυναµιών φθάνει στο τέλος της. Η εποχή των συνεργασιών βρίσκεται ήδη µπροστά µας. Το ερώτηµα δεν είναι αν θα υπάρξουν συνεργασίες. Το ερώτηµα είναι αν αυτές θα οικοδοµηθούν πάνω στις κοινωνικές ανάγκες ή πάνω στις ανάγκες αναπαραγωγής της εξουσίας.
Αν οι προοδευτικές δυνάµεις αποτύχουν να διαµορφώσουν ένα στοιχειώδες κοινό πλαίσιο πολιτικών στόχων και θεσµικών αλλαγών, τότε θα φέρουν και την ευθύνη για την πολιτική εξέλιξη που θα ακολουθήσει. Γιατί η δηµοκρατία πράγµατι δεν έχει αδιέξοδα. Οι πολιτικές ηγεσίες, όµως, µπορούν να δηµιουργήσουν αδιέξοδα όταν αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της κοινωνίας και στις απαιτήσεις της ιστορικής στιγµής.
* π. Βουλευτής
Σχετικά Άρθρα
27/07/2026 - 20:16
27/07/2026 - 20:14
Δείτε επίσης