Μητσοτάκης: Εκλογές το 2027 – Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι ο Σαμαράς θα κάνει κόμμα, ζημιώνοντας την παράταξη που του έδωσε δεύτερη ευκαιρία
«Οι εκλογές, κ. Χατζηνικολάου, θα γίνουν την άνοιξη του 2027», δήλωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεκαθαρίζοντας τον χρονικό ορίζοντα της κάλπης και, την ίδια στιγμή, απαντώντας στο ενδεχόμενο πολιτικών ανακατατάξεων εντός της κεντροδεξιάς, τόνισε: «Δεν μπορώ να διανοηθώ, λοιπόν, ότι τελικά ο άνθρωπος αυτός θα κάνει κάτι το οποίο θα ζημιώσει την παράταξη που του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και που τον έκανε Πρωθυπουργό. Δεν πιστεύω ότι θα γίνει αυτό. Αυτή είναι η άποψη μου. Εύχομαι να μην διαψευστώ».
Στη συνέντευξή του στον ΑΝΤ1 και την εκπομπή «Ενώπιος Ενωπίω» με τον Νίκο Χατζηνικολάου, ο κ. Μητσοτάκης επανήλθε ειδικότερα στη σχέση του με τον Αντώνη Σαμαρά, επιχειρώντας να χαμηλώσει τους τόνους απέναντι σε ένα σενάριο δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα. Είπε ότι ο κ. Σαμαράς «είναι ένας άνθρωπος ο οποίος προέρχεται από την παράταξη», ότι «τον ξαναγκάλιασε η παράταξη κάποια στιγμή, του έδωσε την ευκαιρία, έγινε Πρωθυπουργός» και τον χαρακτήρισε «καλό Πρωθυπουργό», προσθέτοντας πως δεν προτίθεται να αλλάξει την άποψή του, καθώς υπήρξε υπουργός του.
Στο ίδιο πλαίσιο, ερωτηθείς για τη δημόσια κριτική των δύο πρώην πρωθυπουργών της Νέας Δημοκρατίας, Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, ο πρωθυπουργός επέλεξε τη γραμμή της θεσμικής απόστασης, λέγοντας ότι θεωρεί «άδικη» την κριτική τους «στο συγκεκριμένο θέμα», ότι την τεκμηρίωσε με «μια σειρά από πρωτοβουλίες» που έχει αναλάβει η κυβέρνηση, ενώ πρόσθεσε ότι «σέβομαι και τους δύο πρώην Πρωθυπουργούς, εκλεγμένους με τη Νέα Δημοκρατία» και «δεν θέλω να πω κάτι περισσότερο».
Στο πεδίο των εκλογών και του κυβερνητικού ορίζοντα, ο κ. Μητσοτάκης απέκλεισε σενάρια αιφνιδιασμού, δίνοντας ως σταθερό σημείο αναφοράς την άνοιξη του 2027. Σε άλλο σημείο, εξήγησε ότι, αν ήθελε να εξαντλήσει τα συνταγματικά όρια, «θα μπορούσαμε να κάνουμε εκλογές τον Ιούλιο ή και τον Αύγουστο του 2027», όμως «οι εκλογές πρέπει να γίνουν προφανώς νωρίτερα» καθώς «την 1η Ιουλίου» η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε., γεγονός που –όπως είπε– απαιτεί προετοιμασία και κυβερνητική συνέχεια.
Για το ενδεχόμενο συνεργασιών, ο πρωθυπουργός επέμεινε στον στόχο της αυτοδυναμίας, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι «σέβομαι τη λαϊκή ετυμηγορία». Όπως είπε, «ο στόχος μου είναι τη Δευτέρα, όχι την Κυριακή, τη Δευτέρα η χώρα να έχει κυβέρνηση», σημειώνοντας ότι «κυρίαρχος είναι ο ελληνικός λαός».
Στο μέτωπο των σκανδάλων και του κράτους δικαίου –με τον δημοσιογράφο να θέτει στο τραπέζι ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη και υποκλοπές, καθώς και το ερώτημα περί «συγκάλυψης» και ποινικών ευθυνών– ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να απαντήσει πρώτα με το γενικό πλαίσιο, παραπέμποντας στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου, λέγοντας ότι η Ελλάδα «κάνει σημαντική πρόοδο από χρονιά σε χρονιά» και ότι λαμβάνει «πολύ σοβαρά τις συστάσεις». Ανέφερε ως παράδειγμα τον τρόπο επιλογής ηγεσιών της Δικαιοσύνης, σημειώνοντας ότι μέχρι τη συνταγματική αναθεώρηση ψηφίστηκε ρύθμιση ώστε «οι ίδιοι οι δικαστές… ψηφίζουν» ποιοι θεωρούν ότι πρέπει να προεδρεύουν των ανώτατων δικαστηρίων.
Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο πρωθυπουργός στάθηκε στην κοινοβουλευτική διαδικασία και στη στάση της κυβέρνησης απέναντι σε αιτήματα άρσης ασυλίας, λέγοντας: «Ζητήθηκε η άρση ασυλίας 13 βουλευτών μας. Αμέσως είπα “ναι”». Πρόσθεσε ότι δύο υποθέσεις «ήδη μπήκαν στο αρχείο», ενώ αναφέρθηκε σε πόρισμα που –όπως είπε– ζήτησε η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, το «πόρισμα Τυχεροπούλου», υποστηρίζοντας πως κατέληγε ότι «η ζημιά δεν ήταν 1,5 εκατομμύριο, ήταν 110.000 με 120.000» και θέτοντας το ερώτημα γιατί αυτά «δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν πριν αποσταλούν οι υποθέσεις στη Βουλή».
Για τα Τέμπη, ο κ. Μητσοτάκης διαχώρισε –όπως είπε– το «πώς έγινε το δυστύχημα» από το «τι έγινε μετά το δυστύχημα» και επιτέθηκε στη συζήτηση περί «ξυλολίου», λέγοντας ότι «στα Τέμπη χτίστηκε ένας μεγάλος αστικός μύθος, ένα τεράστιο ψέμα» και ότι «δεν υπήρχε κανένα ξυλόλιο», άρα «δεν υπήρχε κανένα κίνητρο να συγκαλυφθεί οτιδήποτε». Στο ίδιο κεφάλαιο, απαντώντας στην κριτική περί «προστασίας» πολιτικών προσώπων, σημείωσε ότι είναι «πρώτη φορά» που κυβερνητική πλειοψηφία στέλνει υπουργούς της στο Δικαστικό Συμβούλιο, «για αυτό το οποίο η Βουλή έκρινε ότι έπρεπε να εξεταστεί».
Στο οικονομικό σκέλος, ο πρωθυπουργός έθεσε ως βασική αιτία της πρόσφατης ανόδου του πληθωρισμού τα καύσιμα και τη διεθνή αναταραχή, ενώ αναγνώρισε ότι «η συσσωρευμένη ακρίβεια μετά την πανδημία» πιέζει νοικοκυριά, ειδικά όσους βρίσκονται στο ενοίκιο. Στην αντιπαράθεση για φόρους, ΦΠΑ και ειδικό φόρο κατανάλωσης, είπε ότι η Ελλάδα «ιστορικά έχει φόρους υψηλότερους στα καύσιμα», ενώ για τις προτάσεις μείωσης φόρων υποστήριξε ότι το δημοσιονομικό κενό «θα ξεπερνά το 1 δισεκατομμύριο» και ζήτησε να διευκρινιστεί «ποιον άλλον φόρο πρέπει να αυξήσω για να το βρω». Για τον ΦΠΑ ειδικότερα, δήλωσε ότι «είναι λάθος μέτρο», επικαλούμενος ότι χώρες που το δοκίμασαν «το πήραν πίσω», ενώ ισχυρίστηκε ότι «η μείωση του ΦΠΑ χάνεται στην εφοδιαστική αλυσίδα».
Ο κ. Μητσοτάκης παρέθεσε παρεμβάσεις ενίσχυσης εισοδήματος και στήριξης, αναφέροντας τη φορολογική μεταρρύθμιση, τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού («πια είναι στα 920 ευρώ»), καθώς και «έκτακτες ενισχύσεις 800 εκατομμυρίων» από το πλεόνασμα του 2025, όπως fuel pass, χρηματοδότηση του ντίζελ στην αντλία, «150 ευρώ επίδομα για κάθε παιδί» και αύξηση της μόνιμης στήριξης των συνταξιούχων. Ταυτόχρονα, υπερασπίστηκε τη δημοσιονομική στρατηγική, λέγοντας ότι «χρειαζόμαστε πλεονάσματα για να μειώσουμε το χρέος» και παρουσιάζοντας ως «εθνική επιτυχία» τη «μείωση του χρέους κατά 60 ποσοστιαίες μονάδες», τονίζοντας ότι δεν πρόκειται να «θέσει σε αμφισβήτηση τη δημοσιονομική σταθερότητα».
Κλείνοντας το οικονομικό πλαίσιο, ο πρωθυπουργός προανήγγειλε ότι η κυβέρνηση επεξεργάζεται τις παρεμβάσεις για τη ΔΕΘ, σημειώνοντας ότι «δεν ξέρουμε ακόμα πόσο χώρο θα έχουμε στη διάθεσή μας» και ότι αυτό θα προσδιοριστεί «σε περίπου έναν με δύο μήνες». Στο ενδεχόμενο επαναφοράς 13ου μισθού, είπε ότι «αυτό δεν νομίζω ότι είναι αυτή τη στιγμή στους σκοπούς μας».
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης