Η Δυτική Μακεδονία στο σκοτάδι της «πράσινης µετάβασης»

Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *

 

Για δεκαετίες ο ΑΗΣ Αγίου Δηµητρίου δεν ήταν απλώς ένας ακόµη σταθµός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ήταν η καρδιά του ελληνικού ενεργειακού συστήµατος, η «ναυαρχίδα» της ΔΕΗ, το σύµβολο της βιοµηχανικής ισχύος της χώρας και ο βασικός αιµοδότης της Δυτικής Μακεδονίας. Από το 1984, όταν τέθηκε σε λειτουργία η πρώτη µονάδα, µέχρι και την εγκατάσταση της πέµπτης µονάδας το 1997, ο σταθµός αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας, προσφέροντας πάνω από 1.500 MW ισχύος και καλύπτοντας για χρόνια µεγάλο µέρος των ενεργειακών αναγκών της Ελλάδας.

Ο ΑΗΣ Αγίου Δηµητρίου, όπως και συνολικά το λιγνιτικό τόξο της Κοζάνης και της Πτολεµαΐδας, δεν παρήγαγε µόνο ρεύµα. Παρήγαγε εργασία, οικονοµική δραστηριότητα, κοινωνική συνοχή και αναπτυξιακή προοπτική. Χιλιάδες οικογένειες έζησαν από τη ΔΕΗ, τα ορυχεία, τις εργολαβίες και τις παράπλευρες επαγγελµατικές δραστηριότητες που δηµιουργήθηκαν γύρω από τη λιγνιτική παραγωγή. Από το 1993 µάλιστα, ο σταθµός συνδέθηκε άµεσα και µε την τηλεθέρµανση της Κοζάνης, εξασφαλίζοντας φθηνή θέρµανση σε χιλιάδες νοικοκυριά και µετατρέποντας την ενέργεια σε στοιχείο κοινωνικής πολιτικής.

 

Με συνοπτικές διαδικασίες

Κι όµως, µέσα σε λίγα χρόνια, όλο αυτό το παραγωγικό οικοδόµηµα αποφασίστηκε να διαλυθεί µε συνοπτικές διαδικασίες, στο όνοµα µιας βεβιασµένης και ιδεοληπτικής «πράσινης µετάβασης». Το 2019, από το βήµα του ΟΗΕ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε την ταχεία απολιγνιτοποίηση της χώρας, δεσµευόµενος ουσιαστικά για το κλείσιµο των λιγνιτικών µονάδων πολύ νωρίτερα από τον ευρωπαϊκό µέσο όρο. Ήταν µια απόφαση που παρουσιάστηκε ως “εκσυγχρονισµός”, στην πραγµατικότητα όµως αποτέλεσε πολιτική επιλογή χωρίς σοβαρό εθνικό σχέδιο, χωρίς επαρκή εναλλακτική για την παραγωγή ενέργειας και χωρίς καµία πραγµατική µέριµνα για τις τοπικές κοινωνίες.

Η Ελλάδα έσπευσε να εµφανιστεί «βασιλικότερη του βασιλέως» στην εφαρµογή της πράσινης ατζέντας, την ώρα που οι µεγάλες ευρωπαϊκές δυνάµεις ακολουθούν εντελώς διαφορετική πορεία. Η Γερµανία, η χώρα που επί χρόνια εµφανιζόταν ως πρωτοπόρος της πράσινης ανάπτυξης, όχι µόνο παρατείνει τη χρήση λιγνίτη και άνθρακα µετά το 2030, αλλά επανενεργοποίησε µονάδες εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης και της ανάγκης ενεργειακής ασφάλειας. Η Πολωνία εξακολουθεί να στηρίζει µεγάλο µέρος της ηλεκτροπαραγωγής της στον άνθρακα και αρνείται να εγκαταλείψει βίαια την εγχώρια ενεργειακή της βάση.

 

Εύθραυστη η ενεργειακή επάρκεια

Ακόµη και η Γαλλία, µε το τεράστιο πυρηνικό της δίκτυο, επανεξετάζει την ενεργειακή της στρατηγική υπό το βάρος των διεθνών εξελίξεων και της ανάγκης αυτάρκειας.

Κι όµως, η Ελλάδα, µια χώρα χωρίς πυρηνική ενέργεια, χωρίς ισχυρή βαριά βιοµηχανία παραγωγής ενεργειακού εξοπλισµού και µε τεράστια εξάρτηση από εισαγόµενο φυσικό αέριο, αποφάσισε να αποδοµήσει το µοναδικό καύσιµο που διέθετε σε αφθονία: τον λιγνίτη.

Το αποτέλεσµα είναι ήδη ορατό. Η ενεργειακή επάρκεια της χώρας γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη. Η Ελλάδα εξαρτάται πλέον σε µεγάλο βαθµό από το εισαγόµενο φυσικό αέριο και τις διακυµάνσεις των διεθνών αγορών. Οι λογαριασµοί ρεύµατος εκτοξεύθηκαν τα τελευταία χρόνια, ενώ η χώρα βρέθηκε εκτεθειµένη σε κάθε διεθνή κρίση, από τον πόλεµο στην Ουκρανία µέχρι τις γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή.

Η ενεργειακή αυτονοµία εγκαταλείφθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, λες και η ηλεκτρική ενέργεια είναι ζήτηµα επικοινωνίας και όχι εθνικής ασφάλειας.

Την ίδια στιγµή, η Δυτική Μακεδονία βιώνει µια πρωτοφανή οικονοµική και κοινωνική κατάρρευση. Θέσεις εργασίας χάνονται καθηµερινά. Νέοι άνθρωποι εγκαταλείπουν την περιοχή αναζητώντας µέλλον αλλού. Επιχειρήσεις που στηρίζονταν άµεσα ή έµµεσα στη λιγνιτική δραστηριότητα κλείνουν η µία µετά την άλλη. Η ανεργία αυξάνεται, η τοπική αγορά στενάζει και ολόκληρες πόλεις οδηγούνται σε µαρασµό.

Οι υποσχέσεις περί «δίκαιης µετάβασης» αποδεικνύονται κενές λέξεις.

Τα περιβόητα επενδυτικά σχέδια δεν κατάφεραν να αντικαταστήσουν ούτε στο ελάχιστο τις χιλιάδες καλά αµειβόµενες θέσεις εργασίας της ΔΕΗ και των ορυχείων. Αντί για παραγωγική ανασυγκρότηση, η περιοχή βλέπει φωτοβολταϊκά πάρκα που απαιτούν ελάχιστο προσωπικό και δεν δηµιουργούν πραγµατική τοπική οικονοµία. Η «πράσινη ανάπτυξη» παρουσιάστηκε ως σωτηρία, αλλά για πολλούς κατοίκους της Κοζάνης και της Πτολεµαΐδας µεταφράζεται σε φτώχεια, αβεβαιότητα και εγκατάλειψη.

Κανείς δεν αρνείται την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος ή τη σταδιακή µετάβαση σε καθαρότερες µορφές ενέργειας. Όµως άλλο πράγµα η οργανωµένη µετάβαση µε εθνικό σχεδιασµό και άλλο η βίαιη αποβιοµηχάνιση µιας ολόκληρης περιφέρειας για λόγους πολιτικής βιτρίνας. Η Ελλάδα δεν µπορεί να λειτουργεί ως πειραµατόζωο ενεργειακών επιλογών που ούτε οι ισχυρότερες ευρωπαϊκές οικονοµίες δεν εφαρµόζουν µε τέτοια ταχύτητα.

Ο ΑΗΣ Αγίου Δηµητρίου υπήρξε σύµβολο παραγωγής, ανάπτυξης και ενεργειακής ισχύος. Το κλείσιµο του λιγνίτη χωρίς σοβαρό σχέδιο δεν σηµατοδοτεί πρόοδο. Σηµατοδοτεί την απώλεια της ενεργειακής ανεξαρτησίας της χώρας και την οικονοµική ερηµοποίηση της Δυτικής Μακεδονίας. Και αυτή η επιλογή θα βαραίνει πολιτικά όσους την επέβαλαν, πολύ περισσότερο όταν η ίδια η Ευρώπη αρχίζει πλέον να αναγνωρίζει ότι χωρίς ενεργειακή αυτάρκεια δεν υπάρχει ούτε οικονοµική σταθερότητα ούτε εθνική κυριαρχία.

* Πολιτικός αναλυτής

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή