Βάσω Πουρίδου: Η παιδική ηλικία ως μνήμη, κίνηση και αποκάλυψη. Η καταξιωμένη ζωγράφος ανοίγει αύριο το εργαστήριο της στο κοινό, που θα έχει τη χαρά να απολαύσει μια αντισυμβατική έκθεση.
Του
Σταύρου Ξηντάρα
Στις 23 και 24 Μαΐου, η ζωγράφος Βάσω Πουρίδου ανοίγει το εργαστήριό της στο κοινό, προσκαλώντας τους επισκέπτες σε μια εμπειρία που υπερβαίνει τα όρια μιας συμβατικής έκθεσης. Το Open Studio (Τριπόλεως 28-Αθήνα) δεν αποτελεί απλώς μια παρουσίαση ολοκληρωμένων έργων· είναι μια σπάνια ευκαιρία γνωριμίας με τον ίδιο τον χώρο της δημιουργίας, με τα ίχνη της καθημερινής εργασίας, τις δοκιμές, τις αμφιβολίες και τις μικρές αποκαλύψεις που γεννούν τη ζωγραφική πράξη.

Η ζωγραφική της Πουρίδου περιστρέφεται εδώ και χρόνια γύρω από τον άνθρωπο. Το πρόσωπο, η έκφραση, η χειρονομία και η σωματική παρουσία αποτελούν τον βασικό πυρήνα της εικαστικής της αναζήτησης. Ωστόσο, στα έργα που παρουσιάζονται στο Open Studio, το ενδιαφέρον της στρέφεται ιδιαίτερα προς την παιδική ηλικία. Όχι ως μια εξιδανικευμένη ή νοσταλγική αναφορά, αλλά ως έναν αυτόνομο ψυχικό κόσμο γεμάτο εντάσεις, ανακαλύψεις, φόβους, παιχνίδι, ελευθερία και διαρκή μεταμόρφωση.

Τα παιδιά που εμφανίζονται στους πίνακές της δεν ποζάρουν. Δεν αποτελούν συμβολικές φιγούρες ούτε αφηρημένες αλληγορίες της αθωότητας. Βρίσκονται σε κίνηση. Τρέχουν, στρέφονται, ισορροπούν, παίζουν, κοιτούν, ονειρεύονται. Η καλλιτέχνιδα φαίνεται να συλλαμβάνει εκείνη τη φευγαλέα στιγμή όπου η κίνηση μετατρέπεται σε συναίσθημα και το σώμα γίνεται φορέας μιας εσωτερικής κατάστασης.

Στα έργα της συναντά κανείς μια ιδιότυπη συνάντηση ρεαλισμού και μνήμης. Οι μορφές αναγνωρίζονται άμεσα, όμως δεν περιγράφονται φωτογραφικά. Οι πινελιές παραμένουν εμφανείς, ζωντανές και χειρονομιακές. Το βλέμμα του θεατή δεν εγκλωβίζεται στη λεπτομέρεια αλλά οδηγείται στην αίσθηση. Η ζωγραφική ύλη λειτουργεί ως γλώσσα συναισθημάτων. Ένα χαμόγελο, ένα λοξό βλέμμα, μια αδέξια κίνηση των χεριών, ένα παιδικό βήμα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα από την εκφραστική δύναμη της πινελιάς.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει το φως. Τα καθαρά χρώματα –το φωτεινό κίτρινο, το έντονο πράσινο, το ροζ και το γαλάζιο– δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που θυμίζει τις έντονες αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Δεν πρόκειται για φυσιοκρατική απόδοση του περιβάλλοντος αλλά για χρωματικά πεδία που λειτουργούν ψυχολογικά, σαν συναισθηματικοί τόποι μέσα στους οποίους κινούνται οι μορφές.
Εξίσου σημαντικό στοιχείο είναι η παρουσία των σκιών. Σε αρκετά έργα, η σκιά αποκτά σχεδόν ισότιμο ρόλο με τη μορφή που τη δημιουργεί. Ακολουθεί το παιδί, το συνοδεύει, το προεκτείνει ή το αμφισβητεί. Άλλοτε λειτουργεί ως ίχνος παρουσίας και άλλοτε ως υπαινιγμός ενός αόρατου ψυχικού τοπίου. Η σκιά μετατρέπεται σε δεύτερο πρόσωπο, σε μια εικαστική υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη ταυτότητα δεν εξαντλείται ποτέ στην εξωτερική της εικόνα.

Η επιλογή της παιδικής μορφής αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν ιδωθεί υπό το πρίσμα της ψυχολογίας. Όπως παρατηρεί η παιδοψυχαναλύτρια Μάγια Κορκοκίου, η καλλιτέχνιδα κατορθώνει να αφουγκραστεί το συναίσθημα των παιδιών και να προσεγγίσει την εύθραυστη περιοχή της παιδικής ψυχής. Μέσα από τις εκφράσεις, τα βλέμματα και τις στάσεις του σώματος αναδεικνύονται όχι μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των παιδιών αλλά και η εσωτερική τους πραγματικότητα. Η ζωγραφική λειτουργεί έτσι ως μέσο κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας με τρόπο που συχνά υπερβαίνει τις δυνατότητες της θεωρητικής περιγραφής.

Σε αυτό το σημείο η δουλειά της Πουρίδου συνομιλεί με μια μακρά παράδοση ανθρωποκεντρικής ζωγραφικής, χωρίς ωστόσο να εγκλωβίζεται σε ακαδημαϊκές συμβάσεις. Η καλλιτέχνιδα ενδιαφέρεται περισσότερο για το βίωμα παρά για την αναπαράσταση. Το ζητούμενο δεν είναι η ομοιότητα αλλά η παρουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις μορφές της μοιάζουν να αναδύονται από το ίδιο το χρώμα, σαν να σχηματίζονται μπροστά στα μάτια του θεατή τη στιγμή ακριβώς που τις παρατηρεί.
Η θεματική αυτή αποτελεί φυσική συνέχεια μιας μακρόχρονης ενασχόλησης της ζωγράφου με τον κόσμο των παιδιών και της εκπαίδευσης. Σε παλαιότερες ενότητες έργων της, όπως το «Τελευταίο Θρανίο», το σχολικό περιβάλλον λειτουργούσε ως τόπος παρατήρησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της συλλογικής εμπειρίας της μάθησης. Στη σημερινή της δουλειά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τον χώρο στο πρόσωπο και από την κοινωνική συνθήκη στο εσωτερικό βίωμα, χωρίς ποτέ να χάνεται η βαθιά ανθρωποκεντρική ματιά που χαρακτηρίζει συνολικά το έργο της.
Το Open Studio της Βάσως Πουρίδου δεν προσκαλεί απλώς τον θεατή να δει έργα ζωγραφικής. Τον καλεί να εισέλθει σε έναν κόσμο όπου η μνήμη, η παρατήρηση και το συναίσθημα συνυπάρχουν. Να σταθεί απέναντι σε πρόσωπα που μοιάζουν οικεία, να αναγνωρίσει δικές του εμπειρίες μέσα στις κινήσεις και τα βλέμματα των παιδιών και να θυμηθεί ότι η παιδική ηλικία δεν αποτελεί μόνο μια περίοδο της ζωής αλλά έναν τρόπο θέασης του κόσμου που συνεχίζει να μας συνοδεύει.
Σε μια εποχή όπου η εικόνα παράγεται και καταναλώνεται με πρωτοφανή ταχύτητα, η ζωγραφική της Πουρίδου επιμένει στη βραδύτητα της παρατήρησης. Επιμένει στη δύναμη του βλέμματος, στην ανθρώπινη παρουσία και στη δυνατότητα της τέχνης να αποκαλύπτει εκείνες τις λεπτές ψυχικές αποχρώσεις που συχνά περνούν απαρατήρητες στην καθημερινότητα.
Ίσως γι’ αυτό τα έργα της δεν μιλούν μόνο για τα παιδιά που απεικονίζουν. Μιλούν για όλους μας. Για τη μνήμη που κουβαλάμε, για τις σκιές που μας ακολουθούν και για τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να γίνουμε πραγματικά ορατοί.

Η Βάσω Πουρίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1975, αποφοίτησε με άριστα από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας στο εργαστήριο ζωγραφικής του Χρόνη Μπότσογλου, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας και γλυπτικής και συνέχισε τις σπουδές της στην Πολωνία μέσω του προγράμματος Erasmus. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, έχοντας παρουσιάσει το έργο της σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης