Αναθεώρηση µε νεοφιλελεύθερη σφραγίδα
Toυ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *
Η συζήτηση που άνοιξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τη συνταγµατική αναθεώρηση παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως µια ιστορική ευκαιρία θεσµικής ανανέωσης, ως µια τοµή που –υποτίθεται– θα θωρακίσει τη δηµοκρατία, θα ενισχύσει τη διαφάνεια και θα εκσυγχρονίσει το κράτος.
Πίσω όµως από το προσεκτικά δοµηµένο αφήγηµα περί «τολµηρών αλλαγών» και «υπερκοµµατικής συναίνεσης», διακρίνεται καθαρά ένας σκληρός νεοφιλελεύθερος πυρήνας, που επιδιώκει να µετατρέψει το Σύνταγµα από εγγύηση κοινωνικών δικαιωµάτων σε µηχανισµό µόνιµης πολιτικής δέσµευσης υπέρ συγκεκριµένων ιδεολογικών επιλογών.
Η επιλογή της συνταγµατικής αναθεώρησης ως οχήµατος για αυτές τις αλλαγές δεν είναι τυχαία. Αντί οι κυβερνητικές πολιτικές να κρίνονται στην πράξη, στην κοινωνία και στις εκλογές, επιχειρείται να «κλειδώσουν» στο ανώτατο θεσµικό επίπεδο, καθιστώντας τες δυσκολότερα αναστρέψιµες. Αυτό ακριβώς συνιστά τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης λογικής: να περιορίζεται ο δηµοκρατικός έλεγχος στο όνοµα της «σταθερότητας», να υποβαθµίζεται η πολιτική σύγκρουση ως αναχρονισµός και να παρουσιάζεται η αγορά ως φυσικός ρυθµιστής της κοινωνικής ζωής.
Ο Πρόεδρος…
Κοµβικό σηµείο της κυβερνητικής ρητορικής είναι ο θεσµός του Προέδρου της Δηµοκρατίας. Ο πρωθυπουργός µίλησε για ανάγκη ενίσχυσης της υπερκοµµατικότητας του θεσµού, για έναν Πρόεδρο που θα λειτουργεί ως σύµβολο ενότητας και θεσµικής ισορροπίας. Η πραγµατικότητα, ωστόσο, έρχεται να διαψεύσει πανηγυρικά αυτή τη ρητορική.
Η επιλογή και εκλογή του Κωνσταντίνου Τασούλα πραγµατοποιήθηκε αποκλειστικά µε τις ψήφους της κυβερνητικής πλειοψηφίας της Νέα Δηµοκρατία, χωρίς ουσιαστική διακοµµατική συναίνεση. Πρόκειται για την πιο καθαρή απόδειξη ότι, όταν η κυβέρνηση µιλά για «υπερκοµµατικότητα», εννοεί κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που αντιλαµβάνεται η κοινωνία: εννοεί την επιβολή της δικής της πολιτικής βούλησης ως θεσµικού κανόνα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση για µία και µοναδική εξαετή θητεία του Προέδρου της Δηµοκρατίας δεν αποτελεί εγγύηση αποκοµµατικοποίησης. Αντιθέτως, ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταστεί εργαλείο πλήρους ελέγχου του πολιτειακού θεσµού από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία, η οποία θα µπορεί να επιλέγει τον Πρόεδρο και να διαµορφώνει το θεσµικό τοπίο για µεγάλο χρονικό διάστηµα χωρίς πραγµατικά αντίβαρα. Η αντίφαση είναι κραυγαλέα: λόγια περί συναίνεσης, πράξεις µονοκοµµατικής επιβολής.
Ανάλογη ιδεολογική καθαρότητα εµφανίζει και η επιµονή στην αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ανώτατη εκπαίδευση. Η άρση της συνταγµατικής κατοχύρωσης του δηµόσιου χαρακτήρα των πανεπιστηµίων παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισµός» και «άνοιγµα στην κοινωνία». Στην ουσία, πρόκειται για µια στρατηγική ιδιωτικοποίησης της γνώσης.
Μονιµότητα…
Το πανεπιστήµιο παύει να αντιµετωπίζεται ως δηµόσιο αγαθό και µετατρέπεται σε πεδίο επενδυτικής δραστηριότητας.
Η εµπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι τέτοιες επιλογές οδηγούν σε βαθύτερες κοινωνικές ανισότητες, µε την πρόσβαση στη γνώση να εξαρτάται όλο και περισσότερο από την οικονοµική δυνατότητα και λιγότερο από τις ανάγκες και τις ικανότητες των φοιτητών.
Η ίδια λογική διαπερνά και τη συζήτηση για το άρθρο 103 και τη µονιµότητα των δηµοσίων υπαλλήλων. Η κυβέρνηση µιλά για «αξιολόγηση» και «αποτελεσµατικότητα», αποσιωπώντας όµως τον πραγµατικό ρόλο της µονιµότητας: την προστασία της διοίκησης από την κοµµατική χειραγώγηση. Η αποδυνάµωση αυτής της εγγύησης δεν οδηγεί σε καλύτερο κράτος, αλλά σε ένα κράτος πιο ευάλωτο στις πολιτικές πιέσεις και πιο πρόθυµο να λειτουργεί µε όρους αγοράς, όπου ο εργαζόµενος βρίσκεται διαρκώς υπό καθεστώς φόβου και επισφάλειας.
Ακόµη και οι προτάσεις που εµφανίζονται ως θεσµικά προοδευτικές, όπως οι αλλαγές στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ή η αναµόρφωση του πλαισίου για την ευθύνη υπουργών, δεν µπορούν να αποκοπούν από το συνολικό πολιτικό σχέδιο. Όταν µια κυβέρνηση επιδιώκει τη συρρίκνωση του δηµόσιου χώρου, την ιδιωτικοποίηση βασικών κοινωνικών λειτουργιών και την ενίσχυση της εκτελεστικής ισχύος, κάθε επιµέρους «βελτίωση» οφείλει να αντιµετωπίζεται µε καχυποψία.
Η εµπειρία έχει δείξει ότι οι θεσµικές αλλαγές, όταν δεν συνοδεύονται από πραγµατική δηµοκρατική βούληση, λειτουργούν περισσότερο ως άλλοθι παρά ως ουσιαστική µεταρρύθµιση.
Συναίνεση…
Η συνταγµατική αναθεώρηση, από τη φύση της, απαιτεί ευρύτατη κοινωνική και πολιτική συναίνεση. Δεν είναι εργαλείο κοµµατικής στρατηγικής ούτε µηχανισµός ιδεολογικής επιβολής. Όταν όµως χρησιµοποιείται για να κατοχυρώσει µια συγκεκριµένη νεοφιλελεύθερη ατζέντα, µετατρέπεται σε πεδίο σφοδρής πολιτικής σύγκρουσης. Και δικαίως. Διότι το ερώτηµα δεν είναι αν χρειάζονται αλλαγές στο Σύνταγµα, αλλά ποιες αλλαγές και προς όφελος ποιων.
Στην πραγµατικότητα, η εξαγγελθείσα αναθεώρηση δεν στοχεύει στην ενίσχυση της δηµοκρατίας, αλλά στη θωράκιση ενός µοντέλου διακυβέρνησης που αντιµετωπίζει το κράτος ως επιχείρηση, τα δικαιώµατα ως κόστος και τη συναίνεση ως επικοινωνιακό εργαλείο. Ο θεσµός του Προέδρου της Δηµοκρατίας, αντί να αναδεικνύεται σε σύµβολο ενότητας, χρησιµοποιείται για να καλύψει την αντίφαση ανάµεσα στη ρητορική περί υπερκοµµατικότητας και την πράξη της µονοκοµµατικής κυριαρχίας.
Απέναντι σε αυτή την προσπάθεια, η αντιπολιτευτική σκέψη δεν µπορεί να περιοριστεί σε επιµέρους ενστάσεις. Οφείλει να αναδείξει το συνολικό σχέδιο και να θέσει το πραγµατικό διακύβευµα: αν το Σύνταγµα θα συνεχίσει να αποτελεί θεµέλιο κοινωνικής προστασίας, δηµοκρατικού ελέγχου και θεσµικής ισορροπίας ή αν θα µετατραπεί σε µόνιµο εγχειρίδιο εφαρµογής ενός σκληρού νεοφιλελεύθερου δόγµατος.
Αυτός είναι ο πυρήνας της πολιτικής σύγκρουσης που ανοίγει σήµερα – και δεν αφορά µόνο τα κόµµατα, αλλά το ίδιο το µέλλον της δηµοκρατίας.
* Πολιτικός αναλυτής,
Δηµοσιογράφος
Σχετικά Άρθρα
09/02/2026 - 21:14
09/02/2026 - 21:10
09/02/2026 - 21:06
Δείτε επίσης