Από την εθνική οδό στο παραβάν: οι αγρότες γυρίζουν την πλάτη στη ΝΔ
Toυ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *
Τα τρακτέρ µπορεί να αποχώρησαν από τις εθνικές οδούς, όµως το αγροτικό µέτωπο δεν έκλεισε. Αντίθετα, µετατοπίστηκε. Από τα µπλόκα της ασφάλτου, στα µπλόκα της πολιτικής. Και το µήνυµα που εκπέµπεται από τον κόσµο της υπαίθρου είναι σαφές, ωµό και χωρίς περιστροφές: η σύγκρουση µε την κυβέρνηση δεν τελείωσε· απλώς αλλάζει µορφή και µεταφέρεται στις κάλπες.
Η υποχώρηση των αγροτικών κινητοποιήσεων από τους κεντρικούς οδικούς άξονες δεν ήταν ούτε ήττα ούτε αναδίπλωση. Ήταν µια αναγκαστική, αλλά συνειδητή επιλογή, υπό το βάρος της οικονοµικής εξάντλησης, της πίεσης του χρόνου και –κυρίως– της διαπίστωσης ότι η κυβέρνηση δεν είχε καµία πραγµατική πρόθεση να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις.
Γιατί πίσω από τις εικόνες των µπλόκων, πίσω από τη σκόνη των τρακτέρ και την ένταση των ηµερών, κρύβεται µια βαθιά, διαρθρωτική κρίση: το αγροτικό εισόδηµα καταρρέει, το κόστος παραγωγής παραµένει δυσθεώρητο, οι επιδοτήσεις καθυστερούν ή περικόπτονται, ενώ η κυβερνητική «στήριξη» εξαντλείται σε αποσπασµατικά µέτρα και επικοινωνιακές εξαγγελίες. Η πραγµατικότητα στην ύπαιθρο δεν βελτιώνεται. Αντίθετα, σκληραίνει.
Αδιαφορία
Η κυβέρνηση της Νέας Δηµοκρατίας επέλεξε εξαρχής να αντιµετωπίσει τις κινητοποιήσεις είτε µε αδιαφορία είτε µε απαξίωση. Στην καλύτερη περίπτωση, µε ηµίµετρα που δεν αγγίζουν τον πυρήνα του προβλήµατος. Στη χειρότερη, µε το γνώριµο εργαλείο του κοινωνικού αυτοµατισµού, επιχειρώντας να στρέψει την κοινωνία απέναντι στους αγρότες, παρουσιάζοντάς τους ως υπερβολικούς, απαιτητικούς ή «βολεµένους».
Το αφήγηµα αυτό, ωστόσο, δεν έπεισε. Γιατί η ελληνική κοινωνία γνωρίζει –και βιώνει– ότι η ακρίβεια στο ράφι ξεκινά από την ακρίβεια στο χωράφι. Όταν ο παραγωγός πιέζεται ασφυκτικά, το κόστος µετακυλίεται παντού. Και όταν η κυβέρνηση επιλέγει να προστατεύει συστηµατικά τους µεγάλους παίκτες της αγοράς, αφήνοντας εκτεθειµένο τον µικροµεσαίο αγρότη, τότε το πρόβληµα δεν είναι συντεχνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η αποχώρηση των µπλόκων, λοιπόν, δεν σηµατοδοτεί λήξη του αγώνα. Σηµατοδοτεί µετάβαση σε άλλες µορφές πίεσης: τοπικές κινητοποιήσεις, παρεµβάσεις σε δηµόσιες εκδηλώσεις, συντονισµένες δράσεις σε περιφερειακό επίπεδο και –κυρίως– πολιτική καταγραφή της δυσαρέσκειας. Οι αγρότες µιλούν πλέον ανοιχτά για έναν «λογαριασµό» που θα κλείσει στις εκλογές.
Και αυτό είναι που ανησυχεί πραγµατικά το Μέγαρο Μαξίµου.
Ευθύνες
Διότι η ύπαιθρος δεν ξεχνά εύκολα. Οι αγρότες έχουν µνήµη, εµπειρία και πολιτικό κριτήριο που δεν διαµορφώνεται από δελτία Τύπου. Θυµούνται ποιος υποσχέθηκε, ποιος καθυστέρησε, ποιος µετέθεσε τις ευθύνες στην Ευρώπη και ποιος κρύφτηκε πίσω από τεχνικές λεπτοµέρειες. Θυµούνται επίσης ότι, την ώρα που ζητούσαν ουσιαστική στήριξη, είδαν αδιαφάνεια, σκάνδαλα και άνιση κατανοµή πόρων.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επένδυσε πολιτικά στην εικόνα της «σταθερότητας», αδιαφορώντας για το γεγονός ότι αυτή η σταθερότητα οικοδοµείται πάνω σε κοινωνικές ρωγµές. Και η αγροτική Ελλάδα αποτελεί σήµερα µία από τις πιο βαθιές και πιο επικίνδυνες.
Η αλήθεια είναι απλή και δεν κρύβεται πίσω από αριθµούς: η σηµερινή πολιτική για τον πρωτογενή τοµέα δεν έχει στρατηγική. Δεν έχει µακροπρόθεσµο σχέδιο. Δεν έχει όραµα για βιώσιµη αγροτική παραγωγή.
Έχει µόνο διαχείριση κρίσεων, µετακύλιση ευθυνών και επικοινωνιακή άµυνα. Και αυτό δεν αρκεί όταν ο παραγωγός βλέπει το χωράφι του να µετατρέπεται σε ζηµιογόνα επιχείρηση και το µέλλον του παιδιού του να βρίσκεται µακριά από τη γη.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις αγροτικές περιοχές καταγράφεται έντονη αποσυσπείρωση, πολιτική αµφισβήτηση και αναζήτηση εναλλακτικής εκπροσώπησης. Η ψήφος διαµαρτυρίας δεν είναι πλέον θεωρητικό ενδεχόµενο. Είναι υπαρκτή δυναµική. Και όσο η κυβέρνηση επιµένει να µην ακούει, τόσο αυτή η δυναµική θα παγιώνεται.
Τα µπλόκα µπορεί να άνοιξαν. Το ρήγµα, όµως, παραµένει. Και αυτό το ρήγµα δεν κλείνει µε δηλώσεις ούτε µε επικοινωνιακές περιοδείες. Κλείνει µόνο µε πολιτικές αποφάσεις που δεν ελήφθησαν ποτέ.
Γι’ αυτό και οι αγρότες δηλώνουν πλέον καθαρά: το επόµενο ραντεβού δεν θα δοθεί στην εθνική οδό. Θα δοθεί στο παραβάν. Εκεί όπου η ανοχή µετατρέπεται σε κρίση και η αγανάκτηση σε πολιτική επιλογή.
Και τότε, η κυβέρνηση δεν θα µπορεί να επικαλεστεί ούτε την «ταλαιπωρία των πολιτών» ούτε την ανάγκη της «κανονικότητας».
Θα βρεθεί αντιµέτωπη µε το πιο σιωπηλό αλλά και το πιο αµείλικτο µπλόκο: αυτό της λαϊκής ετυµηγορίας.
* Πολιτικός αναλυτής,
Δηµοσιογράφος
Σχετικά Άρθρα
02/02/2026 - 21:40
02/02/2026 - 21:36
Δείτε επίσης