Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2026

CMV 2026: Η Αθήνα φιλοξενεί το κορυφαίο διεθνές συνέδριο για τον κυτταρομεγαλοϊό στο Μέγαρο Μουσικής

 

Συχνός αλλά συχνά άγνωστος στο ευρύ κοινό, ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνος για τις εγκύους, τα έμβρυα και τους ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Οι κίνδυνοι της συγγενούς λοίμωξης, οι πιθανές μακροχρόνιες επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών, αλλά και οι σοβαρές επιπλοκές σε μεταμοσχευμένους ασθενείς αναδεικνύουν την ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση, πρόληψη και αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση.

Οι τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις γύρω από τον CMV βρέθηκαν στο επίκεντρο του 19ου International CMV Workshop & ECCI 2026, που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, συγκεντρώνοντας στην Αθήνα περισσότερους από 300 επιστήμονες από 30 χώρες. Διακεκριμένοι Έλληνες και ξένοι ειδικοί παρουσίασαν τα νεότερα δεδομένα για την έγκαιρη ανίχνευση, την πρόληψη και τις σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις απέναντι σε έναν ιό που, παρά την ευρεία διάδοσή του, εξακολουθεί να υποτιμάται.

Σε μια περίοδο -τη μετά COVID εποχή- που οι ιοί όλων των ειδών αποτελούν τους μεγάλους …πρωταγωνιστές της Ιατρικής επιστήμης, ένας αρκετά συνηθισμένος και ιδιαίτερα σημαντικός ιός εξακολουθεί να παραμένει στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού για τους περισσότερους από εμάς. Πρόκειται για τον κυτταρομεγαλοιό, (CMV), ο οποίος μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τις εγκύους και τους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. 

Όλες οι νεότερες εξελίξεις στην έρευνα γύρω από τη διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση του κυτταρομεγαλοιού, αποτελούν το αντικείμενο του 19ου International CMV Workshop & ECCI 2026, οι εργασίες του οποίου ξεκίνησαν την Κυριακή 1 Νοεμβρίου στην Αθήνα (Μέγαρο Μουσικής) και ολοκληρώνονται την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου.

Στο Συνέδριο συμμετέχουν περισσότεροι από 300 κορυφαίοι επιστήμονες (βασικοί ερευνητές, παιδίατροι, λοιμωξιολόγοι κλπ) από 30 χώρες, μεταξύ των οποίων και διακεκριμένοι Έλληνες ιατροί. Το Συνέδριο, το οποίο πραγματοποιείται κάθε δύο χρόνια, γίνεται για πρώτη φορά στη χώρα μας υπό την Προεδρία του Καθηγητή Ιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κλινικής Ιολογίας (ESCV)  κ. Γεωργίου Σουρβίνου και της Καθηγήτριας Παιδιατρικής ΕΚΠΑ, Διευθύντριας της Γ΄ Παιδιατρικής Κλινικής στο «Αττικόν» νοσοκομείο, κ. Βάνας Παπαευαγγέλου.

Όπως ανέφερε η. κ. Παπαευαγγέλου, η συγγενής λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό (cCMV) αποτελεί την πιο συχνή λοίμωξη που μεταδίδεται από την έγκυο μητέρα στο έμβρυο μέσω του πλακούντα και αφορά περίπου 7/1000 τοκετούς. Αν και ο ιός είναι εξαιρετικά κοινός και ακίνδυνος για τους περισσότερους υγιείς ενήλικες, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές στο έμβρυο εάν μια γυναίκα μολυνθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της.

Η cCMV συνδέεται με σημαντικές μακροχρόνιες επιπτώσεις στο παιδί, κυρίως νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, νευρολογικές και νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Υπολογίζεται ότι στη cCMV οφείλεται το 25% των παιδιών με  νευροαισθητήρια βαρηκοΐα και το 10% των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση. Αν και σε συχνότητα, αποτελεί το δεύτερο αίτιο που προκαλεί σοβαρή αναπηρία στα παιδιά μετά το σύνδρομο Down’s, είπε η κ. Παπαευαγγέλου, ο γενικός πληθυσμός δεν είναι ενημερωμένος. 

Ο ιός είναι πολύ συχνός και συνηθέστερα μεταδίδεται στην έγκυο από την επαφή της με μικρά παιδιά (σάλιο και ούρα). Η ενημέρωση και οι απλές καθημερινές συνήθειες υγιεινής μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο και να προστατεύσουν την υγεία του εμβρύου. Η τήρηση βασικών κανόνων υγιεινής από τις εγκύους, αλλά και όλες τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που σχεδιάζουν μια κύηση, είναι το πιο αποτελεσματικό μέτρο προστασίας. Προς την κατεύθυνση αυτή, συστήνονται:

  • Συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό, ειδικά μετά την αλλαγή πάνας ή το σκούπισμα της μύτης ενός παιδιού.
  • Αποφυγή κοινής χρήσης σκευών, ποτηριών, φαγητού ή πιπίλας με μικρά παιδιά.
  • Όχι φιλιά στο στόμα ή κοντά στα μάγουλα των μικρών παιδιών (προτιμήστε ένα φιλί στο μέτωπο ή μια αγκαλιά).

Η κ. Παπαευαγγέλου ανέφερε ακόμη ότι «σήμερα γνωρίζουμε ότι ο ορολογικός έλεγχος της εγκύου (έλεγχος ειδικών αντισωμάτων στο αίμα) κατά την έναρξη της κύησης, μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην πρώιμη διάγνωση της λοίμωξης της εγκύου και πρόληψη διαπλακουντιακής διασποράς. Η έγκαιρη χορήγηση αντιϊκής αγωγής στην έγκυο από το στόμα, μειώνει κατά 70% τη πιθανότητα μετάδοσης της λοίμωξης στο έμβρυο».

Καταλήγοντας, η κ. Παπαευαγγέλου τόνισε ότι στην Ελλάδα, υπάρχουν συγκεκριμένα κέντρα αναφοράς που ασχολούνται τόσο με τη λοίμωξη στην έγκυο όσο και με τα παιδιά που γεννιούνται με συγγενή λοίμωξη από CMV. Tα νεογνά με cCMV αξιολογούνται από ομάδα ιατρών που περιλαμβάνει παιδιάτρους-λοιμωξιολόγους, νευρολόγους, ΩΡΛ, φυσικοθεραπευτές και αναπτυξιολόγους και παρέχεται συμβουλευτική αναφορικά με την ανάγκη χορήγησης αντιϊκής αγωγής, υποστήριξης της βαρηκοΐας με ακουστικά ή και κοχλιακό εμφύτευμα, καθώς και για τυχόν απαραίτητη παρέμβαση με φυσικοθεραπεία, εργοθεραπεία ή λογοθεραπεία.

Από την πλευρά του, ο κ. Σουρβίνος  τόνισε ότι ο κυτταρομεγαλοϊός (Cytomegalovirus, CMV) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ευκαιριακούς παθογόνους παράγοντες σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή, ιδιαίτερα στους λήπτες συμπαγών οργάνων και αιμοποιητικών κυττάρων. Η λοίμωξη από CMV συνδέεται με σημαντική νοσηρότητα, αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απώλεια του μοσχεύματος ή αυξημένη θνητότητα, είπε ο καθηγητής.

Σύμφωνα με τον κ. Σουρβίνο, τα κυριότερα προβλήματα που προκαλεί ο CMV αφορούν:

  1. Άμεση βλάβη οργάνων:

Ο CMV μπορεί να προκαλέσει πνευμονίτιδα, γαστρεντερίτιδα ή κολίτιδα, ηπατίτιδα, αμφιβληστροειδίτιδα και σπανιότερα, προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Οι εκδηλώσεις εξαρτώνται από το είδος της ανοσοκαταστολής και το όργανο που προσβάλλεται.

 

  1. Συστηματική νόσο και αιματολογικές διαταραχές:

Μπορεί να εμφανιστούν πυρετός, έντονη κόπωση, λευκοπενία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία. Η σοβαρή νόσος μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη νοσηλεία και, σε ευάλωτους ασθενείς, σε απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές.

  1. Ανοσολογική δυσλειτουργία και άλλες λοιμώξεις:

Η λοίμωξη από CMV μπορεί να διαταράξει περαιτέρω την ανοσολογική ισορροπία, αυξάνοντας τον κίνδυνο δευτερογενών λοιμώξεων, ιδίως όταν συνυπάρχει έντονη ανοσοκαταστολή.

  1. Επιβάρυνση της λειτουργίας και της επιβίωσης του μοσχεύματος:

Η CMV λοίμωξη έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο δυσλειτουργίας του μοσχεύματος και δυσμενέστερη έκβαση. Οι συσχετίσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι κάθε επεισόδιο CMV προκαλεί απόρριψη ή απώλεια του μοσχεύματος.

Η έγκαιρη διάγνωση και εργαστηριακή παρακολούθηση της λοίμωξης από τον κυτταρομεγαλοϊό είναι καθοριστική για την πρόληψη της εγκατεστημένης νόσου, επεσήμανε ο καθηγητής. Οι βασικές εργαστηριακές εξετάσεις περιλαμβάνουν τόσο μοριακές μεθόδους για την ανίχνευση του γενετικού υλικού του ιού, ορολογικές εξετάσεις για την εκτίμηση της προϋπάρχουσας έκθεσης στον ιό πριν από τη μεταμόσχευση καθώς και έλεγχο αντιικής αντοχής, με γονοτυπική ανάλυση NGS σε επιλεγμένες περιπτώσεις ανθεκτικής ή ανθεκτικοποιημένης λοίμωξης και τέλος εξετάσεις ειδικής κυτταρικής ανοσίας έναντι CMV.

Τέλος, ο κ. Σουρβίνος ανέφερε πως σε ό,τι αφορά την πρόληψη και αντιική θεραπεία, υπάρχουν δύο κύριες στρατηγικές πρόληψης μετά τη μεταμόσχευση:

  • Καθολική αντιική προφύλαξη (universal prophylaxis)

Χορήγηση αντιικού φαρμάκου για προκαθορισμένο διάστημα μετά τη μεταμόσχευση. Χρησιμοποιείται ανάλογα με το όργανο, την ορολογική κατάσταση και το συνολικό επίπεδο κινδύνου. Περιλαμβάνει κυρίως valganciclovir, ενώ το letermovir έχει σημαντικό ρόλο σε επιλεγμένες ενδείξεις.

  • Προληπτική θεραπεία βάσει παρακολούθησης (preemptive therapy)

Συστηματικός έλεγχος CMV DNA στο αίμα και έναρξη θεραπείας όταν το ιικό φορτίο υπερβεί το προκαθορισμένο όριο του κέντρου.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή