Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2026

«Ξανά»: ο άνθρωπος που επιμένει να υπάρχει ολόκληρος. Ο Δημήτρης Μωρόγιαννης μιλα στην kontra news για την επιστροφή του στο θέατρο, με έναν μονολογικό λόγο πολιτικό και υπαρξιακό, χωρίς στόμφο και χωρίς νοσταλγικές ωραιοποιήσεις. .

Του

Σταύρου Ξηντάρα

Η παράσταση «ΞΑΝΑ» (παίζεται στο 41Street Cafe – Bar Theatre), βασισμένη στο βιβλίο του Μάκη Παπούλια «Πόσο η φόρα ήταν μεγάλη» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια), δεν επιχειρεί να αφηγηθεί ακόμη μία ιστορία μιας ταραγμένης εποχής, αλλά να φωτίσει μια στάση ζωής: την επιμονή του ανθρώπου να στέκεται όρθιος, να παίζει, να αντιστέκεται και να νοηματοδοτεί την ύπαρξή του.

Ο Δημήτρης Μωρόγιαννης επιστρέφει στο θέατρο με έναν μονολογικό λόγο πολιτικό και υπαρξιακό, χωρίς στόμφο και χωρίς νοσταλγικές ωραιοποιήσεις.

Με αφορμή την παράσταση «ΞΑΝΑ», μιλά στο Kontranews.gr για το τι τον συγκίνησε στο έργο του Μάκη Παπούλια, για τη διασκευή, τη μνήμη, την πολιτική στάση, το θέατρο, τον κινηματογράφο και την ανάγκη της συνάντησης με το «εμείς».

Με αφορμή το έργο που έχετε ανεβάσει «Ξανά» η ερώτηση είναι, ότι η ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου λίγο πολύ είναι μια ιστορία που πολλοί την εποχή εκείνη έχουν περάσει τα ίδια, εσείς επιλέξατε το βιβλίο του Μάκη Παπούλια «Πόσο η φόρα, ήταν μεγάλη», τι είναι αυτό που σας συγκίνησε;

Δ.Μ: Δεν με ενδιέφερε να αφηγηθώ άλλη μία ιστορία της γενιάς του ’60 ή του ’70 ως ιστορικό ή ιδεολογικό αφήγημα. Αυτό που με άγγιξε στον Μάκη Παπούλια ήταν κάτι βαθύτερο και πιο διαχρονικό: το υπαρξιακό του βάθος. Διαβάζοντάς τον, μου θύμισε τον Homo Ludens του μεγάλου ιστορικού Johan Huizinga – έναν άνθρωπο που αντιστέκεται όχι μόνο μέσα από ιδεολογικές θέσεις, αλλά μέσα από τον ίδιο τον τρόπο που υπάρχει, σκέφτεται και στέκεται απέναντι στον κόσμο.

Με συγκίνησε η αντίστασή του απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης, όχι ως σύνθημα αλλά ως στάση ζωής. Θαύμασα το γεγονός ότι δεν δέχτηκε να μικρύνει, να προσαρμοστεί ή να απαρνηθεί τον εσωτερικό του χώρο. Γιατί, βαθιά μέσα μου, πιστεύω ότι ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να επιβιώνει απλώς, αλλά για να νοηματοδοτεί την ύπαρξή του. Και αυτό ακριβώς κάνει ο Παπούλιας: επιμένει να υπάρχει ολόκληρος.

Γράφετε ότι η παράσταση σας, είναι από αφηγήσεις και από το βιβλίο, έχετε προσθέσει και άλλα στοιχεία μέσα στο έργο, που δεν αναφέρονται στο βιβλίο;

Δ.Μ: Η παρέμβασή μου στο κείμενο δεν έγινε ποτέ αυθαίρετα ούτε για να αλλοιώσει τον λόγο του συγγραφέα. Αντιθέτως, έγινε με απόλυτο σεβασμό και ευθυγράμμιση με το πρωτότυπο υλικό. Το ζητούμενο δεν ήταν να «προσθέσω», αλλά να μεταφράσω το κείμενο από τη γλώσσα της ανάγνωσης στη γλώσσα της θεατρικής πράξης.

Ένα θεατρικό κείμενο οφείλει να αναπνέει επί σκηνής, να έχει ρυθμό, σιωπές και εσωτερικές μετατοπίσεις. Κάποιες δομικές επεμβάσεις ήταν αναγκαίες ώστε το υλικό να λειτουργήσει ως ζωντανός θεατρικός λόγος και όχι ως λογοτεχνική αφήγηση. Ό,τι προστέθηκε ή τροποποιήθηκε έγινε για να υπηρετήσει το πνεύμα του έργου στους όρους της θεατρικής τέχνης και να το φέρει πιο κοντά στον σύγχρονο θεατή — όχι για να το απομακρύνει από την ουσία του.

Τι σας δυσκόλεψε κατά την διάρκεια των προβών; Ή της διασκευής του θεατρικού;

Δ.Μ: Η αλήθεια είναι ότι δεν με δυσκόλεψε τίποτα. Όταν στη διασκευή χτυπηθεί η φλέβα, το έργο αρχίζει να ρέει μόνο του. Κάπως έτσι συνέβη και εδώ. Και στις πρόβες, όπως και στη διασκευή, η διαδικασία ήταν περισσότερο μια ευλογία παρά ένας αγώνας. Η συνεργασία μου με τον σκηνοθέτη Δημήτρη Κανέλλο και την παραγωγό Λίλη Νούτσου υπήρξε ουσιαστική και υποστηρικτική, ενώ στο κομμάτι της διασκευής είχα την τύχη να συνομιλώ δημιουργικά με έναν άνθρωπο που έχω την καλή τύχη να αποκαλώ φίλο μου: τον ίδιο τον συγγραφέα, τον Μάκη Παπούλια. Όταν υπάρχει εμπιστοσύνη, κοινή γλώσσα και σεβασμός, η δουλειά γίνεται ροή.

Γιατί επιλέξατε Bar Theatre; Και μάλιστα μακριά από το κέντρο;

Δ.Μ: Επιλέξαμε ο ένας τον άλλον, το 41streetcafe είναι ένας χώρος που αγαπά το θέατρο, προσφέρει και προσφέρεται για τέχνη, είναι ιδανική συνθήκη, γιατί το βλέμμα του ηθοποιού συναντά το βλέμμα του θεατή, και η περιπέτεια ξεκινά… Η αλληλεπίδραση είναι άμεση. Επίσης ο θεατής πίνει το ποτό του, και είναι εκεί, στο θέατρο!

Ουσιαστικά το έργο σας, είναι η ιστορία της Ελλάδας, δεκαετία του 60 και 70, πιστεύετε ότι μας έχει στιγματίσει εκείνη η περίοδος, ως λαό;

Δ.Μ: Ναι, μας έχει στιγματίσει. Και μάλιστα με έναν τρόπο που συχνά αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα. Παρατηρώ στη σύγχρονη τέχνη ότι αυτή η περίοδος είτε θάβεται είτε, όταν εμφανίζεται, έρχεται φορτωμένη με στόμφο και σοβαροφάνεια. Εγώ τη νιώθω αλλιώς. Οι άνθρωποι που έζησαν τότε ήταν βαθιά ανθεκτικοί και μέσα τους υπήρχε ο “παίζων άνθρωπος” — όχι ως ήρωας, αλλά ως ον που παίζει, που επιμένει, που βρίσκει τρόπο να αναπνέει ακόμη και μέσα στην πίεση. Αυτό το πνεύμα με ενδιαφέρει περισσότερο από οποιαδήποτε ιστορική καταγραφή.

Έχουμε αλλάξει, έχουμε μπει στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, δεν υπάρχει ιδεολογία, οι νέοι δηλώνουν απολιτικ… πως το βλέπετε αυτό το φαινόμενο;

Δ.Μ: Δεν υπάρχει απολιτική στάση. Η αποχή, η σιωπή, η ουδετερότητα είναι κι αυτές πολιτικές επιλογές. Ο Σόλων έλεγε πως εχθρός της πόλης είναι ο άπολις — όχι εκείνος που διαφωνεί, αλλά εκείνος που αποσύρεται. Το θέατρο, ακόμη κι όταν μιλά για μνήμη, οικογένεια ή απώλεια, παίρνει θέση: απέναντι στη λήθη, στην ευκολία, στην απάθεια.

Έχετε χρόνια να εμφανιστείτε στο θέατρο; Υπήρχε λόγος; Ή μια συνειδητή επιλογή;

Δ.Μ: Δεν θα ήθελα να το απαντήσω αυτό με απόλυτη σαφήνεια. Όχι από αποφυγή, αλλά γιατί οι διαδρομές των ανθρώπων δεν είναι πάντα ευθύγραμμες ούτε εξηγούνται με μία φράση. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε πορεία. Και αυτή η πορεία με έφερε εδώ, τώρα, με αλήθεια και ανάγκη.

Προτιμάτε περισσότερο τον κινηματογράφο, από το θέατρο;

Δ.Μ: Τα αγαπώ και τα δύο. Είναι διαφορετικοί τρόποι να αφηγηθείς την ανθρώπινη εμπειρία. Το θέατρο έχει την αμεσότητα της ζωντανής αναμέτρησης, ο κινηματογράφος τη λεπτομέρεια του βλέμματος και του χρόνου. Δεν τα βάζω σε ζυγαριά. Νιώθω τυχερός που μπορώ να υπάρχω και στα δύο.

Είχατε συνεργαστεί με τον John Madden, στην ταινία «Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορελι» πως ήταν η εμπειρία; Τι θυμάστε από αυτήν την εμπειρία;

Δ.Μ: Ήταν μια πολύτιμη εμπειρία. Δεν ήμουν ούτε στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ούτε στους καθαρά βοηθητικούς· βρισκόμουν κάπου ενδιάμεσα. Αυτό, όμως, που με εντυπωσίασε βαθιά ήταν ο τρόπος λειτουργίας της ομάδας. Από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο, όλοι δούλευαν με την ίδια αίσθηση ευθύνης και συμμετοχής. Υπήρχε μια συλλογικότητα πραγματική, όχι τυπική. Ένιωθες ότι ανήκεις σε έναν οργανισμό που αναπνέει μαζί — κι αυτό είναι κάτι που σπάνια ξεχνιέται.

Πιστεύετε ότι οι ξένοι συνάδελφοι και σκηνοθέτες είναι καλύτερα από ότι οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα; Έχουμε κάτι να ζηλέψουμε ή όχι;

Δ.Μ: Σε ανθρώπινο δυναμικό, σίγουρα όχι. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που η αστική τάξη επέτρεψε στα παιδιά της να στραφούν στο θέατρο, έχει προκύψει μια γενιά εξαιρετικά καταρτισμένων ανθρώπων. Πολλοί από αυτούς σπούδασαν και μαθητεύσαν δίπλα σε μεγάλους δασκάλους στο εξωτερικό. Το πρόβλημα δεν είναι το ταλέντο. Είναι το περιβάλλον. Το επίπεδο λειτουργίας του χώρου στην Ελλάδα παραμένει προβληματικό, και αυτοί οι άνθρωποι συχνά προσγειώνονται σε μια πολύ σκληρή πραγματικότητα. Εκεί χάνεται ενέργεια, όχι δυνατότητα.

Πως σας φαίνεται που στην Αθήνα, έχει τόσες πολλές θεατρικές σκηνές; Πως είναι με τόσο ανταγωνισμό;

Δ.Μ: Μου φαίνεται υπέροχο. Κάθε φωνή έχει λόγο να υπάρχει. Και μια πραγματικά άριστη κοινωνία είναι εκείνη που επιτρέπει σε όλες τις φωνές να βρίσκονται σε ανθοφορία. Ο ανταγωνισμός δεν με φοβίζει· με ενδιαφέρει η συνύπαρξη. Εκεί γεννιούνται τα ουσιαστικά πράγματα.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας;

Δ.Μ: Προς το παρόν έχω αυτήν την παράσταση το «ΞΑΝΑ», που θα ήθελα να συνεχίσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Και όπως κάθε παράσταση, με ενδιαφέρει «η συνάντηση με το εμείς». Ακριβώς όπως και στο «ΞΑΝΑ», που δεν είναι άλλο ένα έργο για το εγώ.

Όταν ένας καλλιτέχνης απευθύνεται προς τα έξω, αυτό που ζητάει δεν είναι η επιβεβαίωση, αλλά η επικοινωνία — και κατ’ επέκταση το παιχνίδι. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να ξεφύγουμε από τη βαρβαρότητα, τη μονοτονία και τη σκοτεινιά του ανθρώπου. Η τέχνη, όπως και η επιστήμη, είναι η απόδειξη ότι κάναμε πολιτισμό. Και το παιχνίδι είναι η βάση και το καύσιμο που τον κρατά ζωντανό.

INFO ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Τίτλος: «ΞΑΝΑ»

Βασισμένο στο βιβλίο του Μάκη Παπούλια «Πόσο η φόρα ήταν μεγάλη»

Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια

Διασκευή θεατρικού μονολόγου: Δημήτρης Μωρόγιαννης

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κανέλλος

Ερμηνεία: Δημήτρης Μωρόγιαννης

Πρωτότυπη μουσική: Δημήτρης Παπαγεωργίου

Ενδυματολόγος: Ευαγγελία Πανωλιάσκου

Φωτογραφίες: Τάσος Κολάνης

Video: Στέφανος Κοσμίδης / ΟΡΚΗ

Υπεύθυνη επικοινωνίας Κατερίνα Γρυλάκη.

Παραγωγή: 41Street Cafe – The Art Concept

Χώρος: 41Street Cafe – Bar Theatre

Διεύθυνση: Ανδρέα Λεντάκη 41, Πλατεία Υμηττού

Έναρξη: 26/11/2025

Παραστάσεις: Κάθε Τετάρτη (έως 28/1/2026)

Διάρκεια: 65’

Εισιτήρια:

10€ (χωρίς ποτό)

15€ (με ποτό)

Απαραίτητη τηλεφωνική κράτηση: 698 004 1009

Προπώληση: ticketservices.gr

Trailer: YouTube – «ΞΑΝΑ»

Η παράσταση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα

του Ιδρύματος Πολιτισμού & Εκπαίδευσης

«Ανδρέας Λεντάκης».

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή