Οι εκκρεμότητες της συμφωνίας Ελλάδας-Βουλγαρίας για τα ιστορικά κειμήλια που διεκδικεί η Αθήνα
Η επιστροφή του σκηνώματος του τσάρου Σαμουήλ στη Βουλγαρία άνοιξε έναν νέο κύκλο συζητήσεων για την ιστορική μνήμη, τις ταυτότητες στα Βαλκάνια και τις εκκρεμότητες της συμφωνίας Ελλάδας-Βουλγαρίας για τα ιστορικά κειμήλια που διεκδικεί η Αθήνα. Η τελετή στη Σόφια προκάλεσε συγκίνηση στη βουλγαρική κοινωνία και αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως μια πράξη ιστορικής αποκατάστασης. Παράλληλα, όμως, ανέδειξε τα δύσκολα ζητήματα που εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά, ιδιαίτερα σε σχέση με την προέλευση, την ταυτοποίηση και την επιστροφή πολιτιστικών θησαυρών που απομακρύνθηκαν από ελληνικά μοναστήρια κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο τσάρος Σαμουήλ επιστρέφει στη βουλγαρική ιστορική μνήμη
«Ο τσάρος Σαμουήλ είναι μία πάρα πολύ σημαντική μορφή στην ιστορία μας. Ήταν μια ηρωική μορφή, αφιέρωσε πραγματικά τη ζωή του στην υπεράσπιση του κράτους και εργάστηκε και έζησε εδώ, στη Σόφια», δήλωσε στην εκπομπή «Σύνορα» της ΕΡΤ3 ο αναπληρωτής καθηγητής του Ινστιτούτου Βαλκανικών Σπουδών της Βουλγαρικής Ακαδημίας, Τότο Τσομπάνοφ.
Όπως υποστήριξε, η επιστροφή των λειψάνων στη βουλγαρική πρωτεύουσα αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, την επάνοδο του ηγεμόνα στην καρδιά του βασιλείου του. Η υποδοχή του σκηνώματος στη Σόφια ένωσε, έστω και προσωρινά, την πολιτική ηγεσία και την κοινωνία, ενώ πολλοί Βούλγαροι θεωρούν ότι η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη δική τους ιστορική αφήγηση και περιορίζει τις προσπάθειες οικειοποίησης του Σαμουήλ από τη Βόρεια Μακεδονία.
Η μορφή του μεσαιωνικού ηγεμόνα αποτελεί εδώ και δεκαετίες αντικείμενο αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Βόρεια Μακεδονία. Στη Σόφια, ο Σαμουήλ παρουσιάζεται ως Βούλγαρος τσάρος και κεντρική φυσιογνωμία της βουλγαρικής μεσαιωνικής ιστορίας. Στη Βόρεια Μακεδονία, αντίθετα, έχει καλλιεργηθεί η άποψη ότι υπήρξε ο πρώτος μεγάλος «Μακεδόνας» ηγεμόνας του Μεσαίωνα.
Ο καθηγητής Ιστορίας στο Ινστιτούτο Εθνολογίας της Σόφιας, Ντίμιταρ Ατανάσοφ, επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη ιστορική διαφωνία δεν έχει ξεπεραστεί. «Πριν από έναν αιώνα, οι “Μακεδόνες” άρχισαν να διαδίδουν αυτή την εκδοχή της ιστορίας, στην οποία ο Σαμουήλ εμφανίζεται ως ο πρώτος “Μακεδόνας” ηγεμόνας κατά τον Μεσαίωνα. Γενιές πολιτών έχουν εκπαιδευτεί με αυτό το αφήγημα και είναι δύσκολο να αλλάξει η νοοτροπία από τη μία μέρα στην άλλη», σημειώνει.
Οι αμφιβολίες για την ταυτοποίηση των λειψάνων
Παρά το κλίμα ενθουσιασμού στη Βουλγαρία, δεν συμφωνούν όλοι οι επιστήμονες ότι τα λείψανα ανήκουν πράγματι στον τσάρο Σαμουήλ. Ο Ντίμιταρ Ατανάσοφ αμφισβητεί τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, υποστηρίζοντας ότι δεν επαρκούν για την ασφαλή ταυτοποίηση των οστών.
«Οι αποδείξεις που επικαλούνται είναι άσχετες και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πρόσθετο εργαλείο στη διαδικασία ταυτοποίησης των λειψάνων», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η θέση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και στη Βουλγαρία, η επιστημονική συζήτηση παραμένει ανοιχτή και δεν ταυτίζεται απόλυτα με την πολιτική ή τη συλλογική προσδοκία.
Από την πλευρά του, ο Τότο Τσομπάνοφ διαφωνεί έντονα. Υποστηρίζει ότι η πλειονότητα των επιστημόνων, των αρχαιολόγων και των ιστορικών θεωρεί εδώ και χρόνια πως η εκκλησία όπου εντοπίστηκαν τα λείψανα συνδεόταν με την οικογένεια του Σαμουήλ και αποτελούσε τον προτιμώμενο τόπο ταφής της δυναστείας.
Ο ίδιος αποδίδει τις διαφορετικές ερμηνείες στις πολιτικές ανακατατάξεις που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως αναφέρει, έγιναν προσπάθειες επαναπροσδιορισμού της ιστορίας με βάση τη νέα πολιτική διαίρεση των Δυτικών Βαλκανίων, με αποτέλεσμα ο Σαμουήλ να παρουσιαστεί ως Σλάβος επαναστάτης εναντίον της Βουλγαρίας. Η άποψη αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν ανταποκρίνεται στα ιστορικά δεδομένα.
Τα 48 θρησκευτικά κειμήλια που επιστρέφουν στην Ελλάδα
Ο επαναπατρισμός των λειψάνων πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο πολιτιστικής ανταλλαγής μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Με βάση τη συμφωνία, η Ελλάδα παραλαμβάνει 48 θρησκευτικά κειμήλια, τα οποία λεηλατήθηκαν κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο από βουλγαρικά στρατεύματα και προέρχονταν από τη Μονή της Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, τη Μονή Τιμίου Προδρόμου και την Ιερά Μητρόπολη Νιγρίτας και Σερρών.
Η εξέλιξη θεωρείται σημαντική, δεν κλείνει όμως το σύνολο των εκκρεμοτήτων της συμφωνίας Ελλάδας-Βουλγαρίας για τα ιστορικά κειμήλια που διεκδικεί η Αθήνα. Στη Βουλγαρία εξακολουθούν να βρίσκονται πολλά εκκλησιαστικά σκεύη, χειρόγραφα και αντικείμενα ελληνικών μοναστηριών. Ο ακριβής αριθμός τους δεν έχει καταγραφεί πλήρως, ενώ αρκετά φυλάσσονται σε ιδρύματα, αρχεία και συλλογές στη Σόφια.
Ορισμένα από αυτά βρίσκονται στο Ινστιτούτο Σλαβικών και Βυζαντινών Σπουδών «Ιβάν Ντούσεφ». Η περιορισμένη δημοσιοποίηση των σχετικών στοιχείων δυσκολεύει την έρευνα και την προσπάθεια εντοπισμού της προέλευσης των αντικειμένων. «Ένα σημαντικό μέρος παραμένει μη δημοσιοποιημένο, επειδή όταν δημοσιοποιείται, αποτελεί άμεση ομολογία για το τι λεηλατήθηκε και πού βρίσκεται σήμερα», εξηγεί ο Ντίμιταρ Ατανάσοφ.
Η δύσκολη διαδρομή των κειμηλίων
Ο Τότο Τσομπάνοφ υποστηρίζει ότι σε περιόδους πολέμου τα κράτη συχνά μεταφέρουν και διατηρούν αντικείμενα πολιτιστικής αξίας, επικαλούμενα την ανάγκη προστασίας τους από λεηλασίες ή καταστροφές. Παράλληλα, διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν αντικείμενα σε ιδιωτικές συλλογές, θέση που, ωστόσο, δεν απαντά στο σύνολο των ερωτημάτων για την τύχη των κειμηλίων.
Ο Ντίμιταρ Ατανάσοφ περιγράφει μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα. Με την πάροδο των δεκαετιών, η διαδρομή πολλών αντικειμένων χάθηκε. Δεν είναι πάντα γνωστό πότε και πώς μετακινήθηκαν, σε ποια χέρια περιήλθαν ή αν κατέληξαν σε ιδιώτες συλλέκτες και διαφορετικές συλλογές. Κάποια παραμένουν στη Βουλγαρία, ενώ άλλα έχουν διασκορπιστεί σε διάφορες χώρες.
Για τον λόγο αυτό, θεωρεί σχεδόν αδύνατο να συγκεντρωθούν όλα και να επιστραφούν στην Ελλάδα. Η δυσκολία δεν αφορά μόνο τον εντοπισμό, αλλά και την τεκμηρίωση της προέλευσης, την απόδειξη της παράνομης απομάκρυνσης και την επίτευξη συμφωνίας για το καθεστώς κάθε αντικειμένου.
Οι πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ των δύο χωρών αναμένεται να συνεχιστούν. Η επιστροφή των 48 κειμηλίων αποτελεί ένα θετικό βήμα, αλλά όχι το τέλος της διαδικασίας. Οι εκκρεμότητες της συμφωνίας Ελλάδας-Βουλγαρίας για τα ιστορικά κειμήλια που διεκδικεί η Αθήνα παραμένουν σημαντικές και απαιτούν συστηματική καταγραφή, επιστημονική συνεργασία και πολιτική βούληση. Παράλληλα, η υπόθεση του τσάρου Σαμουήλ δείχνει ότι στα Βαλκάνια η ιστορία εξακολουθεί να επηρεάζει το παρόν, τις διμερείς σχέσεις και τον τρόπο με τον οποίο κάθε λαός αντιλαμβάνεται την πολιτιστική του κληρονομιά.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης