Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2026

Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος: «Θέλω να παραμείνω ένας καλός μεσάζων». Ο πολυσχιδής καλλιτέχνης μιλά στην kontra news για τον ερωτικό Καβάφη, τη φωνή, τη μνήμη, την ηλικία και την τέχνη της υποκριτικής.

Του

Σταύρου Ξηντάρα

Υπάρχουν συναντήσεις με την ποίηση που δεν συμβαίνουν τυχαία. Χρειάζονται χρόνο, απόσταση, εμπειρίες και, ίσως, εκείνη τη στιγμή που ο άνθρωπος αισθάνεται πως η εσωτερική του φωνή τού λέει καθαρά: «τώρα».

Για τον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο, η στιγμή αυτή ήρθε έπειτα από δεκαετίες θεατρικής διαδρομής. Ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος υποκριτικής, μεταφραστής και συγγραφέας, με μια μακρά πορεία στον χώρο του θεάτρου, επιστρέφει τώρα σε μια παλιά του επιθυμία: να «πει», όπως χαρακτηριστικά τονίζει, τον Καβάφη.

Η νέα, ιδιαίτερη σκληρόδετη έκδοση των Εκδόσεων Αγγελάκη, με τίτλο «τοῦ ἐρωτισμοῦ του τὰ ὁράματα», συγκεντρώνει 58 ερωτικά ποιήματα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Δεν πρόκειται, όμως, απλώς για μια ανθολογία. Μέσα από την επιλογή και τη συγκεκριμένη σειρά των ποιημάτων δημιουργείται μια ενιαία δραματουργική αφήγηση: ένας ηλικιωμένος ποιητής επιστρέφει στην οικία του και, μέσα στη νύχτα, ανακαλεί τις ερωτικές μνήμες και τα «οράματα του ερωτισμού» του.

Τα ποιήματα συνοδεύονται από έργα του ζωγράφου Λάζαρου Πάντου, ενώ μέσω QR code ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να ακούσει και την ηχογράφησή τους με τη φωνή του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου.

Στη συζήτησή μας, ο ίδιος μιλά χωρίς περιστροφές για τον χρόνο που πέρασε μέχρι να τολμήσει αυτό το εγχείρημα, για τη «κατοικημένη» φωνή, για τη διαφορά ανάμεσα στον ερωτισμό και τη σεξουαλικότητα, για τον Καβάφη που «μιλάει» και δεν απαγγέλλει, αλλά και για τον ρόλο του ηθοποιού ως ενός εκφραστικού οργάνου που οφείλει να υπηρετεί τον συγγραφέα και όχι τον εαυτό του.

-Λέτε ότι από τότε που ήσασταν νέος θέλατε να «πείτε» Καβάφη και όχι απλώς να τον διαβάσετε. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να περιμένετε τόσα χρόνια για να πραγματοποιήσετε αυτή την επιθυμία; Και τι άλλαξε μέσα σας ώστε να αισθανθείτε ότι τώρα ήρθε «το πλήρωμα του χρόνου»;

“Περίμενα να έρθει ο κατάλληλος Καιρός – και ο εσωτερικός και ο εξωτερικός. Περίμενα μέχρι η εσωτερική μου φωνή να μου δώσει ένα σαφές μήνυμα, λέγοντάς μου… «τώρα»!

Ανά καιρούς είχα «πει» ποιήματά του, είτε σε λογοτεχνικές βραδιές, είτε σε παράσταση. Αναφέρομαι σε αυτήν ειδικά που κάναμε με τον αγαπητό φίλο και σπουδαίο καλλιτέχνη τον Τάση Χριστογιαννόπουλο, την παράσταση «το Αλφαβητάρι των Άστρων» (πριν από 15 χρόνια περίπου, σε δική μας παραγωγή, δηλαδή του θεατρικού σχήματος που έχουμε με τον Κωστή Σαββιδάκη, το «θέατρο ΣΥΝ ΚΑΤΙ – σύνολο τέχνης») μια σκηνική σύνθεση ποίησης και τραγουδιών, όλα σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Εκεί, ανάμεσα στα άλλα ποιήματα, είχα συμπεριλάβει και τον «Μύρη» του Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ – ένα ποίημα που μου αρέσει και με συγκινεί πολύ!

Αλλά, όλα αυτά ήταν-είναι διαφορετικά από αυτό που κάνουμε τώρα. Τώρα, τα 58 αυτά ηχογραφημένα ερωτικά ποιήματα του ποιητή αποτελούν ένα ενιαίο έργο, αυτόνομο, μια «πρόταση» –τολμώ να πω– μιας διαφορετικής «ανάγνωσης», και συνιστούν μια άλλου είδους αφήγηση…

Βεβαίως, αυτό… αυτήν την ηχογράφηση, αυτήν την «πρόταση» δεν θα μπορούσα να την αντιμετωπίσω μόνος μου εκδοτικά. Ούτε και θα το ήθελα, δεν το σκέφτηκα ποτέ. Αλλά και να μπορούσα, δεν θα είχα τον τρόπο να το προωθήσω στην αγορά του βιβλίου, διότι δεν έχω ιδέα από αυτά. Γι’ αυτό και ευχαριστώ τον εκδότη μου και φίλο καρδιάς, τον Κωνσταντίνο Αγγελάκη, που με εμπιστοσύνη και γενναιοδωρία δέχτηκε να αναλάβει αυτό το κόστος και να εκδώσει στον εκδοτικό του οίκο, στις «Εκδόσεις ΑΓΓΕΛΑΚΗ» αυτό το εγχείρημα (δίνοντάς μου μάλιστα και την ελευθερία της καλλιτεχνικής επιμέλειας της έκδοσης!) κάνοντας έτσι πραγματικότητα ένα όνειρό μου.

Και γιατί τώρα, τι άλλαξε μέσα μου, ρωτάτε…

Μα, μεγάλωσα, είμαι πια 66 ετών, δυο φορές τα χρόνια του Χριστού, ετοιμάζομαι και για την σύνταξη, και χαίρομαι για αυτό. Άρα, τώρα, μπορώ να κάνω αυτήν την κίνηση, χωρίς ελπίζω να παρερμηνευθώ ως «ψώνιο» – σε νεώτερη ηλικία θα υπήρχε ένας τέτοιος κίνδυνος. Τώρα, απλώς, κάνω μια πρόταση, χωρίς βέβαια να μου το έχει ζητήσει κανείς, μόνο και μόνο για να υπάρχει ως μαρτυρία και αυτή η ματιά, και αυτός ο «τρόπος», μένοντας έτσι συνεπής στις εσωτερικές μου και μόνον προθέσεις, χωρίς ίχνος κάποιας φιλοδοξίας, ελπίζω ούτε ναρκισσισμού ή θεατρικής φιλαρέσκειας.”

-Η έκδοση δεν είναι απλώς μια ανθολογία 58 ερωτικών ποιημάτων, αλλά μια δραματουργημένη σύνθεση: ένας ηλικιωμένος Καβάφης επιστρέφει στην οικία του και ανακαλεί τις ερωτικές του μνήμες. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα και με ποιο κριτήριο τοποθετήσατε τα ποιήματα ώστε να λειτουργούν σαν ένας ενιαίος μονόλογος;

“Ναι, αυτή είναι η ιστορία της αφήγησης – ο ηλικιωμένος ποιητής που αναπολεί… Η σύνθεση των ποιημάτων συνιστούν τρόπον τινά έναν μονόλογο, που θα μπορούσε, ίσως, και να παρασταθεί κι από σκηνής, αλλά το βέβαιο είναι πως το ιδανικότερο θα ήταν να ακουστεί σαν… στο «Θέατρο στο Ραδιόφωνο»!

Εμείς με αυτό μεγαλώσαμε! Με το «Θέατρο στο Ραδιόφωνο» – σχεδόν μια μυστικιστική εμπειρία! Νύχτα, κουκουλωμένος στο κρεββάτι, σβηστό το φως, και με το ραδιόφωνο στο αυτί… Μια φωτεινή διέξοδος από την καταχνιά της Χούντας. Δυστυχώς, η βάρδια μου μεγάλωσε μέσα στην Δικτατορία… – δύσκολα χρόνια!

Και, μακάρι, το εύχομαι… ο ακροατής σήμερα να μπορέσει να τα ακούσει σε ταιριαστές συνθήκες, σε ησυχία, με ηρεμία και ει δυνατόν από καλά ηχεία! Διαφορετικά, αν το ακούσει βιαστικά και απλώς ενημερωτικά φοβάμαι πως κάτι θα χαθεί – χρειάζεται μια ανάλογη συμμετοχή του ακροατή…

Η ιδέα δεν ξέρω αν γεννήθηκε, μάλλον… αλιεύτηκε! Κολυμπούσε στα βαθειά νερά του υποσυνείδητου, και το αγκίστρι του νου την αλίευσε, υποθέτω δε και χωρίς δόλωμα… Είναι, ίσως, αυτό που λένε πως «τις μεγάλες αποφάσεις ο άνθρωπος δεν τις παίρνει με την λογική»!

Θαρρώ πως σημαντική παράμετρος είναι η ηλικία… Διαβάζοντας τα ποιήματα στα νειάτα μου με αναστάτωσαν, το σώμα μου και η καρδιά μου ταράχτηκε, διαβάζοντάς τα όμως τώρα ταράχτηκε ο νους και η ψυχή μου… Η οπτική του ηλικιωμένου πια ποιητή είναι μεγάλης δραματικής αξίας!

Η επιλογή των κειμένων έγινε με γνώμονα την ποικιλία των ερωτικών περιπτώσεων και των δραματικών κραδασμών που περιέχουν, αυτά που αποκαλύπτουν και ομολογούν την βάσανο του ποιητή. Του ποιητή που φεύγει, που αποχωρεί από την ύλη…

Τα ποιήματα της αρχής και του τέλους, του προλόγου και του επιλόγου δηλαδή, είναι αυτά που φανερώνουν το πορτραίτο του ήρωα, αυτής της αφήγησης…”

-Στο κείμενό σας γράφετε ότι τώρα ίσως η φωνή σας είναι «κατάλληλη» για να μεταφέρει τις σκέψεις και τις αισθήσεις του Καβάφη. Τι μπορεί να δώσει σε ένα ερωτικό ποίημα η φωνή ενός ώριμου ανθρώπου που δεν θα μπορούσε να του δώσει η φωνή ενός νεότερου ηθοποιού;

“Ο ήχος του καθενός μας, η φωνή μας εντέλλει, είναι ο καλύτερος αξονικός και μαγνητικός τομογράφος του είναι μας, της ύπαρξής μας! Στον ήχο μας είναι εγγεγραμμένη η εσωτερική περιπέτεια του καθενός μας. Ο ήχος μας είναι το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής και πνευματικής λειτουργίας.

Το βλέπουμε και στα έργα αυτό, στους ρόλους μας, στο Θέατρο! Είναι φύσει αδύνατον να προσεγγίσεις και να κατανοήσεις εις βάθος τον ρόλο αν δεν έχεις βρεθεί σε παράλληλες έστω, συναφείς διανοητικές διαδρομές. Βεβαίως, λέμε ότι δια της φαντασίας πλησιάζουμε τους ρόλους. Αλλά αυτό (θαρρώ πως) έχει ισχύ κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με τις πράξεις του ρόλου.

Δια της φαντασίας, πάντως, είναι αδύνατον να προσεγγίσεις την διάνοια του ρόλου, διότι θα σου λείπει η βιωματική κατανόηση των σκέψεων και των στοχασμών τού ανθρώπου που υποδύεσαι. Κι αν δεν κατανοείς, δεν μπορείς και να συναισθανθείς. Κι εκεί αρχίζει το… κάμωμα – κάνω πως καταλαβαίνω… Όμως, γίνεται ολοφάνερο, τουλάχιστον σε εμάς που ασκούμε αυτήν την τέχνη, ότι τότε… τα λόγια σου είναι κενά περιεχομένου, εν ολίγοις… δεν έχουν υπόσταση!

Λέγοντας, λοιπόν, ότι «η φωνή είναι κατάλληλη» εννοώ πως… πέρα από το τεχνικό κομμάτι, την όποια δηλαδή δεξιοτεχνία αποκτάς ως ηθοποιός με την εξάσκηση και την εμπειρία… ότι η φωνή σε αυτή την βάρδια της ζωής μου είναι κυρίως (θέλω να πιστεύω) μια φωνή… «κατοικημένη», και που «έχει έρθει σε ρήξη με το σώμα», που λέει και ό άλλος μεγάλος ποιητής μας, ο Νίκος Καρούζος! Μια φωνή έτοιμη να αποσύρει την όποια πρόθεση του φορέα της, και να υπηρετήσει συνειδητά τις προθέσεις του ήρωα – του ποιητή, του Καβάφη, στην δική μας περίπτωση.

Όσο για το νεώτερος και ώριμος ηθοποιός (τι μεταξωτή διατύπωση – σας ευχαριστώ!) θα σας πω…

Ανάμεσα στα πολλά που μου έρχονται στον νου, ας μου επιτραπεί να αποτολμήσω μια σκέψη: η φωνή ενός νεώτερου ηθοποιού υπάρχει κίνδυνος να διαβάσει π.χ. το ερωτικό ποίημα ως… (στενά) σεξουαλικό! Κι αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά… – ένας ακόμα λόγος που το απέφυγα κι εγώ στα νειάτα μου! Γιατί κι εγώ στα νειάτα μου σεξουαλικά μάλλον θα τα διάβαζα, ακόμα κι όταν τα διάβαζα από μέσα μου, νοερώς.

Το βλέπουμε πια αυτό πολύ συχνά, ιδιαίτερα στα «προϊόντα» της τέχνης που μας έρχονται κυρίως από την Δύση. Ένα μεγάλο (και ακραίο, σύμφωνοι) παράδειγμα… είναι όλοι αυτοί οι τραγουδιστές που τραγουδούν τα ερωτικά τραγούδια, λες κι είναι όλοι… προ οργασμού, που τραγουδούν κυρίως με το σώμα, αποκλειστικά μέσω της λεκάνης τους, και με σώματα κυρίως πεινασμένα και αδηφάγα, που περιφέρονται στην σκηνή λες και κάνουν πεζοδρόμιο… φτηνά και αντιαισθητικά, στα όρια του χυδαίου! Τραγουδούν και εκπέμπουν πείνα σεξουαλική!

Ίσως τα λόγια να μην με βοηθούν… Γι’ αυτό ας φέρω ως κορυφαίο παράδειγμα ερωτικής τραγουδίστριας (συνειδητά όχι από την Ελλάδα, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις)… την Εντίθ Πιαφ! Τι σχέση έχει ο τρόπος της και η φωνή της, με τα σημερινά ακούσματα…

Βέβαια, εννοείται πως όλοι θα δοκιμαστούμε και δοκιμαζόμαστε στον στίβο της ποίησης! Βεβαίως και οι νέοι ηθοποιοί επιβάλλεται να καταθέσουν τα διαπιστευτήριά τους – αλλοίμονο!

Στην δική μας, όμως, περίπτωση… η ιστορία, η αφήγηση χρειάζεται έναν ηλικιωμένο, «ώριμο» ηθοποιό.

Αυτός, δηλαδή, ο μονόλογος δεν είναι ταιριαστός σε έναν νέο ηθοποιό, δεν θα ήταν-είναι σωστή διανομή!

Κι αυτά που είπα πριν είναι και λίγο σχετικά, όπως καταλαβαίνετε, διότι ούτε η νεότητα αλλά ούτε και η ωριμότητα εγγυώνται από μόνες τους κάτι – χρειάζεται και η χάρις του… Πνεύματος! Κατά Χάριν… κατακτώνται οι κορυφές, τα ύψη – από μόνοι μας δεν μπορούμε, χρειαζόμαστε παρέμβαση και βοήθεια… άνωθεν!

Επίσης, σε ό,τι με αφορά, δεν μιλώ με καμμία σιγουριά… –μακρυά από εμένα– καμμιάς κατάκτησης!”

-Ο Καβάφης υπήρξε ένας ποιητής που μίλησε για την επιθυμία, το σώμα και την ηδονή με έναν τρόπο τολμηρό για την εποχή του, αλλά συχνά μέσα από υπαινιγμούς και μνήμη. Πώς προσεγγίσατε εσείς τον ερωτισμό του; Θέλατε να τον κάνετε πιο αισθησιακό, πιο γυμνό ή, αντίθετα, να διατηρήσετε τη λεπτή του υπαινικτικότητα;

“Όχι, όχι, δεν ήθελα τίποτα «πιο»… Αντιμετωπίζω τα κείμενα ως μια παρτιτούρα, γιατί όλοι οι συγγραφείς μας παραδίδουν «παρτιτούρες» – πολλώ δε μάλλον οι ποιητές!

Έτσι (και εάν είναι κι έτσι, γιατί δεν συμφωνούμε όλοι στο θέατρο με αυτήν την σκέψη) διαβάζω (όπως οι μουσικοί) την παρτιτούρα, το κείμενο, και προσπαθώ να την κατανοήσω ώστε να είμαι συνεπής με αυτά που ζητάει το κείμενο, ο συγγραφέας, ο ποιητής… – κι όπως σε όλα τα έργα και τους ρόλους, έτσι κι εδώ, έχοντας πάντα στο μυαλό μου την εποχή, την τότε δύσκολη κοινωνική συνθήκη σε σχέση με τα ήθη της εποχής, το κλίμα του απαγορευμένου έρωτα κ.λπ., κ.λπ….

Αντιμετώπισα τον Καβάφη ως ήρωα ενός έργου…

Προσπάθησα, λοιπόν, να διατηρήσω την υπαινικτικότητά του, την τόλμη του ή και… την γύμνια των προσώπων του… έχοντας, όμως, πάντα κατά νου (απ’ όσο κατάλαβα και διαπίστωσα) ότι ακόμα και τα ολόγυμνα κορμιά των ερωτικών του ιστοριών είναι όλα, παντού και πάντοτε ενδεδυμένα, «αναβαλλόμενα… την ποίηση… ώσπερ ιμάτιον» – άρα, ποτέ… γυμνά!

Ελπίζω και εύχομαι να διάβασα εύστοχα την παρτιτούρα του…”

-Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα φράση σας: «να γίνει η φωνή το όχημα μέσω του οποίου θα αναδυθούν στην επιφάνεια τα οράματα –εν φαντασία και λόγω– του ερωτισμού». Πού τελειώνει, κατά τη γνώμη σας, η απαγγελία και πού αρχίζει η υποκριτική όταν ένας ηθοποιός καλείται να «ζήσει» ένα ποίημα μόνο με τη φωνή του;

“Σας ευχαριστώ για αυτήν την ερώτηση, γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να πω κάτι που το πιστεύω πια ακράδαντα. Υπάρχουν πολλές ματιές, τρόποι, ιδέες για το πώς «διαβάζεται» –πια– η ποίηση. Και τώρα δε, στην εποχή μας, λόγω της εισαγόμενης μοντερνιάς… έχουν προστεθεί και πλείστοι όσοι ακόμα!

Την απάντηση, κατά την γνώμη μου, την έχει δώσει ήδη από τον προηγούμενο αιώνα ο Κονσταντίν Στανισλάβσκυ, και την έχει διασώσει η μαθήτριά του, η Σόνια Μουρ, στο βιβλίο της «Το σύστημα Στανισλάβσκυ» (εκδόσεις Παρασκήνιο), όπου λέει: «όποτε η ποίηση εκφέρεται (από σκηνής), εμπίμπτει στον κώδικα της Υποκριτικής»! (Συγχωρέστε με αν τα λόγια του δεν είναι αυτά ακριβώς, αλλά το περιεχόμενό τους είναι αυτό.)

Που σημαίνει ότι δεν είναι χρήσιμο να διαβάσεις απλώς τι έχει γράψει ο ποιητής, ο συγγραφέας, διότι αυτό μπορεί να το κάνει κι ο θεατής και ο αναγνώστης, μόνος του, σπίτι του.

Αφ’ ης στιγμής είσαι σε μια λογοτεχνική βραδιά, στο ραδιόφωνο, στο θέατρο, ή και στην δική μας τώρα περίπτωση με αυτήν την ηχογράφηση… κι είσαι κάποιος που μιλάει σε κάποιους και κάτι λέει γιατί κάτι θέλει… αυτομάτως ξεκινάει η Υποκριτική. Αυτομάτως γίνεσαι η φωνή του συγγραφέα, που εκείνη την στιγμή «μιλάει» στους αναγνώστες, στους θεατές…

Πρέπει (συνειδητά χρησιμοποιώ το «πρέπει») να μπεις στην συνθήκη όπου ο λόγος γίνεται πράξη – δηλαδή ο θεατής να ακούει και να παρακολουθεί πώς ο λόγος αρθρώνεται σταδιακά και πώς δομούνται οι συλλογισμοί. Δηλαδή, ο λόγος σου δεν πρέπει να είναι απλώς ένας (ακόμα και καλά εκφερόμενος) απομνημονευμένος λόγος, αλλά ένας λόγος που θα φαίνεται και θα πείθει πώς τώρα… τώρα παράγεται, τώρα για πρώτη φορά μπροστά στα μάτια και τα αυτιά των θεατών-ακροατών… μεταφέροντας και αποκαλύπτοντας έτσι τις προθέσεις του ομιλούντος προσώπου.

Διατηρώντας το αξίωμα της τέχνης μας: κάποιος μιλάει σε κάποιον και κάτι θέλει, και θέλει πάντα κάτι διαφορετικό από αυτό που θέλει εκείνος που τον ακούει και «συ(ν)ζητάει» μαζί του. Στον πυρήνα αυτού του τρόπου αλληλοπεριχωρούνται η πρόθεση και η σύγκρουση.

Τηρώντας το αυτό απαρέγκλιτα, διαπίστωσα όλα αυτά τα χρόνια πως είναι κι ο μοναδικός τρόπος ακούγοντάς σε να σε παρακολουθήσει ο θεατής, διότι… διότι σε καταλαβαίνει. Τον θεατή-ακροατή τον υπολογίζεις ως τον άλλον στην τραμπάλα της συ(ν)ζήτησης.

Άρα, ναι, πάντα είμαστε στον κώδικα της Υποκριτικής. Τώρα σε τι στάθμες, και με ποιες δυναμικές και εντάσεις, σε τι εκφραστικότητες, εξωστρεφείς ή εσωστρεφείς… αυτά είναι σε άμεση σχέση με τις εκάστοτε συνθήκες.

Όσο για την απαγγελία… θα έλεγα πως δεν είναι, ίσως, θεμιτός πια ο όρος «απαγγέλω», αν και κάποτε θα χρειαστείς και αυτόν τον τρόπο… Ο όρος αυτός έρχεται κατ’ ευθείαν από την Τραγωδία και από τους αγγελιαφόρους, και προϋποθέτει συνήθως εξωτερικό χώρο, μέγεθος, εξωστρέφεια και δυνατό σκηνικό σήμα!

Αυτός ο κώδικας είναι ο καταλληλότερος π.χ. για τον Σικελιανό… – διότι ο Σικελιανός…(απ)αγγέλει-εξαγγέλει! Ο Ελύτης στο «Άξιον εστί»… χρειάζεται Αναγνώστη, έτσι όπως τον εννοεί το τελετουργικό της Θείας Λειτουργίας! Ο Καβάφης… μιλάει! Τα αναφέρω έτσι, απλώς, ως τρία διαφορετικά κλειδιά, τρεις διαφορικές παρτιτούρες-συνθέσεις!

Ας πω δε ότι το «εν Φαντασία και Λόγω» και το «τα οράματα του ερωτισμού του» είναι φράσεις του Καβάφη, από στίχους ποιημάτων του που συμπεριλαμβάνονται στην συλλογή του βιβλίου.”

-Η επιλογή σας να ασχοληθείτε αποκλειστικά με τον ερωτικό Καβάφη φωτίζει μια πολύ συγκεκριμένη πλευρά του ποιητή. Είναι ένας Καβάφης που πιστεύετε ότι εξακολουθεί να προκαλεί, να συγκινεί ή ακόμη και να σοκάρει τον σημερινό αναγνώστη; Και τι σημαίνει σήμερα η φράση «ανδρείος της ηδονής»;

“Το «ανδρείος της ηδονής» είναι και αυτό μια δική του φράση, και πιστεύω πως εννοεί μάλλον αυτόν που τολμά να επιθυμεί, κι ακόμα περισσότερο αυτόν που τολμά να ζήσει απόλυτα, πραγματοποιώντας τις επιθυμίες του. Και στις μέρες ως έτσι θα το άκουγα…

Εννοείται, όμως, πώς να τολμάς μεν να επιθυμείς αλλά… χωρίς να προκαλείς, χωρίς να ενοχλείς και χωρίς να βιάζεις!

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν ο Καβάφης στην εποχή μας προκαλεί, συγκινεί ή σοκάρει… – εξαρτάται από τον παραλήπτη! Άλλους θα σοκάρει, άλλους όχι… Τα θέματά του στην εποχή μας φαίνονται να είναι ως και ξεπερασμένα…

Πάντως, το ερωτικό του στοιχείο είναι αναμφίβολα δυσεύρετο, ειδικά σε μια εποχή σαν την δική μας, όπου κυριαρχεί η σεξουαλικότητα έναντι του ερωτισμού, και όπου ο έρωτας κινδυνεύει από τον κατακλυσμό μιας χύδην παν-σεξουαλικότητας!

Ελπίζω να μην ακούγομαι συντηρητικός, διότι δεν είμαι! Έζησα και ζω ελεύθερα – δεν έχω άγνωστες λέξεις… Τόλμησα να ζήσω απόλυτα, διεκδικώντας την ελευθερία μου και πραγματοποιώντας τις επιθυμίες μου!

Αυτήν την φορά, σε αυτήν την έκδοση ηχογραφήσαμε, ναι, την ερωτική του πλευρά… Αν όλα πάνε καλά, έπεται και συνέχεια με τα φιλοσοφικά του, στα οποία ομολογώ πως έχω ιδιαίτερη αδυναμία, κατά πολλούς είναι και κορφή της παγκόσμιας ποίησης!

Κάποια στιγμή αναρωτιόμουν στο στούντιο στην ηχογράφηση, αν όντως αυτά τα ποιήματα αφορούν πια κανέναν… Είχα αμφιβολίες, διότι αφενός κι εγώ «είμαι πια στην ανάμνηση των αισθήσεων», αφετέρου γιατί γύρω μας ο κόσμος χάνεται…

Τότε, ο ηχολήπτης και στενός μας συνεργάτης, ο Κώστας Μπώκος (πολλά του οφείλει το αποτέλεσμα της δουλειάς αυτής – και τον ευχαριστώ!) με ενεθάρρυνε και με παρότρυνε να έχω στο μυαλό μου «το πόσους νέους ανθρώπους μπορεί να βοηθήσει αυτή η συλλογή… – όπως με βοήθησε κι εμένα όταν τον διάβασα στα νειάτα μου», όπως του είχα εξομολογηθεί.

Και όντως, τα ποιήματά του ήταν θυμάμαι τότε (το 1975 -1980) μια παρηγόρια για μένα, ένας σωσίβιος και σύμμαχος λόγος… – ένα κάποιο φως!”

-Έχετε μια μακρά διαδρομή στο θέατρο ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και δάσκαλος υποκριτικής, ενώ παράλληλα σπουδάζετε Κοινωνική Θεολογία και Θρησκειολογία. Πώς συνυπάρχουν μέσα σας ο άνθρωπος του θεάτρου και ο άνθρωπος που μελετά τη θρησκεία, ιδιαίτερα όταν καταπιάνεστε με έναν ποιητή τόσο βαθιά συνδεδεμένο με την επιθυμία, την ηδονή, την αμαρτία και την εσωτερική μνήμη;

“Ναι, καταλαβαίνω την αναρώτησή σας… Χαχαχα – μια χαρά συνυπάρχουν, σας διαβεβαιώ!

Από νέος ακόμα με απασχολούσε το ανθρώπινο… Όλα μου τα διαβάσματα, και η Φιλοσοφία, και η Θεολογία, και το Θέατρο ήταν και είναι όλα ευκαιρίες και δρόμοι για εμβάθυνση και κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης…

Είχα και έχω ακόμα πολλές απορίες, και μόνον απορίες… – απαντήσεις καμιά! Δεν προσπαθώ να πείσω κανέναν και για τίποτα. Τίποτα, πάντως, και κανείς δεν μου στάθηκε εμπόδιο στην αυτογνωσία μου και στην εξερεύνηση γενικότερα της ανθρώπινης διαδρομής.

Ίσως, γιατί κι ο ίδιος δεν παγιδεύτηκα ποτέ σε κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο, ή και δόγμα ακόμα ακόμα, είτε θρησκευτικό είτε πολιτικό. Δεν υπήρξα ποτέ φανατικός ούτε ζηλωτής!

Διαισθάνθηκα, ευτυχώς έγκαιρα, πως όπου οργανώνεται κάτι σε δόγμα, εκεί καταλύεται κάποια ελευθερία. Μένω στην ακαταμάχητη «επί του όρους ομιλία» και πορεύομαι… με τον Χριστό! Το ομολογώ! Είναι μια εσωτερική προσωπική σύνδεση και επικοινωνία, που δεν χρειάζεται να εξηγήσω για αυτήν τίποτα και σε κανέναν.

Κρατώ την φράση των Ορφικών «όποιος γνωρίζει δεν μιλά κι όποιος μιλά δεν ξέρει». Κρατώ και δύο σπουδαίες φράσεις της Εκκλησίας «ειρήνη πάσι» και «αγαπάτε αλλήλους» που μαζί με την φράση του αποστόλου Παύλου «μην γίνεται δούλοι ανθρώπων» μου είναι ήδη μεγάλη περιουσία.

Έχω αφιερώσει την ζωή μου στον αγώνα υπέρ των αδυνάτων, και στον δικαίωμα των ανθρώπων να ζουν ελεύθεροι. Θα ήθελα να είμαι μαθητής του Σωκράτη και αγαπημένος του Ιησού! Ευτυχώς αναπνέω ελεύθερα, και κοιμάμαι έχοντας ήσυχη την συνείδησή μου! Περιουσία μου είναι οι φίλοι μου!

Και… ζηλεύω μια φράση του Σωκράτη, η οποία πολύ θα ήθελα να μου αναλογεί: «σε πολλά διαφέρω από τους πολλούς»! Την είπε στην Απολογία του, κι ο μαθητής του ο Ευριπίδης την δάνεισε στην Μήδεια!

Ναι, είμαι διαρκώς ανάμεσα στο ελληνίζειν και στο χριστιανίζειν! Δεν είναι τρικυμία εν κρανίω –χαχαχα- είναι γαλήνη της ψυχής! Κόπτομαι για την μεγίστη των αρετών: την διάκριση! Όνειρό μου… να ακούω κάποτε μόνον την σιωπή του Θεού!

Αλλά και για ποια αμαρτία μιλάμε; Ο π. Φιλόθεος Φάρος είπε κάποτε κάτι πολύ εύστοχο κατά την γνώμη μου: «αμαρτία υπάρχει μόνον όπου υπάρχει επιλογή». Αυτό απαντά σε πολλά…

Κι αν μιλάμε για «χαμαίζηλα» πάθη, οι Πατέρες λένε πως τα πάθη δεν ξεριζώνονται, παρά κλαδεύονται… Έχουν γνώση…

Κι όλα αυτά χωρίς κατάκριση, ενοχές, και τιμωρία. Ο Χριστιανισμός δεν χωρίζει το σώμα από την ψυχή, δεν απαρνείται την απόλαυση και την χαρά του έρωτα. Εγώ, τουλάχιστον, αυτό έχω καταλάβει…”

-Στον Καβάφη η μνήμη δεν είναι απλώς αναπόληση· πολλές φορές είναι ένας τρόπος να ξαναζήσει κανείς ό,τι έχει χαθεί. Καθώς και εσείς μιλάτε για τη «μνήμη των αισθήσεων», αισθάνεστε ότι, μέσα από αυτή την ηχογράφηση, ερμηνεύετε τελικά περισσότερο τον Καβάφη ή μιλάτε και για τη δική σας σχέση με τον χρόνο, την επιθυμία και τη μνήμη;

“Ναι, είμαι στην «ανάμνηση των αισθήσεων» – βάζω την φράση σε εισαγωγικά γιατί είναι της Ματίνας Μόσχοβη!

Όχι, όχι, δεν μιλώ για τίποτα δικό μου, θα ήταν ανέντιμο εκ μέρους μου. Άλλωστε, αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν… Δεν έχω καμμιά επιθυμία να μιλήσω για την «δική μου» σχέση με τον χρόνο, την επιθυμία και την μνήμη… Ούτε δράττομαι της αναπόλησης του ποιητή για να ξαναζήσω κάτι δικό μου! Όχι…

Εγώ είμαι, και θέλω να παραμείνω, ένας καλός μεσάζων! Ένα εκφραστικό όργανο, που έχω χρέος να είναι πάντα καλά κουρδισμένο, τόσο και έτσι… ώστε να μπορεί να παίξει επάνω του απρόσκοπτα την σύνθεση, την μελωδία που έχει συγγράψει-συνθέσει ο συνθέτης, ο συγγραφέας, ο ποιητής. Μιλώ με όρους μουσικούς, για να καταστήσω ίσως κάπως σαφέστερο αυτό που προσπαθώ να πω…

Ο κάθε ηθοποιός είναι ένα εκφραστικό όργανο… Αν πάρουμε για παράδειγμα μια ορχήστρα, τότε ο ηθοποιός είναι ένα από τα όργανα της ορχήστρας. Άλλος είναι έγχορδο, άλλος πνευστό, άλλος κρουστό…

Κι έχουμε, φερ’ ειπείν μια μουσική, μια μελωδία. Το άκουσμα που θα έχουμε από το μουσικό κομμάτι εξαρτάται από ποιο όργανο θα το εκτελέσει… Ο ηθοποιός, ως ένα μουσικό όργανο, δεν μπορεί να διεκδικεί μερίδιο στην… σύνθεση!

Αρκεί να είναι καλά κουρδισμένος – χορδισμένος, επί το ελληνικότερο! Ασκούμαστε σε αυτό, και στο να μην θέλουμε τίποτα όταν είμαστε στην σκηνή. Ο ρόλος θέλει, ο συγγραφέας θέλει, όχι εμείς… Ο ηθοποιός είναι παρών-απών στην σκηνή – αυτό είναι το στάδιό του, από εκεί ξεκινάει η διακονία του…

Ο τρόπος που έζησε, αυτά που έζησε, οι εμπειρίες του, τα βιώματά του, τα διαβάσματά του, οι επιτυχίες του και οι αποτυχίες του, οι πτώσεις του κι οι ανορθώσεις του, οι χαρές και οι λύπες του, οι έρωτές του και τα πένθη του… όλα, μα όλα… αυτά, αυτά είναι που κουρδίζουν, που σμιλεύουν το είναι του, το εκφραστικό του όργανο, την συνολική εκφραστικότητα τής προσωπικότητάς του!

Κι επειδή είναι όλα θέμα επιλογών… είναι εν πολλοίς υπεύθυνος και για το αποτέλεσμα! Μακάρι ο Θεός να τον αξίωσε να ζήσει… ταλαντούχα!

Το ταλέντο των ηθοποιών (μεγάλη συζήτηση… το τι είναι το ταλέντο) θα έπρεπε να αναζητηθεί στο αν έζησαν ταλαντούχα ή όχι, και όχι στο πώς παίζουν – γιατί η Υποκριτική τους, ο τρόπος που παίζουν, είναι απότοκος του τρόπου που έζησαν!

Συγγνώμη, αν μακρυγόρησα… Αλλά με παρέσυραν οι ωραίες ερωτήσεις σας.

Θα ήθελα και από εδώ, με την ευκαιρία της συνομιλίας μας, να ευχαριστήσω θερμά τον αγαπητό φίλο και ζωγράφο Λάζαρο Πάντο από την Θεσσαλονίκη, που έφτιαξε ειδικά για αυτήν την έκδοση τον πίνακα του εξωφύλλου, και που γενναιόδωρα μάς παραχώρησε πίνακές του, λεπτομέρειες από τους οποίους κοσμούν αυτήν την έκδοση, συνοδεύοντας… τα οράματα του ποιητή!

Η ηχογράφηση έγινε στο studio – 19, με την ευθύνη και την αγάπη, όπως σας είπα, του φίλου Κώστα Μπώκου, μόνιμου συνεργάτη του θεατρικού μας σχήματος «θέατρο ΣΥΝ ΚΑΤΙ»!”

Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος δεν αντιμετωπίζει αυτή την έκδοση ως μια προσωπική επίδειξη ή ως μια ακόμη «ερμηνεία» του Καβάφη. Αντίθετα, επιμένει στην έννοια της υπηρεσίας: ο ηθοποιός, όπως λέει, είναι ένα «εκφραστικό όργανο», ένας «καλός μεσάζων» ανάμεσα στον ποιητή και στον ακροατή.

Ίσως γι’ αυτό και το συγκεκριμένο εγχείρημα αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία. Πενήντα οκτώ ποιήματα ενώνονται σε μια ενιαία αφήγηση, η φωνή συναντά τη μνήμη και ο ηλικιωμένος ποιητής επιστρέφει, μέσα στη νύχτα, στα πρόσωπα, στις αισθήσεις και στα οράματα που καθόρισαν τη ζωή του.

Σε μια εποχή όπου, όπως ο ίδιος παρατηρεί, η σεξουαλικότητα συχνά υπερκαλύπτει τον ερωτισμό, η επιστροφή στον Καβάφη μοιάζει και με μια πρόσκληση για μια διαφορετική ακρόαση: πιο ήσυχη, πιο εσωτερική, πιο προσεκτική.

Να σβήσει, ίσως, το φως. Να υπάρξει σιωπή. Και να αφεθεί ο ποιητής να μιλήσει.

INFO

«τοῦ ἐρωτισμοῦ του τὰ ὁράματα»

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

58 ερωτικά ποιήματα ηχογραφημένα με τη φωνή του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου

Εκδόσεις Αγγελάκη

Μια ιδιαίτερη, σκληρόδετη έκδοση επιλεγμένων ερωτικών ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή, συνοδευόμενη από πίνακες του Λάζαρου Πάντου και την ηχογράφηση των ποιημάτων με τη φωνή του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου.

Η ακρόαση γίνεται μέσω QR code που υπάρχει στο βιβλίο.

Αθήνα 2026
Σελίδες: 144
ISBN: 978-960-616-546-7
Τιμή λιανικής: 25,00€

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αγγελάκη.

Τα πρώτα 150 αντίτυπα είναι συλλεκτικά, αριθμημένα και φέρουν ιδιόχειρη υπογραφή του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή