Η Μυρτώ Παπαχριστοφόρου μιλά στην kontra news για το νέο της έργο “Τόσο πολύ”. Αναζητά τη συνάντηση του ανθρώπου με τον εαυτό του, στο Θέατρο Μικρό Γκλόρια.

του

Σταύρου Ξηντάρα

Υπάρχουν παραστάσεις που αφηγούνται μια ιστορία και υπάρχουν κι εκείνες που μοιάζουν να γεννιούνται από μια εσωτερική ανάγκη· σαν ένα ποιητικό κάλεσμα προς τον θεατή να σταθεί απέναντι στον εαυτό του, στη γλώσσα, στη μνήμη, στην απουσία και στην ανάγκη της ανθρώπινης επαφής. Το νέο έργο της βραβευμένης ποιήτριας και θεατρικής συγγραφέως Μυρτώς Παπαχριστοφόρου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τόσο Πολύ», ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Μετά τις πρώτες παρουσιάσεις του στην ιστορική Οικία Κατακουζηνού, το έργο μεταφέρεται στο Θέατρο Μικρό Γκλόρια για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, φέρνοντας μαζί του έναν ιδιαίτερο σκηνικό κόσμο, όπου η ποίηση και η θεατρική πράξη συνυπάρχουν οργανικά. Ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, στο φως και το σκοτάδι, το οικείο και το άγνωστο, δύο πρόσωπα — μια Γυναίκα κι ένας Άντρας — συναντιούνται σε έναν άχρονο τόπο υπαρξιακής αναζήτησης, κουβαλώντας μέσα τους τις μεγάλες αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου.

Η Μυρτώ Παπαχριστοφόρου δεν περιορίζεται μόνο στη συγγραφή και τη σκηνοθεσία του έργου, αλλά συμμετέχει και επί σκηνής, μετατρέποντας την παράσταση σε μια βαθιά προσωπική κατάθεση. Με γλώσσα ποιητική αλλά ταυτόχρονα άμεση και ανθρώπινη, το «Τόσο Πολύ» επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από την ταυτότητα, τη συνείδηση, τη σιωπή, τον έρωτα, τη μνήμη και τη δυνατότητα ουσιαστικής συνάντησης μεταξύ των ανθρώπων.

Σε μια εποχή όπου η ταχύτητα συχνά συνθλίβει τη σκέψη και η εικόνα αντικαθιστά τον λόγο, η δημιουργός επιλέγει να ρισκάρει καλλιτεχνικά, παραμένοντας πιστή σε μια βαθιά ποιητική και υπαρξιακή θεατρική γραφή. Με αφορμή τη νέα αυτή δουλειά, η Μυρτώ Παπαχριστοφόρου μιλά στην kontra news για την έκθεση του δημιουργού πάνω στη σκηνή, τη σχέση της με τη γλώσσα και την καταγωγή, την ανάγκη του ρίσκου στην τέχνη, αλλά και για το μεγάλο ταξίδι του ανθρώπου μέσα στον χρόνο.

-Σε αυτή την παράσταση δεν μένετε μόνο πίσω από τη σκηνοθετική ματιά, αλλά εκτίθεστε και η ίδια επί σκηνής. Τι αλλάζει όταν η σκηνοθέτις γίνεται ταυτόχρονα μέρος του ίδιου του έργου;

“Τα πάντα. Στην σκηνή ανεβαίνει κανείς χωρίς να γνωρίζει τίποτα. Είναι δύσκολο να εγκαταλείπει όλα όσα έχει γνωρίσει. Είναι όμως ο μόνος αληθινός δρόμος. Προχωρεί μες στα σκοτεινά, κι η τέχνη είναι αυτή η εκμηδένιση της προσωπικότητας κάθε στιγμή.”

-Ως δημιουργός από την Κύπρο, κουβαλάτε μια ιδιαίτερη σχέση με τη γλώσσα, τη μνήμη και την ταυτότητα. Πιστεύετε ότι αυτό επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε το συγκεκριμένο έργο;

“Απολύτως. Αντλώ διπλή καταγωγή, από την Κύπρο κι από την Αργολίδα. Ευτυχώς. Χωρίς αυτή την απόσταση, χωρίς αυτή την σύνθεση, κανένα από τα έργα μου δεν θα ήταν αυτό που είναι. Δεν θα ήμουν ο άνθρωπος που είμαι. Τοποθετώ συνειδητά τον εαυτό μου στην ευρωπαϊκή παράδοση, και τα έργα μου είναι ελληνικά. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό σήμερα, θα ρωτήσει κανείς. Τα ίδια τα έργα μπορούν να δώσουν την απόκριση. Τα παρακολουθώ να γεννούν αμέτρητα ερωτήματα. Απ᾽αυτή την άποψη βρίσκονται νομίζω σ᾽ αντιστοιχία με την εποχή μας. Ποτέ, ωστόσο, οφείλω να το τονίσω, δεν αποδέχτηκα να εγκλωβιστώ μήτε ως δημιουργός, μήτε ως άνθρωπος, μήτε ως γυναίκα, μήτε λόγω καταγωγής, σε μια περιχαρακωμένη αντίληψη γύρω από οποιαδήποτε ταυτότητα. Η ταυτότητα δεν αποτελεί μια κατασκευή. Πλάθεται σ᾽ όλους τους τομείς της ζωής κάθε στιγμή. Κι αν αυτό δεν συμβαίνει, τόσο το χειρότερο για μας. Ό,τι δεν ανασαίνει ζωντανό, πεθαίνει. Ως δημιουργό, μ᾽ έχει αναθρέψει επίσης η οικουμενική συνείδηση. Σ’ αυτήν οφείλω τα πάντα, και δεν θα ήμουν τίποτα χωρίς τον πλατύ ορίζοντα που αυτή έχει δωρίσει στην ζωή μου. Είναι κι ο μόνος ο ορίζοντας που γνωρίζω να ταιριάζει στο ανθρώπινο πνεύμα.”

-Το κείμενο ισορροπεί ανάμεσα στο ποιητικό και το βαθιά ανθρώπινο. Πώς αποφύγατε την παγίδα μιας «δύσκολης» ή αποστασιοποιημένης παράστασης και κρατήσατε τον θεατή συναισθηματικά μέσα σε αυτήν;

“Το ποιητικό, είναι για μένα και βαθειά ανθρώπινο. Και τ᾽ αντίστροφο. Από κει και πέρα, τα κείμενα όπως κάθε άλλη τέχνη οφείλουν να αποφεύγουν την αυταρέσκεια. Αν επιθυμούν αληθινά να συναντήσουν κάτι απ᾽τον εαυτό τους και τον άλλον. Οφείλουν τα πάντα σε κάθε ξεχωριστό αναγνώστη, κάθε ακροατή, κάθε ηθοποιό, κάθε θεατή κι ερμηνευτή. Αυτή ήταν άλλωστε η πρόθεσή μου, μια παράσταση που να μπορεί ν᾽αποτελεί εμπειρία για όλους, ενώ εργαστήκαμε όλοι μαζύ για να φτάσουμε ως εκεί. Οφείλω τα πάντα στους συνεργάτες μου οι οποίοι παρακολούθησαν με αγνή καρδιά κι αφοσίωση όλες τις σκέψεις και τις οδηγίες μου. Η αβίαστη πρόσληψη του έργου είναι αποτέλεσμα του αστείρευτου ταλέντο των δυο εξαιρετικών πρωταγωνιστών της παράστασης, της Θέκλας Φλουρή και του Μιχάλη Φιλίππου, με τους οποίους έχω την τιμή να συνεργάζομαι. Το δικό τους ποιητικό φορτίο την δημουργεί, και ο ξεχωριστός πλούτος που καταθέτουν αυτοί οι δυο ηθοποιοί επί σκηνής. Η παρουσία ακόμα ενός ξεχωριστού και σπάνιου ανθρώπου του θεάτρου μας, του συνεργάτη σκηνοθέτη Στέλιου Ανδρονίκου, ήταν καταλυτική. Η δική του ποίηση βοήθησε ώστε κι η πιο ελάχιστη ιδέα να βρει τον δρόμο της, και ν’ ανθίσει σκηνικά. Το ίδιο ισχύει για τον χώρο που φιλοξένησε τις πρώτες παραστάσεις μας στην Αθήνα, την Οικία Κατακουζηνού. Έναν χώρο που όλοι χρωστάμε στους ανθρώπους που τον φροντίζουν μ᾽ αυταπάρνηση. Το σαλόνι της Οικίας φώτισε σκηνικά με το δικό του ιστορικό φορτίο το έργο. Ως δημιουργός, πιστεύω ακράδαντα πως η τέχνη είναι το αποτέλεσμα σπάνιων συναντήσεων, κι η πίστη μου επιβεβαιώθηκε στο έπακρο σ’ αυτή την περίσταση.”

Συναντά προκλήσεις κανείς σ᾽ ένα τέτοιο έργο.

 “Αμέτρητες. Τα ερωτήματα που γεννώνται είναι αμέτρητα. Με πρώτο και κύριο το ερώτημα της γλώσσας. Πού μπορεί να φτάσει σήμερα; ένα δικό μας νόημα; μια λέξη; η σιωπή μας; για να την νιώσουμε; για να υπάρξει στ’ αλήθεια; Έπειτα, στο έργο παρακολουθούμε την Συνάντηση μιας Γυναίκας κι ενός Άντρα, δυο χαρακτήρων αρχετυπικών. Ο ποιητικός τους λόγος όμως είναι απλός, καθημερινός. Ξετυλίγεται με μεγάλη ακρίβεια ανάμεσα στην πραγματικότητα από την μια, και στ’ όνειρο και στο θαύμα από την άλλη, μες σ’ ένα πρωτόγνωρο τοπίο στοχασμού που δημιουργούν για τους τρεις ρόλους λεπτές, ανυποψίαστες κόγχες της γλώσσας γεμάτες με φως και με σκοτάδι, με μιαν αδιάκοπη εναλλαγή έμμετρων κι άμετρων διαλόγων, με σύγχρονα κι άμεσα εκφραστικά μοτίβα, κάπου σε μια μεθόριο της γλώσσας μας ανάμεσα στον λόγο και στην σιωπή, ανάμεσα στην ανάγκη μας για ουσιαστική επαφή και στην ματαίωσή της, ανάμεσα στην παρουσία και στην απουσία, μες στην διάρκεια τους. Πού βρισκόμαστε; Τα τρία αυτά πρόσωπα συνθέτουν μια αιώρηση στον τόπο και στον χρόνο. Γεννώνται αβίαστα αμέτρητα ερωτήματα. Ποιά είναι αυτά τα πρόσωπα; Πού και πότε συναντώνται; Πού βρίσκονται; Ποιός είναι ο δικός τους τόπος; Τι είναι δικό τους ; Τι ανήκει στον Άλλον; Τι μοιράζονται; Τι στερούνται; Έπειτα τι απ᾽ όσα ζουν συμβαίνει στ’ αλήθεια; Τι από μας σήμερα, στην καρδιά του 21ου αιώνα, εκφράζει η συνάντηση τους; Τέλος, τι θα συνέβαινε αν έριχνε ξάφνου κανείς αυτά τα πρόσωπα μες σ΄ένα θέλημα; σε μιαν απόφαση; σ’ έναν πόθο; σε μια λαχτάρα; σε μιαν υπόσχεση; όπως αναφέρει το κείμενο. Ή, σε μια νέκυια του σύγχρονου κόσμου μας; μέσα στον νήδυμο ύπνο; Για ποιά πρόσωπα τότε θα μιλούσαμε; Ποια θα ήταν η φωνή τους; Και τι θα σήμαινε τότε αυτή η συνάντησή τους;”

-Έχετε ήδη μια σημαντική διαδρομή και αναγνώριση, ακόμη και από την Ακαδημία Αθηνών, αλλά μοιάζετε να επιλέγετε έργα που απαιτούν προσωπικό ρίσκο και έκθεση. Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας προκαλεί σήμερα στο θέατρο;

“Το ταξίδι του ανθρώπου, και της γλώσσας του. Έρχεται αμέσως στον νου μου ένας απλός στίχος. «Μα η ψυχή πάει πέταξε, σαν όνειρο, και φτερουγίζει». Είναι ένας στίχος του Ομήρου που γράφτηκε τρεις ολόκληρους αιώνες προτού ο Πλάτων γράψει το δικό του έργο, κι οχτώ ολόκληρους αιώνες πριν απ᾽ την έλευση του Χριστιανισμού. Ας είμαστε ειλικρινείς. Μια τέχνη που δεν ρισκάρει τίποτα, δεν έχει και λόγο ύπαρξης. Είναι καταδικασμένη. Δεν προτείνει τίποτα και δεν μπορεί να συγκινήσει. Έχει μια αγαπητική σχέση ίσως με το ταμείο, το κατανοώ. Κι αυτό έχει επίσης την σημασία του. Μα δεν δονεί κανέναν. Ο Σολωμός, όταν γράφει πριν από διακόσια χρόνια ρισκάρει τα πάντα. Το ίδιο κι οι μεγάλοι ποιητές, οι μεγάλοι πεζογράφοι μας. Όταν φτιάχνει η Σαπφώ, η Ντίκινσον, η Μπάους, ρισκάρουν τα πάντα. Όταν φτιάχνουν οι μεγάλοι συνθέτες, ρισκάρουν τα πάντα. Χρειάζεται κάποιος να θυσιάσει κάτι. Χωρίς αυτή την θυσία δεν μπορεί να γεννηθεί τ’οτιδήποτε. Δεν ρισκάρει κανείς ασφαλώς στ᾽ όνομα κάποιου ρίσκου. Θυσιάζει με αληθινό κόστος, με πόνο και με τίμημα. Χωρίς όμως αυτή τη θυσία, δεν θα είχαμε ποτέ έργα όπως οι Νεκροί του Ίψεν, η Εννάτη του Μπετόβεν, ο Ματωμένος Γάμος του Λόρκα, ο Ερωτικός του Χατζιδάκι. Επανέρχομαι στον στίχο. «Μα η ψυχή πάει πέταξε, σαν όνειρο, και φτερουγίζει». Είναι λυτρωτικό να βλέπει κανείς το φλογερό, το τολμηρό βέλος του να τεντώνεται για να διασχίσει τους αιώνες και να σημαδέψει γεμάτο θάρρος την σύγχρονη άτολμη ιστορική συγκυρία, την τόσο αβέβαιη, την τόσο ανασφαλή, την τόσο σκοτεινή κι ανίκανη να κυττάξει τον εαυτό της, την ώρα που στέκει φοβική απέναντι στο πρόσωπο της, αμήχανη απέναντι στην αμηχανία της, απέναντι στην αβεβαιότητά της. Ένας τόσο λιτός στίχος, μα τόσο αληθινός, με τόσο θάρρος απέναντι στο σκοτάδι. «Μα ψυχή πάει πέταξε, σαν όνειρο, και φτερουγίζει». Ποιος φοβάται αυτό το τίναγμα; Ποιος φοβάται αυτό το ταξίδι; Ποιον τρομάζουν ακόμα, στον 21ο αιώνα μας, η συνάντηση με τον εαυτό μας, τα δώρα που κομίζει στην ανθρώπινη καρδιά και σκέψη το μακρινό ταξίδι μας στις εποχές του ανθρώπου; Επανέρχομαι στο καίριο ερώτημά σας. Όποιος περιμένει να γεννηθεί τ’ οτιδήποτε χωρίς να θυσιάζει κάτι, θα περιμένει για πολύ.”

Το «Τόσο Πολύ» μοιάζει τελικά λιγότερο με μια συμβατική θεατρική παράσταση και περισσότερο με μια ποιητική εμπειρία εσωτερικής αναμέτρησης. Ένα έργο που επιχειρεί να σταθεί απέναντι στον σύγχρονο φόβο, στην αμηχανία και στη σιωπή, διεκδικώντας χώρο για την ανθρώπινη ευαισθησία, την ποίηση και τη βαθιά ανάγκη της συνάντησης με τον Άλλον.Με αφετηρία τη γλώσσα αλλά προορισμό τον άνθρωπο, η Μυρτώ Παπαχριστοφόρου δημιουργεί ένα σκηνικό σύμπαν όπου το θέατρο λειτουργεί ως τόπος μνήμης, στοχασμού και υπαρξιακής αναζήτησης. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμη του έργου: στην τόλμη του να παραμένει βαθιά ποιητικό σε μια εποχή που συχνά φοβάται την ποίηση.

INFO

«Τόσο Πολύ»
Νέο πρωτότυπο έργο της Μυρτώς Παπαχριστοφόρου

📍 Θέατρο Μικρό Γκλόρια

📅 10–11, 17–18, 24–25 Μαΐου
🕗 Κυριακή στις 20:00 | Δευτέρα στις 18:00
⏳ Διάρκεια: 75 λεπτά

Σύλληψη – Κείμενο – Σκηνοθεσία: Μυρτώ Παπαχριστοφόρου
Ερμηνεύουν: Θέκλα Φλουρή, Μιχάλης Φιλίππου, Μυρτώ Παπαχριστοφόρου

🎟 Προπώληση εισιτηρίων:
«Τόσο Πολύ» – Προπώληση εισιτηρίων

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή