Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2026

«Η Φόνισσα»: Μια μυσταγωγία με τη συγκλονιστική Λυδία Κονιόρδου. Η παράσταση του Σωτήρη Χατζάκη στο θέατρο “Έργον” μετατρέπει το αριστούργημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε μια βαθιά τελετουργική θεατρική εμπειρία, με την κορυφαία ηθοποιό να καθηλώνει και τις πολυφωνίες του θιάσου να προκαλούν ανατριχίλα.

Του

Σταύρου Ξηντάρα

Υπάρχουν στιγμές στο θέατρο που αισθάνεσαι πως δεν παρακολουθείς απλώς μια παράσταση, αλλά συμμετέχεις σε μια τελετουργία. Σε μια εμπειρία που υπερβαίνει τα όρια της θεατρικής αφήγησης και σε οδηγεί σε έναν κόσμο σκοτεινό, βαθιά ανθρώπινο και σπαρακτικά οικουμενικό. Η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όπως παρουσιάζεται στο νέο θέατρο Έργον, ανήκει σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία. Είναι μια μυσταγωγία που σε καθηλώνει, σε αναστατώνει και σε ακολουθεί πολύ μετά το τέλος της.

Στον πυρήνα αυτής της σκηνικής εμπειρίας βρίσκεται η Λυδία Κονιόρδου, η οποία παραδίδει μια συγκλονιστική ερμηνεία. Με τη βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχής, την εκφραστική της δύναμη και την ικανότητά της να μεταμορφώνει ακόμη και την πιο ανεπαίσθητη κίνηση σε φορέα νοήματος, προσεγγίζει τη Φραγκογιαννού με μια σπάνια ένταση. Δεν στέκεται απέναντι στον χαρακτήρα ως μια απλή ερμηνεύτρια μιας τραγικής ηρωίδας. Εισχωρεί στα σκοτεινά μονοπάτια της συνείδησής της, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τις ενοχές, τον πόνο και την παραμορφωμένη αντίληψη μιας γυναίκας που έχει εγκλωβιστεί στα δεσμά της εποχής της, της κοινωνίας και της ίδιας της ύπαρξής της.

Η Φραγκογιαννού της Κονιόρδου δεν είναι μια μονοδιάστατη μορφή που προκαλεί απλώς αποστροφή ή φόβο. Είναι μια τραγική παρουσία, μέσα από την οποία αναδύεται η κοινωνική βία που ασκείται στις γυναίκες, η ασφυκτική μοίρα που τις περιμένει και η απελπισία που μπορεί να διαστρέψει ακόμη και την έννοια της λύτρωσης. Η ηθοποιός δεν αναζητά εύκολες εξηγήσεις ούτε προσφέρει έτοιμες απαντήσεις. Αντίθετα, αφήνει τον θεατή αντιμέτωπο με το αμείλικτο ερώτημα του Παπαδιαμάντη: πώς μπορεί ένας άνθρωπος να φτάσει στο σημείο να θεωρήσει τη φρίκη πράξη ελέους;

Η σκηνοθετική ωριμότητα του Σωτήρη Χατζάκη

Έχοντας παρακολουθήσει και την παλαιότερη σκηνική εκδοχή της «Φόνισσας», η σύγκριση με τη σημερινή παράσταση του Σωτήρη Χατζάκη είναι αναπόφευκτη. Και αυτό που ξεχωρίζει είναι η αίσθηση μιας σκηνοθετικής ματιάς πιο ώριμης από ποτέ. Ο Χατζάκης δεν αντιμετωπίζει το παπαδιαμαντικό έργο ως ένα κλασικό λογοτεχνικό κείμενο που καλείται απλώς να μεταφερθεί στη σκηνή. Αναζητά τον υπόγειο παλμό του, τη σκοτεινή του ποίηση και την τραγική του διάσταση, δημιουργώντας ένα σκηνικό σύμπαν όπου ο λόγος, η μουσική, οι φωνές και η σιωπή λειτουργούν ως μέρη ενός ενιαίου οργανισμού.

Η σκηνοθεσία του διαθέτει εσωτερικότητα, μέτρο και ουσιαστική αίσθηση της τελετουργίας. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με περιττές εξάρσεις, αλλά να οδηγήσει σταδιακά τον θεατή στον ψυχικό κόσμο της Φραγκογιαννούς. Η ένταση οικοδομείται με υπομονή, οι εικόνες αποκτούν συμβολικό βάρος και η τραγικότητα δεν εκβιάζεται. Αναδύεται φυσικά, σχεδόν αναπόδραστα, σαν να αποτελεί μέρος μιας μοίρας που έχει ήδη αποφασιστεί.

Η θεατρική διασκευή και η σκηνοθετική προσέγγιση αναδεικνύουν τη διαχρονικότητα του έργου, χωρίς να αποδυναμώνουν την ιδιότυπη γλώσσα και την ατμόσφαιρα του Παπαδιαμάντη. Η «Φόνισσα» δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση μιας σκοτεινής ιστορίας του παρελθόντος. Μετατρέπεται σε μια επώδυνη κατάδυση στην ανθρώπινη συνείδηση και στους μηχανισμούς μιας κοινωνίας που μπορεί να συνθλίβει τον άνθρωπο προτού εκείνος στραφεί εναντίον των άλλων.

Οι φωνές που γίνονται συλλογική τραγωδία

Ένα από τα πιο καθηλωτικά στοιχεία της παράστασης είναι ο θίασος. Οι ερμηνευτές λειτουργούν ως ένα εξαιρετικά καλοδουλεμένο σύνολο, με αξιοσημείωτη σκηνική πειθαρχία, απόλυτο συντονισμό και εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες. Οι φωνές τους δεν αποτελούν απλώς ένα συνοδευτικό στοιχείο της δράσης. Γίνονται οργανικό μέρος της δραματουργίας, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που άλλοτε υποβάλλει, άλλοτε απειλεί και άλλοτε μοιάζει να εκφράζει τη συλλογική συνείδηση ενός ολόκληρου κόσμου.

Οι πολυφωνίες είναι ανατριχιαστικές. Οι φωνές ενώνονται, διασταυρώνονται και υψώνονται σαν ένας ενιαίος οργανισμός, δημιουργώντας την αίσθηση ενός χορού αρχαίας τραγωδίας. Σε αυτές τις στιγμές, η ατομική ιστορία της Φραγκογιαννούς ξεπερνά τα στενά όρια του προσωπικού δράματος και αποκτά διαστάσεις συλλογικές. Οι άνθρωποι που την περιβάλλουν μοιάζουν να αποτελούν ταυτόχρονα πρόσωπα της ιστορίας, φωνές της κοινωνίας και σκιές της συνείδησής της.

Η μουσική σύνθεση και διδασκαλία του Τάκη Φαραζή συμβάλλει καθοριστικά σε αυτό το ηχητικό σύμπαν, προσδίδοντας στην παράσταση έναν σχεδόν υπνωτικό ρυθμό. Η μουσική δεν λειτουργεί ως απλή επένδυση, αλλά ως ένας ακόμη αφηγητής, που υπογραμμίζει όσα οι λέξεις αδυνατούν να εκφράσουν.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν οι δύο μουσικοί της παράστασης, ο Χρήστος Σύγγελος, που συμμετέχει και ως ψάλτης, και ο Φάνης Μανούσης. Η παρουσία τους αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σκηνικής σύνθεσης. Μέσα από τη μουσική και τη φωνητική τους παρουσία, η θρησκευτικότητα συναντά την αρχαία τραγωδία, δημιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα στη βυζαντινή ψαλτική, τη λαϊκή παράδοση και το τελετουργικό στοιχείο του αρχαίου δράματος.

Η συνάντηση αυτή δεν μοιάζει επιφανειακή ή διακοσμητική. Αντίθετα, προσδίδει στην παράσταση μια βαθύτερη πνευματική διάσταση. Οι ήχοι μοιάζουν να έρχονται από έναν άλλο χρόνο, ενώ οι πολυφωνίες αποκτούν τη δύναμη μιας χορικής επίκλησης. Είναι από εκείνες τις στιγμές που η θεατρική εμπειρία περνά από την ακοή στο σώμα και μετατρέπεται σε ανατριχίλα.

Ένα σκηνικό σύμπαν με τελετουργική δύναμη

Σημαντική είναι και η συμβολή των σκηνικών και των κοστουμιών της Έρσης Δρίνη, που εντάσσονται οργανικά στην αισθητική της παράστασης, καθώς και του σχεδιασμού φωτισμού του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, ο οποίος συμβάλλει στη δημιουργία της σκοτεινής, υποβλητικής ατμόσφαιρας.

Τίποτε δεν μοιάζει αποκομμένο από τη συνολική σκηνοθετική πρόθεση. Η εικόνα, ο ήχος και η κίνηση συνθέτουν ένα ενιαίο σκηνικό τοπίο, μέσα στο οποίο η Φραγκογιαννού μοιάζει να κινείται ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο, στις μνήμες της και σε μια εσωτερική άβυσσο από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει.

Καθοριστική είναι και η παρουσία του ίδιου του Σωτήρη Χατζάκη στον ρόλο του αφηγητή. Η αφηγηματική του λειτουργία συνδέει τα επιμέρους στοιχεία της παράστασης και ενισχύει τη σχέση του θεατή με τον παπαδιαμαντικό λόγο, χωρίς να διαταράσσει τη σκοτεινή ατμόσφαιρα που έχει οικοδομηθεί.

Η τραγωδία ενός ανθρώπου και μιας κοινωνίας

Η δύναμη της «Φόνισσας» βρίσκεται στο ότι δεν επιτρέπει στον θεατή να παραμείνει ένας απλός παρατηρητής. Η ιστορία της Φραγκογιαννούς είναι ακραία, βίαιη και οδυνηρή, αλλά πίσω από την αποτρόπαιη πράξη αναδύεται ένα ευρύτερο κοινωνικό δράμα: η γυναικεία καταπίεση, η φτώχεια, η κοινωνική αδικία, η απουσία επιλογών και η μοίρα που επιβάλλεται στους ανθρώπους πριν ακόμη προλάβουν να ορίσουν τη ζωή τους.

Ο Παπαδιαμάντης δεν προσφέρει μια εύκολη ηθική απάντηση. Και η παράσταση του Χατζάκη σέβεται αυτή τη σύνθετη, αμφίσημη διάσταση του έργου. Δεν αθωώνει τη Φραγκογιαννού, αλλά ούτε την αφήνει να περιοριστεί στην εικόνα ενός τέρατος. Αναζητά τον άνθρωπο μέσα στην αγριότητα, τη ρωγμή μέσα στη βεβαιότητα και την τραγωδία μέσα σε μια πράξη που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.

Αυτή είναι και η ουσιαστική επιτυχία της παράστασης: ότι κατορθώνει να μετατρέψει ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο σε μια ζωντανή θεατρική εμπειρία, χωρίς να του στερήσει το σκοτάδι, την ποίηση και την ηθική του πολυπλοκότητα.

Η «Φόνισσα» στο θέατρο Έργον είναι μια παράσταση που δεν παρακολουθείς απλώς· τη βιώνεις. Με τη Λυδία Κονιόρδου σε μια συγκλονιστική ερμηνεία, τον Σωτήρη Χατζάκη να επιστρέφει στο έργο με μια σκηνοθετική ωριμότητα που εντυπωσιάζει, έναν θίασο απόλυτα συντονισμένο και πολυφωνίες που χαράζονται στη μνήμη, η σκηνή μετατρέπεται σε τόπο συνάντησης της θρησκευτικότητας με την αρχαία τραγωδία, του ατομικού πόνου με τη συλλογική ενοχή.

Μια μυσταγωγία σπάνιας έντασης. Μια παράσταση που σε καθηλώνει και σε αφήνει να αναμετρηθείς με τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής, πολύ μετά την τελευταία της εικόνα.

INFO

«Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Θέατρο: Έργον
Έναρξη παραστάσεων: 1 Οκτωβρίου 2026
Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης
Στον ρόλο της Φόνισσας: Λυδία Κονιόρδου
Μουσική σύνθεση – Διδασκαλία: Τάκης Φαραζής
Σκηνικά – Κοστούμια: Έρση Δρίνη
Αναβιωτής κοστουμιών: Χάρης Σουλιώτης
Σχεδιασμός φωτισμού: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Στέλλα Παπακωνσταντίνου
Αφηγητής: Σωτήρης Χατζάκης
Ερμηνεύουν: Ανδριανή Τουντοπούλου, Μίνα Λουίζου, Αμαλία Τσεκούρα, Φανή Λύκου
Μουσικοί: Χρήστος Σύγγελος (ψάλτης), Φάνης Μανούσης
Διεύθυνση παραγωγής: Φαίη Σούκου
Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Άρης Ασπρούλης
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Social Media: Γλυκερία Συμπλικού, Σβέτα Χαλκίδη
Διαφήμιση: Renegade Media
Παραγωγή: ergonproductions – Γιώργος Βάλαρης

Χώρος: Θέατρο Έργον, Ζωοδόχου Πηγής 3 και Ακαδημίας, Αθήνα.
Χωρητικότητα θεάτρου: 300 θέσεις.

Πληροφορίες και εισιτήρια: ticketservices.gr

Σχετικά Άρθρα

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή