Ελένη Παπαδοπούλου – Νίκος Κουραβάνας: «Οι οικογενειακοί δεσμοί μας καθορίζουν σε όλη μας τη ζωή!» Με αφετηρία την ψυχολογία και την πολυετή εμπειρία τους στη συμβουλευτική και την εκπαίδευση, οι δυο συγγραφείς υπογράφουν το βιβλίο «Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αγγελάκη.

Του

Σταύρου Ξηντάρα

Η Ελένη Παπαδοπούλου και ο Νίκος Κουραβάνας μιλούν στην kontra news για τις σχέσεις γονιών και παιδιών, τα βιώματα που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, τα όρια που δοκιμάζουν τους οικογενειακούς δεσμούς και τη διαρκή προσπάθεια να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας μέσα από τους ανθρώπους που μας μεγάλωσαν.

Η οικογένεια είναι ο πρώτος κόσμος που γνωρίζουμε. Μέσα σε αυτήν διαμορφώνουμε τις αντιλήψεις μας για την αγάπη, την ασφάλεια, την αποδοχή και την επικοινωνία, ενώ συχνά αποκτούμε τρόπους συμπεριφοράς που μας ακολουθούν πολύ πέρα από την παιδική ηλικία. Οι σχέσεις με τους γονείς μας, οι προσδοκίες που διαμορφώνονται, οι συγκρούσεις που μένουν άλυτες και οι ανάγκες που δεν βρίσκουν ανταπόκριση μπορούν να επηρεάσουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους ως ενήλικες.

Πόσο καλά γνωρίζουμε, όμως, τις οικογενειακές δυναμικές που καθορίζουν τη ζωή μας; Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε συμπεριφορές που επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά και να δημιουργήσουμε διαφορετικές, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τα παιδιά μας και τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πώς αλλάζει ο ρόλος του γονιού όταν το παιδί ενηλικιώνεται, διεκδικεί την ανεξαρτησία του και χαράζει τη δική του πορεία;

Στο βιβλίο τους «Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν», η Ελένη Παπαδοπούλου και ο Νίκος Κουραβάνας προσεγγίζουν την οικογένεια ως ένα ζωντανό σύστημα σχέσεων, το οποίο διαμορφώνεται και εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Με επίκεντρο τον δια βίου ρόλο του γονιού, αναδεικνύουν τη σημασία της αυτογνωσίας, της συναισθηματικής παρουσίας, της επικοινωνίας και των ορίων, υπογραμμίζοντας ότι οι οικογενειακοί δεσμοί δεν διατηρούνται από μόνοι τους, αλλά χρειάζονται συνεχή φροντίδα και ουσιαστική συμμετοχή.

Οι δύο συγγραφείς, με σπουδές στην ψυχολογία και σε συναφή επιστημονικά πεδία, καθώς και με σημαντική εμπειρία στη συμβουλευτική και την εκπαίδευση, μιλούν στην kontra news για όσα μας συνδέουν με την οικογένεια μέσα στην οποία μεγαλώσαμε, αλλά και για όσα μπορούμε να αλλάξουμε, ώστε να μη μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές τα τραύματα και τις δυσκολίες του παρελθόντος.

1. Έχετε και οι δύο μακρά πορεία στον χώρο της ψυχολογίας, της εκπαίδευσης και της συμβουλευτικής, ενώ έχετε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις σχέσεις γονιών και παιδιών. Ποια ανάγκη ή ποια διαπίστωση μέσα από την επαγγελματική σας εμπειρία σας οδήγησε να γράψετε το «Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν»;

Ε.Π.: Το παρόν βιβλίο αποτελεί απόσταγμα της επαγγελματικής μας εμπειρίας που αποκτήθηκε μέσα από ατομικές συνεδρίες με ανθρώπους, των οποίων τα αιτήματα αφορούσαν, σε μεγάλο βαθμό, ζητήματα που συνδέονται με την οικογένεια. Σε όποια ηλικία κι αν είναι τα παιδιά, οι γονείς φαινόταν πως έχουν την ίδια αγωνία, το ίδιο νοιάξιμο και την ίδια ανάγκη για φροντίδα, στήριξη ή και παρέμβαση. Μέσα από τις αφηγήσεις των προσωπικών δυσκολιών και προβληματισμών φαίνεται ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζουν οι οικογενειακές σχέσεις στην ψυχολογική κατάσταση και την ευρύτερη συναισθηματική ανάπτυξη του ατόμου. Παράλληλα, πολύτιμη πηγή γνώσης και έμπνευσης αποτέλεσε η υλοποίηση ομάδων στις Σχολές Γονέων, στο πλαίσιο ενός προγράμματος του Υπουργείου Παιδείας και του ΙΝΕΔΙΒΙΜ, με τη συμμετοχή γονέων παιδιών διαφορετικών ηλικιακών ομάδων, και μέσω ομάδων μεγαλύτερης ηλικίας, τα παιδιά των οποίων είχαν πλέον ενηλικιωθεί, που οργανώνονταν στο πλαίσιο των ΚΑΠΗ, από το ίδιο πρόγραμμα.

Οπότε μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου θέλουμε να μιλήσουμε για τους παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη και την ενίσχυση των οικογενειακών δεσμών, αλλά και εκείνους που μπορούν να οδηγήσουν στη σταδιακή αποδυνάμωσή τους. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τρόπο με τον οποίο τα βιώματα της παιδικής ηλικίας, η άσκηση των γονεϊκών ρόλων και οι ξεχωριστές εμπειρίες και πορείες ζωής των μελών μιας οικογένειας επηρεάζουν τη διαμόρφωση των σχέσεών τους και καθορίζουν την εξέλιξή τους με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, διερευνώνται οι ποικίλες εκφάνσεις και οι δυναμικές των οικογενειακών σχέσεων, με έμφαση στην ευθύνη και τη συμβολή των γονέων στη διαμόρφωση του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Με αυτή την αφετηρία, η συγγραφή του βιβλίου φιλοδοξεί να προσφέρει στους αναγνώστες το έναυσμα για σκέψη και προσωπικό προβληματισμό, ενθαρρύνοντάς τους να προσεγγίσουν με μεγαλύτερη προσοχή και επίγνωση τις οικογενειακές τους σχέσεις. Απώτερος σκοπός είναι να αναγνωρίσουν τις δυνατότητες βελτίωσής τους και να αναζητήσουν τρόπους με τους οποίους μπορούν να συμβάλουν ενεργά στη διαμόρφωση πιο ουσιαστικών, λειτουργικών και ικανοποιητικών σχέσεων με τα μέλη της οικογένειάς τους.

2. Στο βιβλίο μιλάτε για οικογενειακά μοτίβα, άγραφους νόμους, σιωπηλές συμμαχίες και άλυτες συγκρούσεις. Πόσο συχνά οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν μέσα στη δική τους οικογένεια συμπεριφορές που έχουν βιώσει ως παιδιά, ακόμη κι όταν συνειδητά έχουν αποφασίσει να μην τις επαναλάβουν; Και πώς μπορεί να σπάσει ένας τέτοιος κύκλος;

Ν.Κ.: Η οικογένεια μέσα στην οποία μεγαλώνουμε αποτελεί το πρώτο περιβάλλον όπου μαθαίνουμε τι σημαίνει αγάπη, φροντίδα, επικοινωνία, σύγκρουση και όρια. Μέσα από τις σχέσεις με τους γονείς μας διαμορφώνουμε τρόπους να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, να διεκδικούμε τις ανάγκες μας και να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες. Πολλά από αυτά τα μοτίβα τα υιοθετούμε ασυνείδητα και τα μεταφέρουμε αργότερα στις δικές μας σχέσεις, ακόμη κι όταν έχουμε υποσχεθεί στον εαυτό μας ότι δεν θα επαναλάβουμε τα λάθη των γονιών μας.

Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου οι συγκρούσεις αποφεύγονταν ή αποσιωπούνταν, μπορεί ως ενήλικας να δυσκολεύεται να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του, φοβούμενος ότι θα διαταράξει τη σχέση. Αντίστοιχα, κάποιος που βίωσε υπερβολικό έλεγχο μπορεί, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να γίνεται ελεγκτικός με τα δικά του παιδιά, θεωρώντας ότι έτσι τα προστατεύει. Συχνά, μάλιστα, οι συμπεριφορές αυτές δεν αναπαράγονται επειδή οι άνθρωποι επιθυμούν να πληγώσουν τους άλλους, αλλά επειδή αποτελούν τους τρόπους που έχουν μάθει να σχετίζονται.

Ο κύκλος αυτός, ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτος. Το πρώτο βήμα για να σπάσει είναι η αναγνώριση των μοτίβων μας και η κατανόηση της προέλευσής τους. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποιες συμπεριφορές έχουμε κληρονομήσει από την οικογένειά μας, ποιες ανάγκες εξυπηρετούσαν κάποτε και αν εξακολουθούν να είναι λειτουργικές στη σημερινή μας ζωή. Η αυτογνωσία μάς βοηθά να διακρίνουμε το παρελθόν από το παρόν και να αναλάβουμε την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους που αγαπάμε.

Εξίσου σημαντικό είναι να μάθουμε να επικοινωνούμε ουσιαστικά, να θέτουμε όρια, να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και να αποδεχόμαστε ότι η αλλαγή απαιτεί χρόνο και προσπάθεια. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε όσα βιώσαμε ως παιδιά, μπορούμε όμως να επιλέξουμε τι θα μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές. Η ουσιαστική αλλαγή αρχίζει όταν σταματάμε να λειτουργούμε αυτόματα και αποκτούμε τη δυνατότητα να επιλέγουμε συνειδητά διαφορετικές συμπεριφορές. Γιατί τελικά, δεν είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε την οικογενειακή μας ιστορία. Μπορούμε να την κατανοήσουμε, να συμφιλιωθούμε με όσα μας σημάδεψαν και να γράψουμε ένα διαφορετικό κεφάλαιο στις σχέσεις μας με τα παιδιά μας και τους ανθρώπους που αγαπάμε.

3. Υποστηρίζετε ότι ο ρόλος του γονιού είναι δια βίου και ότι η σχέση γονιού και παιδιού δεν τελειώνει όταν το παιδί ενηλικιωθεί. Πού σταματά όμως η γονεϊκή φροντίδα και πού αρχίζει η ανάγκη του ενήλικου παιδιού για αυτονομία; Ποιο είναι το όριο που συχνά δυσκολεύονται να σεβαστούν και οι δύο πλευρές;

Ε.Π.: Ο ρόλος του γονιού είναι πράγματι δια βίου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένει ίδιος σε όλες τις φάσεις της ζωής του παιδιού. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, η γονεϊκή φροντίδα χρειάζεται να μετασχηματίζεται: από την προστασία και την καθοδήγηση περνά σταδιακά στην υποστήριξη, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό της αυτονομίας του. Ο γονιός καλείται να αποδεχτεί ότι το ενήλικο παιδί του έχει πλέον τη δική του προσωπικότητα, τις δικές του αξίες, τις δικές του επιλογές και το δικαίωμα να χαράξει τη δική του πορεία, ακόμη κι όταν αυτή διαφέρει από τις προσδοκίες του.

Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη φροντίδα και τον έλεγχο βρίσκεται στην ελευθερία που αφήνουμε στον άλλον. Η φροντίδα προσφέρεται χωρίς να απαιτεί ανταλλάγματα, υπακοή ή επιβεβαίωση της αγάπης. Αντίθετα, όταν η βοήθεια συνοδεύεται από παρεμβάσεις, ενοχές ή την προσδοκία ότι το παιδί οφείλει να ανταποκριθεί στις επιθυμίες του γονιού, τότε κινδυνεύει να μετατραπεί σε βάρος. Από την άλλη πλευρά, και το ενήλικο παιδί χρειάζεται να αναγνωρίσει ότι η αυτονόμηση δεν προϋποθέτει την απόρριψη των γονιών του. Μπορεί να τους αγαπά, να τους φροντίζει και να διατηρεί ουσιαστική επαφή μαζί τους, χωρίς να αισθάνεται υπεύθυνο για κάθε συναισθηματική τους ανάγκη ή να θυσιάζει τη δική του ισορροπία για να τους ικανοποιεί. Η θέσπιση ορίων δεν αποτελεί ένδειξη αχαριστίας ή έλλειψης αγάπης, αλλά έναν τρόπο να διαμορφωθεί μια πιο ώριμη και ισότιμη σχέση.

Το όριο που δυσκολεύονται συχνά να σεβαστούν και οι δύο πλευρές είναι η διάκριση ανάμεσα στο «νοιάζομαι για σένα» και στο «αποφασίζω για σένα». Ο γονιός χρειάζεται να μάθει να προσφέρει χωρίς να επιβάλλεται, να μην προσπαθεί να ζήσει μέσα από τη ζωή του παιδιού του και να μην προσπαθεί να καλύψει τις δικές του ανάγκες ενώ το παιδί να διεκδικεί την ανεξαρτησία του χωρίς να αισθάνεται διαρκώς ενοχές. Αυτό απαιτεί αμοιβαία κατανόηση, ειλικρινή επικοινωνία και αποδοχή των νέων ρόλων. Τελικά, η ωριμότητα της γονεϊκής αγάπης δεν φαίνεται από το πόσο απαραίτητος παραμένει ο γονιός στη ζωή του παιδιού του, αλλά από το κατά πόσο μπορεί να στέκεται δίπλα του χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του. Γιατί ο στόχος δεν είναι το παιδί να παραμένει εξαρτημένο από τον γονιό, αλλά να μπορεί να απομακρύνεται, να εξελίσσεται και να επιστρέφει στη σχέση από δική του επιθυμία. Η αγάπη δεν χάνει την αξία της όταν αφήνει χώρο στην αυτονομία· αντίθετα, τότε μπορεί να γίνει πιο ουσιαστική, ελεύθερη και βαθιά.

4. Η απουσία, οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας μπορούν να επηρεάσουν τις σχέσεις μας πολλά χρόνια αργότερα. Είναι όμως απαραίτητο να «λύσουμε» όλα όσα συνέβησαν στην οικογένεια που μεγαλώσαμε για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε υγιείς σχέσεις ως ενήλικες;

Ν.Κ.: Δεν είναι απαραίτητο να έχουμε επουλώσει όλες τις πληγές της παιδικής μας ηλικίας για να δημιουργήσουμε υγιείς σχέσεις ως ενήλικες. Η προσωπική εξέλιξη είναι μια συνεχής διαδικασία που απαιτεί προσπάθεια, ωριμότητα και θέληση. Σημαντικό είναι να κατανοήσουμε πώς οι πρώιμες εμπειρίες μας εξακολουθούν να επηρεάζουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις σχέσεις μας. Η απουσία ενός γονιού, η συναισθηματική απόσταση ή οι ανεκπλήρωτες ανάγκες μπορεί να αφήσουν βαθιά σημάδια. Έτσι, κάποιος που δεν ένιωσε αποδοχή μπορεί να αναζητά διαρκώς επιβεβαίωση ή να φοβάται την απόρριψη, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί και να εκφράσει τις ανάγκες του. Το παρελθόν δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο, μπορεί όμως να καθορίζει τις επιλογές μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Η αλλαγή αρχίζει όταν αναγνωρίζουμε τι μας έλειψε, ποιες προσδοκίες διατηρούμε και ποιες συμπεριφορές επαναλαμβάνουμε, προσπαθώντας να καλύψουμε παλιές ανάγκες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κατηγορούμε τους γονείς μας ή να περιμένουμε από εκείνους να αλλάξουν και να μας προσφέρουν όσα στερηθήκαμε. Κάποιες φορές, δεν μπορούν να κατανοήσουν τον πόνο μας ή να ανταποκριθούν στις ανάγκες μας.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν, μπορούμε όμως να επιλέξουμε πώς θα επηρεάζει το μέλλον μας. Η διαδικασία αυτή μπορεί να απαιτεί προσωπική προσπάθεια, βοήθεια από έναν ειδικό και επαναπροσδιορισμό των ορίων μας. Ίσως χρειαστεί, επίσης, να αποδεχτούμε ότι ορισμένες οικογενειακές σχέσεις δεν θα γίνουν ποτέ όπως θα θέλαμε. Η αποδοχή δεν σημαίνει δικαιολόγηση ή λήθη, αλλά απελευθέρωση από την αναμονή απαντήσεων που μπορεί να μην έρθουν ποτέ. Δεν χρειάζεται να έχουμε θεραπεύσει κάθε πληγή για να αγαπήσουμε ουσιαστικά. Χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες μας, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των συμπεριφορών μας και να μην αφήνουμε τον παλιό πόνο να καθορίζει τις σχέσεις μας. Η ωριμότητα δεν βρίσκεται στην απουσία δυσκολιών, αλλά στην ικανότητα να τις κατανοούμε και να τις διαχειριζόμαστε συνειδητά. Δεν είμαστε μόνο το αποτέλεσμα της οικογένειάς μας, αλλά και οι άνθρωποι που επιλέγουμε να γίνουμε. Η ουσιαστική ελευθερία της ενηλικίωσης είναι να κρατήσουμε από το παρελθόν όσα μας βοηθούν να εξελιχθούμε, χωρίς να επαναλαμβάνουμε όσα μας πλήγωσαν.

5. Μιλάτε για τη «δια βίου μάθηση των γονιών» ως επένδυση στη σχέση και όχι απλώς στη γνώση. Τι σημαίνει στην πράξη να είναι ένας γονιός πραγματικά παρών –σωματικά, ψυχικά, συναισθηματικά και γνωστικά– και ποιο είναι ίσως το σημαντικότερο λάθος που κάνουν οι γονείς σήμερα χωρίς να αντιλαμβάνονται τις συνέπειές του;

Ε.Π.: Η δια βίου μάθηση των γονιών δεν αφορά μόνο την απόκτηση γνώσεων, αλλά κυρίως τη διάθεση να κατανοούν καλύτερα τον εαυτό τους και τα παιδιά τους, να αναγνωρίζουν τα λάθη τους και να εξελίσσονται μαζί τους. Γιατί το να είσαι γονιός δεν σημαίνει ότι έχεις όλες τις απαντήσεις, αλλά ότι παραμένεις πρόθυμος να ακούσεις και να μάθεις. Στην πράξη, πραγματικά παρών σημαίνει να διαθέτεις χρόνο και ουσιαστική προσοχή στο παιδί σου, να ενδιαφέρεσαι όχι μόνο για όσα κάνει, αλλά και για όσα αισθάνεται και σκέφτεται. Να μπορείς να ακούς χωρίς να κρίνεις, να αποδέχεσαι τα συναισθήματά του χωρίς να σπεύδεις να τα διορθώσεις και να προσπαθείς να κατανοήσεις τον κόσμο μέσα από τη δική του ματιά. Σημαίνει, επίσης, να αποδέχεσαι ότι το παιδί σου είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, με δικές του ανάγκες, επιθυμίες και επιλογές. Επομένως, ο γονιός θα πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού με βάση την ηλικία. Είναι σημαντικό ο γονιός να είναι παρών, διακριτικά και υποστηρικτικά δίπλα στο παιδί. Κάποιες φορές οι γονείς δεν αντιλαμβάνονται ότι τα παιδιά έχουν μεγαλώσει και δεν είναι πλέον μικρά παιδιά.

Ίσως ένα από τα σημαντικότερα λάθη των γονιών σήμερα είναι ότι συγχέουν τη φροντίδα με την κάλυψη των πρακτικών αναγκών του παιδιού. Ασχολούνται με την εκπαίδευση, τις δραστηριότητες και την επιτυχία του, αλλά συχνά παραμελούν την ουσιαστική συναισθηματική επικοινωνία. Μπορεί να γνωρίζουν τι κάνει καθημερινά, χωρίς να γνωρίζουν τι το προβληματίζει ή τι δυσκολεύεται να εκφράσει. Παράλληλα, πολλές φορές σπεύδουν να συμβουλεύσουν ή να διορθώσουν, αντί να ακούσουν πραγματικά. Η ουσιαστική γονεϊκή παρουσία δεν απαιτεί τελειότητα, αλλά διάθεση για αυτογνωσία, αλλαγή και επανόρθωση. Απαιτεί να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας, να ζητάμε συγγνώμη και να προσαρμόζουμε τη στάση μας καθώς το παιδί μεγαλώνει. Τελικά, δεν αρκεί να αγαπάμε τα παιδιά μας· χρειάζεται να τα βοηθάμε να αισθάνονται αυτή την αγάπη. Η μεγαλύτερη επένδυση ενός γονιού είναι να δημιουργήσει μια σχέση στην οποία το παιδί νιώθει ασφάλεια να εκφράζεται ελεύθερα, να διαφωνεί και να εξελίσσεται χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την αποδοχή και την αγάπη του.

6. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους μας, είτε έχουμε τον ρόλο του παιδιού είτε του γονιού. Αν μπορούσατε να αφήσετε στον αναγνώστη μία μόνο σκέψη μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου, ποια θα θέλατε να είναι αυτή για την οικογένεια, τους δεσμούς μας και τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουμε –και συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε– ο ένας μέσα από τον άλλον;

Οι οικογενειακοί δεσμοί μας καθορίζουν σε όλη μας τη ζωή!

Η οικογένεια δεν είναι μια σχέση που διαμορφώνεται οριστικά στα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Είναι ένας δεσμός που μας συνοδεύει, μας επηρεάζει και μεταβάλλεται μαζί μας, καθώς περνάμε από διαφορετικές ηλικίες και ρόλους. Η κατανόηση του παρελθόντος, η αναγνώριση των προσωπικών μας ορίων και η διάθεση να ακούμε πραγματικά τους ανθρώπους που αγαπάμε αποτελούν σημαντικά βήματα προς πιο ουσιαστικές σχέσεις.

Όπως αναδεικνύουν η Ελένη Παπαδοπούλου και ο Νίκος Κουραβάνας, η οικογένεια δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να αποτελεί πηγή αγάπης και εξέλιξης. Χρειάζεται, όμως, φροντίδα, επίγνωση και τη διάθεση των μελών της να αναγνωρίζουν τις δυσκολίες, να επαναπροσδιορίζουν τους ρόλους τους και να αφήνουν χώρο ο ένας στην προσωπική πορεία του άλλου. Γιατί οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν δεν είναι μόνο εκείνοι που μας διαμόρφωσαν, αλλά και εκείνοι που συνεχίζουμε να χτίζουμε σε όλη μας τη ζωή.

INFO

«Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν»

Συγγραφείς: Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας
Εκδόσεις: Αγγελάκη
Τόπος και έτος έκδοσης: Αθήνα, 2026
Σελίδες: 328
ISBN: 978-960-616-560-3
Τιμή λιανικής: 15,00 €
Τιμή στο ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων: 13,50 €

Περισσότερες πληροφορίες και αγορά: angelakis.gr

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Το βιβλίο περιγράφει τις οικογενειακές σχέσεις σε όλες τις ηλικίες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον δια βίου ρόλο του γονιού και στις ευθύνες, τις δεσμεύσεις, τα συναισθήματα και τις εντάσεις που τον συνοδεύουν. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι οικογενειακοί δεσμοί συμβάλλουν στην αυτογνωσία και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διαρκούς ενασχόλησης με τις σχέσεις και της συναισθηματικής παρουσίας των γονιών.

Μέσα από την προσέγγιση οικογενειακών μοτίβων, άγραφων νόμων, σιωπηλών συμμαχιών, άλυτων συγκρούσεων, τραυμάτων του παρελθόντος και ανεκπλήρωτων προσδοκιών, οι συγγραφείς προσκαλούν τον αναγνώστη να προβληματιστεί και να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται στη θέση του παιδιού ή του γονιού. Κεντρική θέση έχει η άποψη ότι η σχέση γονιού και παιδιού δεν ολοκληρώνεται με την ενηλικίωση, αλλά εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Οι συγγραφείς

Νίκος Κουραβάνας

Ο Νίκος Κουραβάνας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, ενώ έχει ρίζες από τη Λαμία και την Κρήτη. Αποφοίτησε από το τμήμα Ελληνικού Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Συνέχισε με μεταπτυχιακές εξειδικεύσεις στις «Επιστήμες της Αγωγής» στο ΕΑΠ, στον «Κοινωνικό αποκλεισμό και ανθρώπινα δικαιώματα» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στην Κλινική Ψυχολογία, με κατεύθυνση τη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία, στο Hellenic American University.

Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια σχετικά με τη διαχείριση του χωρισμού και του διαζυγίου των γονέων, τη συμβουλευτική και τη θεραπεία ζεύγους και οικογένειας, καθώς και τη Θετική Ψυχολογία. Διατηρεί το ιστολόγιο ψυχολογίας «ευΨυχία» και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Σε συνεργασία με τη σύζυγό του, Ελένη Παπαδοπούλου, έχει συγγράψει τα ψυχοθεραπευτικά παραμύθια «Η Χρυσομαλλούσα και το μαγικό στέμμα» και «Λίνα, η γλυκιά κροκοδειλίνα», που αφορούν παρορμητικές συμπεριφορές στα παιδιά, καθώς και τα βιβλία ψυχολογίας «Κράτα μου το χέρι», «Μη σταματάς να πιστεύεις» και «Φωτογραφοθεραπεία και παραμυθοθεραπεία». Διατηρεί ιδιωτικό γραφείο στα Σεπόλια μαζί με τη σύζυγό του.

Ελένη Παπαδοπούλου

Η Ελένη Παπαδοπούλου γεννήθηκε στην Καρδίτσα και μεγάλωσε στο χωριό Μάρκο, πριν μεταβεί στην Αθήνα για τις σπουδές της. Σπούδασε Ψυχολογία, Κοινωνιολογία και Επικοινωνία, Μέσα και Πολιτισμό στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με αντικείμενο τη «Δυσλεξία – Επικοινωνία σε πολυγλωσσικό περιβάλλον και χρήση νέας τεχνολογίας», ως υπότροφος του ΙΚΥ, καθώς και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στον τομέα «Κοινωνικός αποκλεισμός και ανθρώπινα δικαιώματα».

Έχει εκπαιδευτεί στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, στην εκπαίδευση ενηλίκων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και στη Θετική Ψυχολογία. Έχει εργαστεί ως εκπαιδεύτρια σε ομάδες στις Σχολές Γονέων του ΙΝΕΔΙΒΙΜ και στα Κέντρα Διά Βίου Μάθησης. Διαθέτει άδεια άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου και είναι τακτικό μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ).

Διατηρεί το ιστολόγιο ψυχολογίας «ευΨυχία» και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Μαζί με τον σύζυγό της, Νίκο Κουραβάνα, έχει συγγράψει τα ψυχοθεραπευτικά παραμύθια «Η Χρυσομαλλούσα και το μαγικό στέμμα» και «Λίνα, η γλυκιά κροκοδειλίνα», καθώς και τα βιβλία ψυχολογίας «Κράτα μου το χέρι», «Μη σταματάς να πιστεύεις» και «Φωτογραφοθεραπεία και παραμυθοθεραπεία». Διατηρεί ιδιωτικό γραφείο ψυχολόγου στα Σεπόλια μαζί με τον σύζυγό της.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή