«Άλκηστις»: Η επιστροφή από τον θάνατο δεν σημαίνει και λύτρωση. Μια πολυδαίδαλη σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά, σε μια άρτια παραγωγή του Εθνικού μας Θεάτρου.
του
Σταύρου Ξηντάρα
Η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, που περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, μετατρέπει το αινιγματικό έργο του Ευριπίδη “Αλκηστις” σε μια σκοτεινή παραβολή για την αυτοθυσία, την εξουσία και τη συλλογική συνενοχή.
Η «Άλκηστις» είναι ένα από τα πιο παράξενα και δυσερμήνευτα έργα του Ευριπίδη. Τραγωδία, τραγικωμωδία ή έργο με στοιχεία σατυρικού δράματος; Η ιστορία μιας γυναίκας που δέχεται να πεθάνει για να σώσει τον σύζυγό της και τελικά επιστρέφει στη ζωή δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, θέτει ερωτήματα για την αγάπη, τον φόβο του θανάτου, την αυτοθυσία και την ηθική ευθύνη όσων επιβιώνουν χάρη στη θυσία κάποιου άλλου.

Στην παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, ο Δημήτρης Καραντζάς επιλέγει να διαβάσει το έργο κυρίως ως μια πολιτική και έμφυλη παραβολή. Η Άλκηστις δεν παρουσιάζεται ως εξιδανικευμένο πρότυπο συζυγικής αφοσίωσης, αλλά ως γυναίκα εγκλωβισμένη σε ένα σύστημα που θεωρεί αυτονόητο ότι εκείνη μπορεί να θυσιαστεί, ώστε να συνεχίσει να ζει ο άνδρας, ο βασιλιάς και η εξουσία που εκπροσωπεί.
Η σκηνοθεσία μετατρέπει έτσι τη θυσία της σε μια σχεδόν δημόσια εκτέλεση. Η κοινωνία γύρω της θρηνεί, συγκινείται και εξυμνεί την πράξη της, χωρίς όμως να αμφισβητεί πραγματικά την αδικία που την οδήγησε στον θάνατο. Η Άλκηστις πρέπει να χαθεί, ώστε όλοι οι υπόλοιποι να συνεχίσουν κανονικά τη ζωή τους.

Ένας κόσμος χωρίς ισορροπία
Καθοριστικό ρόλο στην παράσταση έχει το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη. Μια μεγάλη, μαύρη μεταλλική κατασκευή, γεμάτη κεκλιμένα επίπεδα, ανοίγματα και μηχανισμούς, κυριαρχεί στον χώρο. Δεν αναπαριστά απλώς το παλάτι του Άδμητου. Είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που έχει χάσει την ισορροπία της.
Οι ηθοποιοί γλιστρούν, πέφτουν, έρπουν και προσπαθούν συνεχώς να σταθούν όρθιοι. Η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου αποτυπώνει έναν κόσμο ηθικά και σωματικά ασταθή, στον οποίο κανείς δεν μπορεί να πατήσει με ασφάλεια. Η βασική εικόνα είναι εξαιρετικά δυνατή: όλοι αγωνίζονται να επιβιώσουν πάνω σε ένα έδαφος που καταρρέει.
Η σκηνική εγκατάσταση λειτουργεί παράλληλα ως μουσικό όργανο. Οι μεταλλικοί ήχοι, οι χορδές, τα χτυπήματα των σωμάτων και η μουσική του Panú δημιουργούν ένα σκοτεινό, σχεδόν υπόγειο ηχητικό τοπίο. Ο ήχος μοιάζει να αναδύεται από τα σπλάχνα της σκηνής, σαν ο θάνατος να είναι ήδη παρών πριν ακόμη εμφανιστεί.
Ωστόσο, η ισχυρή αυτή σκηνοθετική ιδέα επαναλαμβάνεται περισσότερο από όσο χρειάζεται. Το συνεχές γλίστρημα και οι πτώσεις, που αρχικά λειτουργούν συμβολικά και εντυπωσιακά, σταδιακά χάνουν μέρος της έντασής τους. Όταν κάθε κίνηση δηλώνει αστάθεια, ο συμβολισμός γίνεται προβλέψιμος και η εικόνα κινδυνεύει να περιορίσει τη δράση αντί να την απελευθερώσει.

Η Άλκηστις ως άνθρωπος και όχι ως σύμβολο
Στον ομώνυμο ρόλο, η Ηρώ Μπέζου δίνει στην Άλκηστη ανθρώπινη υπόσταση και αποφεύγει την εξιδανίκευση. Η ηρωίδα της δεν πεθαίνει ήρεμα ως μια αγία της συζυγικής αφοσίωσης. Φοβάται, πονά, θυμώνει και αντιλαμβάνεται πλήρως ότι εγκαταλείπει τη ζωή και τα παιδιά της.
Οι σκηνές του αποχαιρετισμού έχουν μεγάλη συναισθηματική δύναμη, ακριβώς επειδή η ερμηνεία δεν στηρίζεται μόνο στην κραυγή ή στον θρήνο. Η Μπέζου αφήνει να φανεί η αντίσταση μιας γυναίκας που, ενώ έχει αποδεχθεί τη θυσία της, δεν παύει να νιώθει το βάρος και την αδικία της.
Η πολιτική ανάγνωση της παράστασης είναι σαφής και επίκαιρη. Δείχνει πόσο εύκολα μια κοινωνία εξυμνεί τη γυναικεία αυταπάρνηση, επειδή τη συμφέρει να παρουσιάζει την εξαφάνιση της γυναίκας ως ηρωισμό. Παρ’ όλα αυτά, η σύνδεση της ιστορίας με τη σύγχρονη έννοια της γυναικοκτονίας γίνεται ορισμένες στιγμές υπερβολικά απόλυτη.
Το ευριπίδειο έργο είναι πιο αμφίσημο. Η Άλκηστις είναι ταυτόχρονα θύμα, σύζυγος που αγαπά, μητέρα που αποχωρίζεται τα παιδιά της και πρόσωπο που έχει συναινέσει σε μια τρομακτική συμφωνία. Η παράσταση θέτει το ερώτημα αν αυτή η συναίνεση μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά ελεύθερη, αλλά συχνά βιάζεται να δώσει μία μόνο απάντηση.

Ο Άδμητος και η ευθύνη της επιβίωσης
Ο Γιάννης Νιάρρος παρουσιάζει έναν Άδμητο ανώριμο, ναρκισσιστικό και βαθιά τρομοκρατημένο απέναντι στον θάνατο. Ο ήρωας δεν εμφανίζεται ως μεγαλοπρεπής βασιλιάς που συντρίβεται από την απώλεια, αλλά ως ένας άνθρωπος που αποδέχθηκε να πληρώσει κάποιος άλλος το τίμημα της δικής του ζωής.
Η ερμηνεία φωτίζει εύστοχα την αυτολύπηση και την υποκρισία του Άδμητου. Πενθεί πραγματικά την Άλκηστη, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως το μεγαλύτερο θύμα της τραγωδίας. Ωστόσο, η σκηνοθετική και ερμηνευτική έμφαση στην ενοχή του είναι τόσο έντονη, ώστε ο χαρακτήρας γίνεται κάποιες στιγμές μονοδιάστατος. Χάνεται έτσι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα του έργου: πόσοι άνθρωποι θα είχαν πράγματι τη δύναμη να αρνηθούν τη ζωή, όταν θα τους προσφερόταν η δυνατότητα να σωθούν;
Εξαιρετική είναι η σκηνή της σύγκρουσης με τον πατέρα του, τον Φέρη. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης δίνει στον ρόλο ψυχρή διαύγεια και αρνείται να δεχθεί την κατηγορία ότι όφειλε να πεθάνει για χάρη του γιου του. Του επιστρέφει, αντιθέτως, την ευθύνη: εκείνος που δέχθηκε τη θυσία είναι αυτός που πρέπει να λογοδοτήσει.

Το γέλιο δίπλα στον θάνατο
Η εμφάνιση του Ηρακλή αλλάζει απότομα τον τόνο της παράστασης. Ο Γιώργος Ζυγούρης φέρνει στη σκηνή τη μέθη, τη σωματικότητα και το παράλογο κωμικό στοιχείο του έργου. Το γέλιο, όμως, δεν προσφέρει ανακούφιση. Είναι άβολο και σχεδόν ενοχλητικό, επειδή γεννιέται ενώ το σώμα της Άλκηστης βρίσκεται ακόμη κοντά.
Η αντίθεση αυτή αποκαλύπτει πόσο γρήγορα η ζωή συνεχίζεται για όσους δεν πλήρωσαν το τίμημα. Παράλληλα, όμως, ορισμένες κωμικές σκηνές παρατείνονται περισσότερο από όσο χρειάζεται, με αποτέλεσμα η μετάβαση από το πένθος στο γέλιο να φαίνεται κάποιες φορές κατασκευασμένη.
Ιδιαίτερα επιβλητική είναι και η Θεοδώρα Τζήμου στον ρόλο του Θανάτου. Δεν τον παρουσιάζει ως τέρας, αλλά ως αδιάφορη, αναπόφευκτη δύναμη. Ο θάνατός της δεν εκδικείται, δεν οργίζεται και δεν συγκινείται. Απλώς απαιτεί αυτό που του ανήκει.

Μια επιστροφή χωρίς συμφιλίωση
Στο τέλος, η Άλκηστις επιστρέφει στη ζωή, αλλά δεν μιλά. Η σιωπή της είναι το ισχυρότερο σχόλιο της παράστασης. Οι άνδρες αποφάσισαν για τη θυσία της, διαχειρίστηκαν τον θάνατό της και τελικά την επέστρεψαν στον κόσμο, χωρίς ποτέ να ζητήσουν πραγματικά τη δική της φωνή.
Η επιστροφή της δεν αναιρεί τη βία που προηγήθηκε. Δεν προσφέρει κάθαρση ούτε ένα εύκολο ευτυχισμένο τέλος. Αντίθετα, αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν η Άλκηστις μπορεί να επιστρέψει στην ίδια ζωή, στον ίδιο γάμο και στην ίδια κοινωνική τάξη που δέχθηκε τόσο εύκολα την εξαφάνισή της.
Η «Άλκηστις» του Εθνικού Θεάτρου είναι μια φιλόδοξη, σκοτεινή και εικαστικά ισχυρή παράσταση, με σημαντικές ερμηνείες και σαφή πολιτική θέση. Η βασική αδυναμία της είναι ότι ορισμένες φορές γνωρίζει υπερβολικά καλά τι θέλει να πει και δεν αφήνει αρκετό χώρο στις αντιφάσεις του Ευριπίδη.
Παρά τις επαναλήψεις και τις ρυθμικές κάμψεις, η τελική εικόνα παραμένει ισχυρή: μια γυναίκα επιστρέφει από τον θάνατο και στέκεται σιωπηλή απέναντι σε εκείνους που αποφάσισαν για τη ζωή της. Η ανάστασή της δεν είναι λύτρωση. Είναι η αρχή μιας ερώτησης που κανείς δεν είναι ακόμη έτοιμος να απαντήσει.
Σχετικά Άρθρα
24/07/2026 - 14:00
23/07/2026 - 15:00
Δείτε επίσης