Κ. Χατζηδάκης: Μέτρα για ευάλωτους και τη μεσαία τάξη

Το λεγόμενο καλάθι της ΔΕΘ ήταν, εκ των πραγμάτων, το πρώτο και βασικό θέμα της συνέντευξης του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, στην Κυριακάτικη Απογευματινή. «Τα μέτρα που θα ανακοινώσει στη ΔΕΘ ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα αφορούν τους πιο ευάλωτους Έλληνες και τη μεσαία τάξη. Ασκούμε μια αποτελεσματική οικονομική πολιτική τα τελευταία χρόνια και το μέρισμα ανάπτυξης επιστρέφει στους πολίτες. Αυτό είναι ουσιαστική κοινωνική πολιτική. Το κάναμε τα προηγούμενα χρόνια, θα το κάνουμε και φέτος, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στις μειώσεις άμεσων φόρων».
Και, ακολούθως, «είμαστε σε θέση να το κάνουμε, διότι η οικονομία μας αναπτύσσεται με υπερδιπλάσιους ρυθμούς σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Και στο πεδίο της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής έχουμε πετύχει τα πιο ορατά αποτελέσματα, από οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης. Και φέτος είναι η πρώτη φορά που η συζήτηση δεν αφορά ποια μέτρα θα ληφθούν για τη φοροδιαφυγή, αλλά ποιοι φόροι θα μειωθούν!».
Και, στη συνέχεια, «η ελληνική οικονομία ανεβαίνει ψηλότερα, διότι η κυβέρνηση έχει επιλέξει να ακολουθεί τον δρόμο της δημοσιονομικής σύνεσης. Οι μειώσεις φόρων που θα ανακοινωθούν στη ΔΕΘ θα είναι αυτές που ανταποκρίνονται αφενός στις αντοχές της οικονομίας και αφετέρου στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Αυτή είναι μια συνταγή που προωθεί τη σύγκλιση με τις πιο προηγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας. Δεν έχουμε λόγο να μην μοιράζουμε χρήματα τα οποία επιτρέπεται τόσο από τις αντοχές της οικονομίας όσο και από τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μοιραστούν. Θα ήταν αφελές να κάναμε το αντίθετο! Από την άλλη πλευρά, όσοι υπόσχονται λεφτόδεντρα και θαύματα είναι βέβαιο ότι θα έριχναν τη χώρα στα βράχια και θα έβλαπταν τελικά τους ίδιους τους Έλληνες πολίτες», διαμηνύει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.
Απαντώντας δε, στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης για υπερφορολόγηση των πολιτών, αντιτείνει: «Αν υπάρχει κάποιος ο οποίος θα μπορούσε να μας υποδείξει έστω έναν φόρο που αυξήθηκε τα τελευταία έξι χρόνια, θα παρακαλούσα να το κάνει! Η κυβέρνηση αυτή έχει μειώσει 72 διαφορετικούς φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα πλεονάσματα είναι αποτέλεσμα, όπως υπογράμμισα προηγουμένως, αποτέλεσμα μιας σοβαρής οικονομικής πολιτικής, μιας οικονομίας που αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς και μιας άνευ προηγουμένου επιτυχίας στον περιορισμό της φοροδιαφυγής».
Στο σημείο αυτό, μάλιστα, ο Κ. Χατζηδάκης φέρνει και ένα παράδειγμα: Όπως αναφέρει, «αν φορολογείς μια επιχείρηση που έχει κέρδη 100 χιλιάδες ευρώ με 28%, όπως γινόταν επί ΣΥΡΙΖΑ, εισπράττεις 28.000 ευρώ. Αν αντίθετα αναπτυχθεί η οικονομία, οδηγώντας την επιχείρηση να έχει κέρδη 130 χιλιάδες ευρώ, και εσύ τη φορολογήσεις μόνο με 22% εισπράττεις ως κράτος 28.600 ευρώ. Δηλαδή περισσότερα. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Δημοκρατίας. Εμείς με χαμηλότερους φόρους και με ανάπτυξη εισπράττουμε περισσότερα έσοδα!».
Ειδικά για τα κυβερνητικά μέτρα για τη στήριξη της οικογένειας, «η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει προωθήσει ήδη μια σειρά από πρωτοβουλίες για τη στήριξη της οικογένειας γενικότερα, όπως η θέσπιση και η αύξηση κατόπιν του επιδόματος γέννησης, η αύξηση δύο φορές του αφορολόγητου, οι παραπάνω γονικές άδειες. Και στην περσινή ΔΕΘ υπήρχαν σχετικές πρωτοβουλίες. Και φέτος θα υπάρξουν νέα μέτρα. Έχουμε χρέος να στηρίξουμε περαιτέρω τις πολύτεκνες οικογένειες. Διότι το δημογραφικό είναι μεσομακροπρόθεσμα το πιο σημαντικό εθνικό πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε».
Ερωτηθείς για τον πληθωρισμό, αναγνωρίζει ότι «υπάρχουν, πράγματι, πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες προκαλούν τη δυσθυμία σε σχέση με την καθημερινότητα στην οικονομία. Δεν αποτελεί όμως ένα θλιβερό ελληνικό προνόμιο. Και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν αντίστοιχες προκλήσεις. Για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, έχουμε επιλέξει σταθερά την ενίσχυση των εισοδημάτων των πολιτών. Ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί από τα 650 ευρώ το 2019 στα 880 ευρώ. Ο μέσος μισθός από τα 1.046 στα 1.342 ευρώ. Και οι δύο πάνω από τον πληθωρισμό. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, από το 2022, έχουν δει μεσοσταθμικά 1,3 παραπάνω μισθούς. Παράλληλα, από το 2023 και οι συνταξιούχοι βλέπουν αυξήσεις. Παράλληλα, σε σχέση με το πραγματικό εισόδημα των Ελλήνων, έχουμε ανέβει από το 62% του μέσου όρου της ΕΕ, στο 70%. Επιπλέον, οι παραπάνω πρωτοβουλίες συνδυάζονται με ελέγχους στην αγορά και επιβολή προστίμων από τη ΔΙΜΕΑ. Γνωρίζουμε, όμως, την πίεση που δημιουργεί η συσσωρευμένη ακρίβεια και για αυτό τόσο η τελευταία κυβερνητική πρωτοβουλία του περασμένου Απριλίου για τους συνταξιούχους και τους ενοικιαστές όσο και όσα κι εκείνα που θα ανακοινωθούν στη Θεσσαλονίκη θα στηρίξουν το λαϊκό εισόδημα».
Κληθείς να απαντήσει αν διακρίνει πλέον την κυβέρνηση «μεταρρυθμιστική κόπωση», ο Κ. Χατζηδάκης απαντά: «Δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό αυτό. Η κυβέρνηση έχει ήδη υλοποιήσει αυτά τα δύο χρόνια σημαντικές μεταρρυθμίσεις και σε αυτό τον δρόμο συνεχίζει να πορεύεται. Στο Υπουργικό Συμβούλιο του Ιουλίου, μάλιστα, εγκρίθηκαν 25 μεταρρυθμίσεις για το β’ εξάμηνο του 2025. Μιλάμε για μια μεταρρύθμιση την εβδομάδα! Ανάμεσα σε αυτές είναι το Εθνικό Σχέδιο Υδάτων, η νομιμότητα στα δημόσια πανεπιστήμια, η λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων, η απλοποίηση των αδειοδοτήσεων, η στρατηγική για την προώθηση των εξαγωγών, τα επιπλέον ψηφιακά εργαλεία για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, οι 175 κινητές μονάδες υγείας για την επαρχία. Δεν πρόκειται να φοβηθούμε τις μεταρρυθμίσεις. Με τις μεταρρυθμίσεις θα προχωρήσουμε μπροστά για μια πιο ισχυρή Ελλάδα!», υπογραμμίζει κλείνοντας τη σχετική απάντηση.
Σε ερώτηση για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Κ. Χατζηδάκης το χαρακτηρίζει «ένα πολύ δυσάρεστο θέμα», αφορά δε, «μια διαχρονική παθογένεια του ελληνική κράτους, με αυτή όμως την κυβέρνηση θα μπει μια τάξη και θα υπάρξει ένα καθεστώς απόλυτης διαφάνειας», διαβεβαιώνει και προσθέτει: «Και η απορρόφηση του ΟΠΕΚΕΠΕ από την ΑΑΔΕ υπογραμμίζει ακριβώς αυτή την πρόθεσή μας. Σε αυτό το πλαίσιο, ήδη έχει πιάσει δουλειά μια ομάδα, αποτελούμενη από στελέχη της Οικονομικής Αστυνομίας, σε συνεργασία με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την ΑΑΔΕ. Η ομάδα αυτή πραγματοποιεί πολύ αυστηρούς ελέγχους. Ελέγχονται όλοι όσοι έλαβαν επιδοτήσεις ανεξαιρέτως, αλλά κατά προτεραιότητα αυτοί οι οποίοι λαμβάνουν μεγαλύτερα ποσά. Πολύ σύντομα θα έχουμε μια καθαρή εικόνα για αρκετές περιπτώσεις. Και όλοι όσοι παρανόμησαν θα βρεθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης και θα κληθούν να επιστρέψουν τα ποσά που έλαβαν παράνομα».
Για τα σενάρια αλλαγής του εκλογικού νόμου, παρεμβαίνει σημειώνοντας ότι «ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι απολύτως ξεκάθαρος στις τοποθετήσεις του. Οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν αργά την άνοιξη του 2027, με τον εκλογικό νόμο που ισχύει και σήμερα». Με μία πρόσθετη επισήμανση όμως: «Η χώρα μας θα έχει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το β’ εξάμηνο του 2027. Χρειάζεται, λοιπόν, να έχουμε τότε μια συντεταγμένη κυβέρνηση. Υπάρχει κάποιος που να θεωρεί άραγε ότι μπορεί να εκπροσωπήσει την Ελλάδα κάποιο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Ή ότι μπορεί να εγγυηθεί ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να ανεβαίνει ψηλότερα;», διερωτάται ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και καταθέτει την πεποίθησή του ότι «οι πολίτες θα αναγνωρίσουν, όταν έρθει η ώρα των εκλογών, πως η Νέα Δημοκρατία, παρά τα όποια λάθη της, είναι η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα γίνεται ολοένα πιο ισχυρή και θα κάνει στην οικονομία σταθερά βήματα μπροστά!».
Το τελευταίο ερώτημα της συνέντευξης αφορά τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα: «Ο κ. Τσίπρας έχει διατελέσει πρωθυπουργός και ηττήθηκε σε διαδοχικές εκλογικές μάχες. Το 2023 δε με έναν εντυπωσιακό τρόπο. Δεν θεωρώ ότι, μέσα στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν, θα καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη όσων δεν τον ψήφισαν ούτε το 2023. Αν επιλέξει να κάνει κόμμα, αυτό προφανώς θα προκαλέσει μια ανακατανομή δυνάμεων αυστηρά στα όρια της κεντροαριστεράς. Αυτή είναι η προσωπική μου εκτίμηση. Σε κάθε περίπτωση, η αντιπολίτευση βρίσκεται σε βαθιά κρίση και αυτό είναι κάτι που δεν είναι θετικό ούτε για τη χώρα ούτε για τη Νέα Δημοκρατία. Δεν είναι όμως δουλειά μας στην κυβέρνηση να παριστάνουμε τους πολιτικούς αναλυτές. Είναι πολύ προτιμότερο να κοιτάζουμε τη δουλειά μας, να κάνουμε πράξη τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη ο τόπος, βελτιώνοντας την καθημερινότητα των Ελλήνων», επισημαίνει εν κατακλείδι.ς 15 Αττικής Οδού
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης