Γεραπετρίτης: Τα ήρεμα νερά δεν είναι αυτοσκοπός, όλες οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης συζητούσαν με την Τουρκία
Η πολιτική διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία αποτελεί, σύμφωνα με τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, μια στρατηγική εθνικά ωφέλιμη, με μετρήσιμα αποτελέσματα στην πράξη. Μιλώντας σήμερα στον ΣΚΑΪ, ο κ. Γεραπετρίτης τόνισε ότι ο διάλογος και η διαχείριση των εντάσεων δεν συνιστούν παραχώρηση, αλλά εργαλείο σταθερότητας. Παράλληλα, έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι «τα ήρεμα νερά είναι χρήσιμα, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός»—μια φράση που αποτυπώνει, όπως σημείωσε, τη φιλοσοφία μιας πολιτικής που επιδιώκει ταυτόχρονα αποσυμπίεση κρίσεων και σταθερή υπηρεσία των εθνικών συμφερόντων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο υπουργός υπογράμμισε πως η προσπάθεια για μια πιο λειτουργική σχέση με την Άγκυρα δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. «Θα είμαι σαφής. Η επιχείρηση η οποία έχει γίνει έτσι ώστε να έχουμε μια περισσότερο λειτουργική σχέση με την Τουρκία είναι, κατά την άποψή μου, μια ωφέλιμη εθνικά πολιτική και μια πολιτική η οποία έχει απτά αποτελέσματα», ανέφερε, επιμένοντας ότι η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με βάση το τι αλλάζει στο πεδίο και όχι με βάση συνθήματα ή ευχές.
Τα ήρεμα νερά δεν είναι αυτοσκοπός: τα απτά αποτελέσματα της πολιτικής διαλόγου
Ως βασικό δείκτη αποτελεσματικότητας, ο κ. Γεραπετρίτης στάθηκε στη σημαντική μείωση των μεταναστευτικών ροών. Θύμισε την εικόνα που κυριαρχούσε πριν από λίγα χρόνια στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου: υπερπλήρεις δομές φιλοξενίας, πιεσμένες τοπικές κοινωνίες, δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης και μια διαρκής αίσθηση έκτακτης ανάγκης. Όπως είπε, η σημερινή πραγματικότητα είναι αισθητά διαφορετική. «Σήμερα οι δομές αυτές είναι πρακτικά άδειες και αντ’ αυτού έχουμε ένα τεράστιο ρεύμα Τούρκων επισκεπτών, οι οποίοι ενισχύουν τις τοπικές οικονομίες», τόνισε, αναδεικνύοντας τη στροφή από μια περίοδο έντονης πίεσης σε μια κατάσταση μεγαλύτερης κανονικότητας.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη μείωση των παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου, στοιχείο που—όπως εκτίμησε—συμβάλλει όχι μόνο στην επιχειρησιακή αποφόρτιση, αλλά και στη συνολικότερη αποκλιμάκωση της έντασης. Σε συνέχεια, έκανε λόγο και για βελτίωση των εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, παρουσιάζοντας μια εικόνα όπου η διπλωματία και η σταθερότητα μπορούν να δημιουργούν προϋποθέσεις οικονομικής κινητικότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει υποχώρηση σε θέματα αρχών.
Ωστόσο, ο υπουργός δεν εμφανίστηκε να ωραιοποιεί την κατάσταση. Αντιθέτως, αναγνώρισε ότι το καλύτερο κλίμα δεν έχει μεταφραστεί ακόμη σε ουσιαστική πρόοδο στα μεγάλα, διαχρονικά ζητήματα που χωρίζουν τις δύο πλευρές. «Δεν έχει υπάρξει μια σημαντική βελτίωση σε ό,τι αφορά τα υποκείμενα μεγάλα ζητήματα μεταξύ των δύο χωρών, και κυρίως την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών», επισήμανε, βάζοντας στο κέντρο της συζήτησης το κρίσιμο πεδίο όπου, όπως είναι γνωστό, δοκιμάζονται οι αντοχές της διπλωματίας.
Δίαυλοι επικοινωνίας, όχι αυταπάτες
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, ο κ. Γεραπετρίτης επανέφερε την κεντρική του θέση: «τα ήρεμα νερά είναι χρήσιμα, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός». Όπως εξήγησε, η ελληνική στρατηγική δεν εξαντλείται στη διατήρηση μιας ήρεμης ατμόσφαιρας για χάρη της εικόνας ή μιας προσωρινής ανάσας. Αντίθετα, η ηρεμία αντιμετωπίζεται ως μέσο—ένα παράθυρο χρόνου και συνθηκών—μέσα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να ενισχύει τις θέσεις της, να οργανώνει καλύτερα τη διπλωματική της στάση και να διαχειρίζεται τις προκλήσεις με τρόπο που μεγιστοποιεί το εθνικό όφελος.
«Εκείνο το οποίο θέλουμε είναι την ενίσχυση των δικών μας εθνικών θέσεων», υπογράμμισε, σημειώνοντας ότι η πολιτική των διαύλων επικοινωνίας λειτουργεί ως μηχανισμός αποσυμπίεσης, αλλά δεν ακυρώνει τις πάγιες ελληνικές θέσεις ούτε παρακάμπτει την ανάγκη για σταθερή προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Μάλιστα, ανέφερε ότι η σημερινή στάση της κυβέρνησης—η οποία συνδυάζει συνομιλία και προσήλωση στα εθνικά συμφέροντα—έχει φέρει στο τραπέζι ζητήματα που, όπως είπε, «ουδέποτε υπήρχαν στη Μεταπολίτευση». Η αναφορά αυτή στόχευε να καταδείξει πως η διπλωματία δεν είναι στατική διαδικασία, αλλά μια δυναμική άσκηση που, ανάλογα με τις συγκυρίες, μπορεί να ανοίγει νέες θεματικές και να διαμορφώνει νέα πεδία διαχείρισης.
«Όλες οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης συζητούσαν με την Τουρκία»
Απαντώντας σε όσους επικρίνουν τη συνέχιση του διαλόγου με την Άγκυρα, ο υπουργός Εξωτερικών επέλεξε να τοποθετήσει τη συζήτηση σε ιστορικό και θεσμικό βάθος. Όπως είπε, η επικοινωνία με την Τουρκία δεν είναι επιλογή μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης, αλλά σταθερά της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά τη Μεταπολίτευση. «Όλες οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης συζητούσαν με την Τουρκία. Δεν υπήρξε καμία κυβέρνηση η οποία να μη συζητεί με την Τουρκία», σημείωσε, επιχειρώντας να αποδομήσει το επιχείρημα ότι ο διάλογος αποτελεί εξαίρεση ή ένδειξη αδυναμίας.
Ειδική αναφορά έκανε και στον Αντώνη Σαμαρά, λέγοντας ότι κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργικής του θητείας υπήρξαν δύο συναντήσεις με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ενώ πραγματοποιήθηκαν και έξι γύροι διερευνητικών επαφών για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. «Και πολύ καλά έπραττε, όπως και όλες οι κυβερνήσεις», πρόσθεσε, για να καταλήξει πως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν συνομιλούμε, αλλά τι επιτυγχάνεται μέσα σε αυτή τη συνομιλία και πώς διασφαλίζονται τα ελληνικά συμφέροντα σε κάθε φάση.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης