Η «φιλόδοξη» Συνταγματική Αναθεώρηση, που προανήγγειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του, στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην άρση της μονιμότητας — ένα παλιό απωθημένο του πρωθυπουργού.

Υπενθυμίζεται ότι η υφιστάμενη Βουλή είναι Προαναθεωρητική, επιλέγει δηλαδή τα προς αναθεώρηση άρθρα. Η Βουλή που θα προκύψει μετά τις εκλογές, όποτε αυτές διενεργηθούν, θα αναλάβει την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Αν ένα άρθρο καταστεί αναθεωρητέο τώρα με 180 ψήφους, στην επόμενη Βουλή απαιτούνται 151 ψήφοι για την αλλαγή του. Αν δεν βρεθεί η αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 τώρα, θα είναι αναγκαίες οι 180 ψήφοι στην επόμενη Βουλή.

Αναζητώντας συμμάχους

Σε αυτό το φόντο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για την ανάγκη ευρύτερων συναινέσεων, κοιτώντας αφενός προς το ΠΑΣΟΚ και αφετέρου προς τα δεξιά του.

Το χαλί για αυτή τη «μεταρρύθμιση», που στοχεύει στην περαιτέρω αποδυνάμωση των δημόσιων υπηρεσιών προς τέρψη των ιδιωτικών συμφερόντων, έχει στρωθεί από τα ευρήματα δημοσκοπήσεων προηγούμενων μηνών.

Δύο στους τρεις δημοσίους υπαλλήλους συμφωνούν με την κατάργηση της μονιμότητας, ώστε να απομακρύνονται όσοι δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στα καθήκοντά τους, κατέγραφε η Marc τον Μάιο.

Συνολικά, στην κοινωνία, το 76,2% — πάνω από τρεις στους τέσσερις — επιθυμεί την κατάργηση της μονιμότητας, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα απόλυσης όσων κρίνονται ανεπαρκείς, σύμφωνα με την ίδια μέτρηση.

Ωστόσο, παρατηρείται απόπειρα συσκότισης ενός κρίσιμου ζητήματος: ήδη υπάρχει θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει την απόλυση επίορκων υπαλλήλων. Το Σύνταγμα προστατεύει τους εργαζομένους από αυθαίρετες διώξεις, αλλά δεν αποκλείει την απομάκρυνση σε περιπτώσεις κακοδιαχείρισης ή πλημμελούς άσκησης καθηκόντων.

Παρά ταύτα, τα εν λόγω δημοσκοπικά ευρήματα — και άλλα ανάλογα αν προκύψουν προσεχώς — αναμένεται να αξιοποιηθούν στην κυβερνητική προπαγάνδα.

Το κεφάλαιο της κατάργησης της μονιμότητας αποσπά τη συμφωνία της πλειονότητας των ψηφοφόρων και σε προοδευτικούς – αριστερούς χώρους. Υπέρ είχε δηλώσει το 76,9% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, το 66,9% του ΣΥΡΙΖΑ και το 62% του ΚΚΕ.

 

Αξιοκρατία à la carte

Στο κυβερνητικό αφήγημα περιλαμβάνεται και το περιτύλιγμα της αξιοκρατίας, την ώρα που από τις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2023 έως τον Δεκέμβριο 2024 οι μετακλητοί υπάλληλοι αυξήθηκαν κατά 32%.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με την ιδιότητα του μετακλητού ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους οι ιδρυτές της «Ομάδας Αλήθειας».

Επιπλέον, με τη μέθοδο της προσωπικής συνέντευξης έχουν τοποθετηθεί σε θέσεις ευθύνης — όπως διευθυντές σχολείων — άτομα με ισχυρές διασυνδέσεις στο «γαλάζιο» σύστημα εξουσίας.

Απολύσεις και διαθεσιμότητες: το «έργο» Μητσοτάκη στη Δημόσια Διοίκηση

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριζε την κατάργηση της μονιμότητας ήδη από το 2014, όταν υπηρετούσε ως Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης στην κυβέρνηση Σαμαρά.

Τον Απρίλιο εκείνου του έτους δήλωνε: «Για το ζήτημα της κατάργησης της μονιμότητας πρέπει να ολοκληρωθεί η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης σε δύο κοινοβουλευτικές περιόδους, άρα δεν είναι άμεσο, αλλά στην ατζέντα πρέπει να μπει και αυτό. Η ήπια εκδοχή είναι να αφορά τους νεοπροσλαμβανόμενους στο Δημόσιο».

Την ίδια περίοδο, ο σημερινός πρωθυπουργός προωθούσε το πρόγραμμα διαθεσιμότητας – απολύσεων, που περιλάμβανε εκπαιδευτικούς ΕΠΑΛ, σχολικούς φύλακες, διοικητικούς υπαλλήλους πανεπιστημίων και καθαρίστριες.

Μνήμες από το 1992 και πολιτικές ρεβάνς

Ήδη από το 1992, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο τότε Υπουργός Εσωτερικών Σωτήρης Κούβελας θέσπισε στο Δημόσιο ένα σύστημα «αξιολόγησης» με προκαθορισμένη ποσόστωση: 15% άχρηστοι, 65% μέτριοι, 25% άριστοι.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι αρνήθηκαν να το εφαρμόσουν, θεωρώντας ότι θα οδηγούσε σε απολύσεις και δραστική συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στη «μεταρρυθμιστική» ατζέντα του πατρός Μητσοτάκη.

Η κυβέρνηση τότε κατέρρευσε υπό το βάρος αυτών των πολιτικών, αλλά και του… Αντώνη Σαμαρά. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, κεφαλαιοποιώντας τη φθορά της νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης (1990–1993), επέστρεψε θεαματικά στην εξουσία.

Τριάντα τρία χρόνια μετά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται να επιδιώκει μια μεγάλη πολιτική ρεβάνς για λογαριασμό του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.