Πριν από λίγες ημέρες, η Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέστειλε ένα πολυσέλιδο έγγραφο στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης Προγράμματος «Ανθρώπινο Δυναμικό και Κοινωνική Συνοχή», που υπάγεται στον ειδικό γραμματέα Διαχείρισης Προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ) στην Ελλάδα.
Ενα έγγραφο που τάραξε τα νερά, αφού υποχρεώνει την ελληνική κυβέρνηση και δη το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και όσα άλλα υπουργεία εμπλέκονται στις αναθέσεις προγραμμάτων συνεχιζόμενης κατάρτισης προς ανέργους και απασχολούμενους, να προχωρήσει σε μία δημοσιονομική διόρθωση 25%.
Σημαδεμένα χαρτιά
Στην ουσία με αυτόν τον τρόπο η Γ.Δ. της Κομισιόν καθιστά σαφές ότι δεν πρόκειται να πληρώσει τα προγράμματα εάν δεν μειωθεί το κόστος τους κατά 25%. Μια από τις σοβαρότερες αιτίες που επικαλούνται τα στελέχη της Γ.Δ. είναι ότι οι διαγωνισμοί για τις εταιρείες πιστοποίησης των προγραμμάτων αποκλείουν τις μη ελληνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ε.Ε.
Αλλωστε, όλοι ξέρουν ότι στην αγορά των πιστοποιήσεων τις δουλειές παίρνουν 4 ή 5 εταιρείες ελληνικών συμφερόντων.
Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι αυτό δεν είναι παράνομο, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των διαγωνιστικών διαδικασιών. Κι όντως δεν είναι. Αλλά το ερώτημα είναι: Ποιος μπορεί να αξιολογήσει εάν οι διαγωνισμοί δεν είναι φωτογραφικοί;
Ποιος και πώς θέτει τις προϋποθέσεις των αναθέσεων; Και γιατί άραγε μεγάλοι και αξιόπιστοι «παίκτες» στον τομέα της πιστοποίησης, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την ελληνική αγορά και να μην ασχοληθούν καθόλου με τις διαγωνιστικές διαδικασίες, εκτιμώντας λίγο-πολύ ότι τα χαρτιά είναι σημαδεμένα; Αραγε κάνουν σωστά τη δουλειά τους οι επιτροπές αξιολόγησης;
Ενας χρόνος έχει απομείνει για να ολοκληρωθεί η χρήση των κονδυλιών από το ΕΣΠΑ 2021-2027, αλλά, όπως και στα προηγούμενα προγράμματα, έτσι και σε αυτά τα ερωτήματα για τη διαχείριση των πόρων από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο που κατευθύνονται σε προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης παραμένουν αναπάντητα.
Τα προγράμματα συνεχίζουν να αποτελούν ένα από τα πλέον πολύπαθα πεδία διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων με κοινωνικό πρόσημο και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εδώ και τουλάχιστον 30 χρόνια, ίσως ακόμα και πριν από τις υπουργικές Αποφάσεις 115372/94 και 115373/94 της κυβέρνησης Σημίτη, να σηματοδοτούν ένα σύστημα παγιδευμένο για όποιον τολμήσει να επιχειρήσει την εξυγίανσή τους.
Ολες οι μεταρρυθμίσεις απέτυχαν. Διότι στο σύστημα τα διαπλεκόμενα συμφέροντα δρέπουν τα κέρδη τους από την απαξίωση της επαγγελματικής κατάρτισης η οποία στους επίσημους κυβερνητικούς δείκτες αξιολογείται από αποκλειστικά με δύο τρόπους: από το πόσο γρήγορα απορροφά ευρωπαϊκά κονδύλια και από το πόσους ανέργους βγάζει, έστω και προσωρινά για κάποιους μήνες, από την ανεργία έναντι ενός επιδόματος με voucher.
Αν και είναι δύσκολο να προσεγγίσει κανείς το ακριβές ποσό που χάνεται στον «Καιάδα» της κατάρτισης, σύμφωνα με εκτιμήσεις πάνω από 1 δισ. ευρώ από τη δεξαμενή των πάνω από 4,5 δισ. ευρώ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου Plus (ESF+) κατευθύνεται σε προγράμματα είτε κατάρτισης ανέργων, είτε δράσεων επιμόρφωσης εργαζόμενων ή στα γνωστά vouchers.
Ωστόσο, το τελευταίο χρονικό διάστημα υπάρχουν σαφείς ενδείξεις που μας προκαλούν την αίσθηση ότι το σύστημα αυτό αγγίζει τα όριά του. Πρώτο, το ίδιο το έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δεύτερο, ο πόλεμος που μαίνεται ανάμεσα σε μεγάλα ΚΕΚ.
Οσοι εμπλέκονται με τον έναν ή άλλο τρόπο στην «αγορά» των προγραμμάτων αναγνωρίζουν ότι, πίσω από τα ονόματα των εταιρειών που διέρρευσαν με αφορμή και την αποκάλυψη των τεσσάρων προγραμμάτων τα οποία –μετά τη λήξη του προηγούμενου ΕΣΠΑ– εντάχθηκαν στο εθνικό σκέλος χρηματοδότησης, βρίσκεται ο ανταγωνισμός αυτών που έμειναν εκτός.
Ασφαλής «μπίζνα»
Σε αυτό το σημείο η κυβέρνηση κατηγορήθηκε ότι έκανε «παιχνίδι» με τους κοινωνικούς εταίρους. Το πρόβλημα όμως δεν είναι εάν οι κοινωνικοί εταίροι, ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕ, ΣΒΕ, ΣΕΤΕ, μπορούν να είναι δικαιούχοι προγραμμάτων. Σαφώς μπορούν να αναλαμβάνουν συγχρηματοδοτούμενα έργα. Το ερώτημα είναι εάν σε έργα που είχαν ως συνδικαιούχοι με το υπουργείο Εργασίας, επί γενικής γραμματέως Αννας Στρατινάκη, υποχώρησαν ή και συναίνεσαν να δοθεί η πιστοποίηση σε συγκεκριμένα ΚΕΚ.
Αλλά αυτό είναι θέμα της Δικαιοσύνης. Το γεγονός, όμως, ότι η πιστοποίηση –την οποία παραδόξως εξασφαλίζει σχεδόν το 100% των καταρτιζόμενων– αποτέλεσε υποχρεωτικό όρο ανάθεσης των προγραμμάτων συνεχιζόμενης κατάρτισης, δημιούργησε μία νέα και ασφαλή «μπίζνα», την οποία ουσιαστικά κανείς δεν ελέγχει και δεν αμφισβητεί. Αυτός είναι ο λόγος που οδήγησε τις μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού να αποσυρθούν νωρίς από την ελληνική αγορά. Κι αυτή είναι μια σημαντική αιτία του πολέμου μεταξύ των παρόχων.
Η παρέμβαση της κυβέρνησης του 2015-2019
Η υψηλή δαπάνη της πιστοποίησης ήταν πάντα το μεγάλο ζητούμενο που επιχείρησε να αντιμετωπίσει υπέρ των ανέργων και εν γένει των καταρτιζόμενων η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα στην πρώτη φάση διακυβέρνησης, όταν το υπουργείο Εργασίας μείωσε το κόστος ανά άτομο για την πιστοποίηση από τα 400 ευρώ στα 120 ευρώ. Με αυτήν τη μείωση επιτεύχθηκε η αύξηση του επιδόματος για τους ανέργους από τα 4 στα 5 ευρώ την ώρα, ποσό το οποίο διατήρησε και στη συνέχεια η κυβέρνηση της Ν.Δ.
Κι αυτό –για όσους ακόμη δεν έχουν απολέσει τη μνήμη τους– ήταν η δεύτερη αιτία των έντονων πιέσεων που ασκούνταν από την «αγορά», γιατί, μειώνοντας το ποσό της πιστοποίησης, χανόταν και το «δωράκι» που ανέμεναν οι πολιτικοί προστάτες της προ του ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησης.
Η άλλη αιτία πιέσεων ήταν οι αλλαγές που επέβαλε η τότε ηγεσία του Εργασίας (Σκουρλέτης – Αντωνοπούλου – Φωτίου) σε ένα άλλο πρόγραμμα, το επονομαζόμενο 2964 (αφορούσε κατάρτιση σε τεχνικά έργα), ώστε η συμβουλευτική και το εκπαιδευτικό υλικό να γίνεται από τους κοινωνικούς εταίρους κι όχι από τα ιδιωτικά ΚΕΚ.