Το κακό σενάριο της ΕΚΤ βλέπει το πετρέλαιο στα 132 δολάρια
Το νέο πολεμικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή δοκιμάζει τις αντοχές των εθνικών οικονομιών και δημιουργεί νέα δεδομένα στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ των ανταρτών Χούθι της Υεμένης και της Σαουδικής Αραβίας έχει ήδη προκαλέσει ισχυρές αναταράξεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αυξάνοντας τον ενεργειακό λογαριασμό για νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι εξελίξεις εντείνουν τις ανησυχίες για την επάρκεια της προσφοράς αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές οικονομίες παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών. Το ακραίο σενάριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μάλιστα, προβλέπει ότι η τιμή του πετρελαίου μπορεί να φτάσει τα 132 δολάρια το βαρέλι.
Πιέσεις από τις επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές
Οι Χούθι προκάλεσαν σημαντικές ζημιές στον αγωγό της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από τα ανατολικά της χώρας προς την Ερυθρά Θάλασσα. Ο συγκεκριμένος αγωγός είχε αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, καθώς αποτελούσε βασική εναλλακτική οδό για τις εξαγωγές πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε άμεση αντίδραση στις αγορές. Η τιμή του Brent εκτοξεύτηκε κοντά στα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ η ευρωπαϊκή τιμή του φυσικού αερίου, γνωστή ως TTF, έφτασε στα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Αν και προς το τέλος της εβδομάδας οι τιμές υποχώρησαν, με το Brent να κινείται κοντά στα 102 δολάρια και το φυσικό αέριο στα 77 ευρώ, παρέμειναν αισθητά υψηλότερες σε σχέση με την αρχή του έτους.
Η αύξηση ανέρχεται περίπου στο 70% για το πετρέλαιο και στο 180% για το φυσικό αέριο. Οι ανατιμήσεις αυτές μεταφέρονται σταδιακά στην κατανάλωση, επηρεάζοντας το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης, μετακινήσεων και μεταφορών.
Το κακό σενάριο της ΕΚΤ για το πετρέλαιο
Οι επιπτώσεις της κρίσης δεν περιορίζονται στις αγορές ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να καταβάλει σημαντικά υψηλότερο τίμημα για τις εισαγωγές καυσίμων, γεγονός που επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Σύμφωνα με δήλωση της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στα τέλη Φεβρουαρίου η ΕΕ είχε πληρώσει 90 δισ. ευρώ επιπλέον για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, παρά το γεγονός ότι είχε εισαγάγει ακριβώς την ίδια ποσότητα ενέργειας με την περίοδο πριν από την έναρξη των συγκρούσεων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ εξετάζει διαφορετικές πιθανές εξελίξεις για την πορεία των τιμών. Για το τελευταίο τρίμηνο του 2026, οι εμπειρογνώμονες της Κεντρικής Τράπεζας εκτιμούν ότι η μέση τιμή του πετρελαίου θα διαμορφωθεί κοντά στα 87 δολάρια το βαρέλι στο βασικό σενάριο. Στο δυσμενές σενάριο, η τιμή ανεβαίνει στα 99 δολάρια, ενώ στο ακραίο σενάριο —το κακό σενάριο της ΕΚΤ— φτάνει τα 132 δολάρια.
Για το φυσικό αέριο, οι αντίστοιχες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα στο βασικό σενάριο, 77 ευρώ στο δυσμενές και 130 ευρώ στο ακραίο. Η υλοποίηση του τελευταίου σεναρίου θα δημιουργούσε σοβαρές επιβαρύνσεις για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, καθώς θα ενίσχυε τόσο τον πληθωρισμό όσο και το κόστος παραγωγής.
Κίνδυνος διακοπής των εξαγωγών
Οι φόβοι για σχεδόν πλήρη διακοπή των εξαγωγών πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία για μεγάλο χρονικό διάστημα περιορίστηκαν μετά την ανακοίνωση για μερική επαναλειτουργία του αγωγού. Επιπλέον, η χώρα αναμένεται να ξεκινήσει ορισμένες εξαγωγές προς ασιατικές αγορές μέσω του Ομάν.
Ωστόσο, η εικόνα παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη. Η προσφορά αργού πετρελαίου από την περιοχή του Κόλπου έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές επιδεινώνουν περαιτέρω την κατάσταση. Κάθε νέα διακοπή παραγωγής ή μεταφοράς μπορεί να προκαλέσει απότομη άνοδο των τιμών, καθώς τα περιθώρια ασφαλείας στην παγκόσμια αγορά περιορίζονται.
Παράλληλα, έχουν διακοπεί οι εξαγωγές LNG από το Κατάρ, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 20% της παγκόσμιας αγοράς. Η αδυναμία παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη μεταφορά του καταριανού φυσικού αερίου και αυξάνει τον κίνδυνο νέων ελλείψεων στην Ευρώπη.
Τι προβλέπουν οι αγορές για τις τιμές
Οι προθεσμιακές αγορές διατηρούν πιο συγκρατημένη στάση σε σχέση με το ακραίο σενάριο της ΕΚΤ. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι η τιμή του πετρελαίου θα υποχωρήσει κάτω από τα 100 δολάρια για τις παραδόσεις του Δεκεμβρίου και θα συνεχίσει σταδιακά την πτωτική πορεία της, φτάνοντας κοντά στα 90 δολάρια τον Μάρτιο του 2027.
Παρά τη μείωση, οι τιμές αναμένεται να παραμείνουν σε ετήσια βάση αρκετά υψηλότερες από τα προηγούμενα επίπεδα. Πιο αισθητή αποκλιμάκωση προβλέπεται από τον Ιούλιο του 2027, όταν το πετρέλαιο εκτιμάται ότι θα κινηθεί κοντά στα 82,5 δολάρια το βαρέλι.
Οι προβλέψεις για το φυσικό αέριο είναι πιο αισιόδοξες. Η τιμή του TTF αναμένεται να υποχωρήσει στα 60 ευρώ τον Απρίλιο, καθώς θα ολοκληρώνεται η περίοδος θέρμανσης, και κοντά στα 50 ευρώ τον Ιούλιο. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να προσφέρει ανάσα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.
Η ενεργειακή κρίση εξακολουθεί, επομένως, να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για την ευρωπαϊκή οικονομία. Το κακό σενάριο της ΕΚΤ, με το πετρέλαιο στα 132 δολάρια και το φυσικό αέριο στα 130 ευρώ, μπορεί να μην αποτελεί την πιθανότερη εξέλιξη, αποτυπώνει όμως το μέγεθος της απειλής. Για την Ελλάδα και την Ευρώπη, η σταθερότητα των ενεργειακών ροών θα είναι καθοριστική για την πορεία του πληθωρισμού, των επιτοκίων και της ανάπτυξης τους επόμενους μήνες.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης