Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2026

Το επόμενο εμπορικό όπλο του Τραμπ

Ο Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει ένα ακόμη πιο δραστικό όπλο στον εμπορικό πόλεμο που έχει ανοίξει, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αποκλείσουν πλήρως ξένα προϊόντα από την αμερικανική αγορά. Σύμφωνα με δημοσίευμα του αμερικανικού ιστοτόπου Axios, μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε σημαντική κλιμάκωση της εμπορικής πολιτικής του προέδρου και ενδέχεται να έχει πολύ σοβαρότερες συνέπειες από τους δασμούς που μέχρι σήμερα βρίσκονται στο επίκεντρο.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Οι δασμοί αυξάνουν το κόστος ενός προϊόντος, δίνοντας στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να απορροφήσουν μέρος της επιβάρυνσης, να τη μετακυλίσουν στους καταναλωτές ή να εφαρμόσουν έναν συνδυασμό των δύο. Αντίθετα, μια απαγόρευση εισαγωγών μπορεί να διακόψει πλήρως την πρόσβαση σε ένα προϊόν, μια πρώτη ύλη ή ένα κρίσιμο εξάρτημα. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ελλείψεις, καθυστερήσεις, διακοπές στην παραγωγή και μια επείγουσα, συχνά χαοτική, προσπάθεια εξεύρεσης νέων προμηθευτών.

Το επόμενο εμπορικό όπλο του Τραμπ: απαγορεύσεις αντί για δασμούς

Η αμερικανική νομοθεσία ενδέχεται να προσφέρει στον Τραμπ ισχυρότερη νομική βάση για ορισμένες απαγορεύσεις εισαγωγών απ’ ό,τι για την επιβολή δασμών. Οι νόμοι των ΗΠΑ παρέχουν ρητά στον πρόεδρο τη δυνατότητα να περιορίζει ή να απαγορεύει εισαγωγές υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια έχουν αμφισβητήσει ή απορρίψει την εξουσία του να επιβάλλει δασμούς.

Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, το οποίο μπλόκαρε τους έκτακτους δασμούς που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Τραμπ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο νόμος IEEPA δεν παρέχει στον πρόεδρο την εξουσία να επιβάλλει δασμούς. Παράλληλα, όμως, ο ίδιος νόμος προβλέπει ρητά τη δυνατότητα απαγόρευσης εισαγωγών.

Ο Τραμπ εκμεταλλεύθηκε αμέσως αυτή τη νομική διαφοροποίηση, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Μπορώ να επιβάλω εμπάργκο, αλλά δεν μπορώ να χρεώσω ούτε ένα δολάριο». Η τοποθέτηση αυτή δείχνει ότι οι απαγορεύσεις εισαγωγών δεν αποτελούν απλώς θεωρητική επιλογή, αλλά ενδέχεται να εξελιχθούν σε βασικό εργαλείο της εμπορικής του στρατηγικής.

Παράλληλα, το Άρθρο 338 του Tariff Act του 1930, το οποίο ο Τραμπ έχει ήδη επικαλεστεί εναντίον του Καναδά, δίνει επίσης στον πρόεδρο τη δυνατότητα να αποκλείσει προϊόντα μιας χώρας από την αμερικανική αγορά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η χρήση αυτών των διατάξεων θα μπορούσε να ανοίξει έναν νέο κύκλο νομικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Στο επίκεντρο η Bombardier

Η Bombardier αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας απειλής. Ο Τραμπ προειδοποίησε ότι θα μπορούσε να απαγορεύσει στην καναδική κατασκευάστρια αεροσκαφών να πωλεί αεροσκάφη στις Ηνωμένες Πολιτείες, λίγες μόλις ώρες πριν τεθούν σε ισχύ οι καναδικοί ανταποδοτικοί δασμοί, ύψους 20 δισ. δολαρίων, σε αμερικανικά προϊόντα.

«ΤΕΛΟΣ ΣΤΙΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ BOMBARDIER ΣΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ!», έγραψε ο Τραμπ στην πλατφόρμα Truth Social. «Αν θέλουν την αγορά μας, πρέπει να κατασκευάζουν εδώ και να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν την Αμερική σαν “κουμπαρά”».

Η απειλή δεν περιορίζεται στην ίδια την καναδική εταιρεία. Η Bombardier διαθέτει σημαντική παρουσία στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στην πολιτεία του Κάνσας. Απασχολεί περισσότερους από 1.000 εργαζομένους στη Γουίτσιτα και συνεργάζεται με περίπου 2.800 αμερικανικούς προμηθευτές σε 47 πολιτείες. Αυτό σημαίνει ότι μια απαγόρευση θα μπορούσε να πλήξει όχι μόνο μια ξένη εταιρεία, αλλά και ένα εκτεταμένο δίκτυο αμερικανικών επιχειρήσεων και εργαζομένων.

Η πραγματικότητα αυτή προκάλεσε ανησυχία ακόμη και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Ο γερουσιαστής του Κάνσας Τζέρι Μόραν έσπευσε να προειδοποιήσει για τις πιθανές συνέπειες. «Επικοινώνησα με την κυβέρνηση Τραμπ για να βεβαιωθώ ότι ο πρόεδρος γνωρίζει τη σημαντική συμβολή της Bombardier στο Κάνσας», έγραψε στην πλατφόρμα X.

Μια πολιτική με απρόβλεπτες συνέπειες

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει απαγορεύσεις εισαγωγών και στο παρελθόν, κυρίως στο πλαίσιο κυρώσεων εναντίον αντιπάλων ή χωρών που θεωρούνται απειλή για την εθνική ασφάλεια. Ωστόσο, η χρήση τους ως μέσο πίεσης σε μια εμπορική διαμάχη με έναν τόσο στενό οικονομικό εταίρο όπως ο Καναδάς θα αποτελούσε σημαντική αλλαγή πρακτικής.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό αυτό το ενδεχόμενο. Ο κορυφαίος αξιωματούχος για το εμπόριο, Τζέιμισον Γκριρ, δήλωσε σε συνέντευξή του στο CBC ότι οι απαγορεύσεις εισαγωγών είναι μια «αρκετά ακραία» επιλογή, την οποία όμως η κυβέρνηση ίσως χρειαστεί να εξετάσει. Τον Ιούλιο είχε επίσης δηλώσει ότι ο Τραμπ «σίγουρα μπορεί» να χρησιμοποιήσει έκτακτες εξουσίες για τον περιορισμό του εμπορίου, μετά την απειλή του προέδρου να διακόψει τις εμπορικές σχέσεις με την Ισπανία.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Τραμπ είχε συνδέσει την εμπορική πολιτική με τη νομισματική πολιτική, ζητώντας από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να μειώσει τα επιτόκια. Σε ανάρτησή του, απείλησε παράλληλα να διακόψει το εμπόριο με χώρες που εμφανίζουν εμπορικό πλεόνασμα έναντι των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Κίνα. «ΜΕΙΩΣΤΕ ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ Ή ΘΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩ ΝΑ ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΑΙ ΜΕ ΧΩΡΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΛΛΕΙΜΜΑ», έγραψε, προσθέτοντας: «Είναι καλύτερο από τους δασμούς!»

Η πιθανή μετάβαση από τους δασμούς στις απαγορεύσεις εισαγωγών θα μπορούσε, επομένως, να μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον ασκεί εμπορική πίεση. Ταυτόχρονα, όμως, θα δοκίμαζε τις αντοχές των αμερικανικών επιχειρήσεων, των καταναλωτών και των συμμάχων της χώρας.

Το επόμενο εμπορικό όπλο του Τραμπ δεν θα είναι απλώς ακριβότερα προϊόντα. Θα μπορούσε να είναι η πλήρης απουσία τους από την αμερικανική αγορά. Και αυτή η εξέλιξη, αν υλοποιηθεί, θα έχει συνέπειες πολύ πιο δύσκολα προβλέψιμες από έναν ακόμη γύρο δασμών.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή