Τι κερδίζει η Ρωσία από τη «στροφή» Τραμπ και οι προκλήσεις για την ΕΕ
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να χαλαρώσει προσωρινά τους περιορισμούς στις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ δημιουργεί νέα περιθώρια ενίσχυσης των ρωσικών ενεργειακών εσόδων. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί τις κυρώσεις κατά της Μόσχας και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος εφοδιασμού, εξαιτίας των περιορισμένων αποθεμάτων, της μειωμένης παραγωγικής δυναμικότητας των διυλιστηρίων και των αναταράξεων στις διεθνείς αγορές.
Η διαφορετική προσέγγιση ΗΠΑ και ΕΕ απέναντι στη Ρωσία αποκτά, έτσι, σαφή οικονομική διάσταση. Οι ρωσικές εταιρείες μπορούν να περιορίσουν ορισμένα από τα κόστη που συνδέονται με τις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων, ενώ οι ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθούν να εξαρτώνται από εναλλακτικούς προμηθευτές. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων επιβαρύνουν τις μεταφορές, τη βιομηχανία και την αγροτική παραγωγή, η εξέλιξη αυτή εντείνει το δίλημμα για την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική.
Η προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών περιορισμών
Στις 9 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την αύξηση της διαθεσιμότητας ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση των σχετικών κυρώσεων.
Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του Αμερικανού προέδρου, προβλέπεται η άμεση διάθεση 300.000 μετρικών τόνων ντίζελ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 2,25 εκατ. βαρέλια. Τον Νοέμβριο αναμένεται να προστεθούν ακόμη 500.000 τόνοι, ενώ στη συνέχεια προβλέπεται η διάθεση επιπλέον 1 εκατ. τόνων.
Η αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής άρχισε να αποτυπώνεται και στις θαλάσσιες μεταφορές. Σύμφωνα με στοιχεία της LSEG που επικαλείται το Reuters, δεξαμενόπλοιο με περίπου 40.000 τόνους ρωσικού ντίζελ αναχώρησε από το λιμάνι Πριμόρσκ στις 22 Οκτωβρίου με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Η άφιξή του αναμενόταν στις 7 Νοεμβρίου, γεγονός που καταδεικνύει ότι η συμφωνία δεν έμεινε μόνο σε πολιτικό επίπεδο, αλλά μεταφράστηκε γρήγορα σε εμπορικές κινήσεις.
Τι κερδίζει η Ρωσία από τη νέα συμφωνία
Το σημαντικότερο οικονομικό όφελος για τη Μόσχα δεν αφορά κατ’ ανάγκη την πώληση πολύ μεγαλύτερων ποσοτήτων ντίζελ. Περισσότερο σχετίζεται με τη δυνατότητα των ρωσικών εταιρειών να πραγματοποιούν τις εξαγωγές με ευνοϊκότερους όρους.
Ανάλυση του Carnegie Endowment for International Peace εκτιμά ότι η συμφωνία θα μπορούσε θεωρητικά να αντιστοιχεί σε πωλήσεις ντίζελ αξίας περίπου 7 δισ. δολαρίων μέσα σε έξι μήνες, εφόσον διατεθούν περίπου 5 εκατ. τόνοι στις τρέχουσες τιμές. Ωστόσο, το ποσό αυτό δεν αποτελεί πρόσθετο κέρδος για τη Ρωσία. Μεγάλο μέρος των συγκεκριμένων ποσοτήτων θα μπορούσε να εξαχθεί ούτως ή άλλως, ακόμη και υπό το προηγούμενο καθεστώς κυρώσεων.
Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται αλλού:
– Στη μείωση των εκπτώσεων που προσφέρουν οι ρωσικές επιχειρήσεις στους αγοραστές.
– Στο χαμηλότερο κόστος μεταφοράς και ασφάλισης.
– Στη διεύρυνση της πρόσβασης σε πλοία που δεν ανήκουν στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο».
– Στη δυνατότητα χρήσης περισσότερων εμπορικών και χρηματοπιστωτικών διαύλων.
Στο ευνοϊκότερο σενάριο, η Ρωσία θα μπορούσε να αποκομίσει πρόσθετο όφελος περίπου 30 έως 40 δολαρίων ανά τόνο ντίζελ, σύμφωνα με την ανάλυση του Carnegie. Αυτό μεταφράζεται σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια τον μήνα, όχι όμως σε δισεκατομμύρια πρόσθετων εσόδων.
Το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους θα κατευθυνόταν αρχικά στις εταιρείες που πραγματοποιούν τις εξαγωγές. Το ρωσικό Δημόσιο θα επωφελούνταν έμμεσα, μέσω της φορολόγησης των αυξημένων εταιρικών κερδών. Παράλληλα, η χαλάρωση των αμερικανικών περιορισμών θα μπορούσε να μειώσει την ανάγκη χρήσης ακριβότερων και πιο σύνθετων μηχανισμών μεταφοράς.
Οι προκλήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση
Η ΕΕ διατηρεί την απαγόρευση εισαγωγής ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Φεβρουάριο του 2023. Στόχος των κυρώσεων είναι να περιοριστούν τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας και, κατ’ επέκταση, οι πόροι που μπορούν να στηρίξουν τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.
Η απαγόρευση έχει μεταβάλει σημαντικά τις εμπορικές ροές. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες στράφηκαν σε προμηθευτές από τις ΗΠΑ, τη Μέση Ανατολή και άλλες αγορές, ενώ το ρωσικό ντίζελ κατευθύνθηκε κυρίως προς χώρες όπως η Τουρκία και η Βραζιλία.
Σύμφωνα με ανάλυση του πολωνικού Κέντρου Ανατολικών Σπουδών, τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια μπορούν να καλύπτουν περίπου το 90% έως 95% της εγχώριας ζήτησης ντίζελ. Παρ’ όλα αυτά, οι εισαγωγές από χώρες εκτός ΕΕ αντιστοιχούσαν περίπου στο 18% της κατανάλωσης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Η εξάρτηση από εξωτερικές αγορές γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη λόγω της συρρίκνωσης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας διύλισης. Από το 2009 έχουν κλείσει περίπου 30 από τα 100 διυλιστήρια της ηπείρου, ενώ η συνολική δυναμικότητα επεξεργασίας έχει μειωθεί κατά περίπου 21%.
Παράλληλα, η αντικατάσταση του ρωσικού αργού με διαφορετικούς τύπους πετρελαίου έχει επηρεάσει την απόδοση αρκετών διυλιστηρίων. Η προσαρμογή στις νέες πρώτες ύλες δεν είναι πάντα άμεση, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα της Ευρώπης να αυξήσει γρήγορα την παραγωγή ντίζελ όταν εμφανίζονται ελλείψεις.
Η πίεση για αξιοποίηση των αποθεμάτων
Η κατάσταση περιπλέκεται από την αμερικανική πίεση προς ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αξιοποιήσουν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και ντίζελ, ώστε να περιοριστούν οι τιμές στη διεθνή αγορά.
Σύμφωνα με το Reuters, η Ουάσιγκτον είχε προειδοποιήσει τη Γαλλία και τη Γερμανία ότι ενδεχόμενη άρνησή τους να αποδεσμεύσουν αποθέματα θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμούς των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε πρόσθετο κίνδυνο για την Ευρώπη, καθώς οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό προμηθευτή πετρελαϊκών προϊόντων μετά τον περιορισμό των εισαγωγών από τη Ρωσία.
Στις 2 Οκτωβρίου, οι χώρες της G7 συμφώνησαν στην αποδέσμευση συνολικά 100 εκατ. βαρελιών ντίζελ και αργού πετρελαίου από τα έκτακτα αποθέματα. Μετά τη συμφωνία, ο Τραμπ απέσυρε την απειλή απαγόρευσης των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ.
Η αξιοποίηση των αποθεμάτων μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στις τιμές, δεν αντιμετωπίζει όμως τις βαθύτερες αιτίες των ελλείψεων. Επιπλέον, μειώνει τα διαθέσιμα αποθέματα ασφαλείας που μπορεί να χρειαστούν σε περίπτωση νέων διαταραχών στον εφοδιασμό.
Περιορισμένη επίδραση στις διεθνείς τιμές
Παρά τη συμφωνία, οι αναλυτές δεν αναμένουν σημαντική και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών ντίζελ μόνο χάρη στις επιπλέον ρωσικές ποσότητες. Οι προβλεπόμενες αποστολές θεωρούνται περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς και τις ελλείψεις που έχουν προκληθεί από προβλήματα στην παραγωγή και στις μεταφορές.
Το Carnegie εκτιμά ότι η παγκόσμια κατανάλωση ντίζελ ανέρχεται σε περίπου 120 εκατ. τόνους τον μήνα, ενώ περίπου 30 εκατ. τόνοι διακινούνται στο διεθνές εμπόριο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αρχικοί 300.000 τόνοι από τη Ρωσία δεν επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά την ισορροπία της αγοράς.
Η S&P Global έχει επίσης επισημάνει τις έντονες πιέσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ντίζελ. Οι τιμές φυσικής παράδοσης προσέγγισαν ή κατέγραψαν ιστορικά υψηλά τον Σεπτέμβριο, λόγω της περιορισμένης προσφοράς, των χαμηλών αποθεμάτων και των προβλημάτων στις διεθνείς ενεργειακές ροές.
Το οικονομικό δίλημμα της Ευρώπης
Η διατήρηση των ευρωπαϊκών κυρώσεων, την ώρα που οι ΗΠΑ επιτρέπουν προσωρινά ορισμένες συναλλαγές με ρωσικό ντίζελ, δημιουργεί διαφορετικές συνθήκες στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Για τη Μόσχα, η αμερικανική απόφαση μπορεί να περιορίσει το κόστος εξαγωγών, να μειώσει τις εκπτώσεις και να ενισχύσει τα περιθώρια κέρδους των ενεργειακών επιχειρήσεων. Δεν έχει αποδειχθεί, ωστόσο, ότι θα οδηγήσει σε θεαματική αύξηση των συνολικών ρωσικών εσόδων.
Για την ΕΕ, η διατήρηση των κυρώσεων συνεπάγεται συνέχιση των περιορισμών στις αγορές ρωσικών καυσίμων και μεγαλύτερη εξάρτηση από άλλους προμηθευτές. Παράλληλα, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς θα μπορούσε να μειώσει τις διεθνείς τιμές και να ωφελήσει έμμεσα και τις ευρωπαϊκές οικονομίες, ακόμη και χωρίς απευθείας εισαγωγές ρωσικού ντίζελ.
Το τελικό ισοζύγιο θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές ποσότητες που θα διατεθούν, τη διάρκεια της αμερικανικής χαλάρωσης και την πορεία της ενεργειακής κρίσης. Σε κάθε περίπτωση, το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο τι κερδίζει η Ρωσία από τη «στροφή» Τραμπ, αλλά και πόσο ανθεκτικό μπορεί να αποδειχθεί το ευρωπαϊκό σύστημα εφοδιασμού απέναντι σε νέες γεωπολιτικές και ενεργειακές πιέσεις.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης