Στη Γαλλία το 10ετές ομόλογο ξεπέρασε το 5% για πρώτη φορά από το 2002
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε την Τετάρτη το 5%, για πρώτη φορά από το 2002, σε μια εξέλιξη που αποτυπώνει την αυξανόμενη ανησυχία των επενδυτών για την πορεία των δημόσιων οικονομικών της χώρας. Η άνοδος των αποδόσεων συνδέεται με το υψηλό δημόσιο χρέος, το επίμονα μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, την πολιτική αβεβαιότητα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει την έγκριση του προϋπολογισμού του 2027.
Η εξέλιξη αυτή αυξάνει το κόστος δανεισμού για τη Γαλλία και εντείνει τις πιέσεις προς το Παρίσι να προχωρήσει σε αξιόπιστη δημοσιονομική προσαρμογή. Παράλληλα, δημιουργεί νέα προβλήματα για την κυβέρνηση, η οποία καλείται να εφαρμόσει σημαντικές περικοπές δαπανών σε ένα περιβάλλον έντονων κοινωνικών αντιδράσεων και βαθιού κοινοβουλευτικού κατακερματισμού.
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου πάνω από το 5%
Σύμφωνα με το CNBC, η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου, γνωστού ως OAT, ξεπέρασε το 5% λίγο πριν από τις 11:00 το πρωί της Τετάρτης. Στη συνέχεια υποχώρησε στο 4,9794%, παραμένοντας ωστόσο σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ενώ η ημερήσια άνοδος διαμορφώθηκε περίπου στις 6 μονάδες βάσης.
Η κίνηση στις αγορές θεωρείται ενδεικτική της αυξανόμενης δυσπιστίας των επενδυτών απέναντι στην ικανότητα της Γαλλίας να περιορίσει το έλλειμμα και να σταθεροποιήσει το χρέος της. Όσο υψηλότερη είναι η απόδοση ενός κρατικού ομολόγου, τόσο μεγαλύτερο είναι το κόστος με το οποίο δανείζεται το Δημόσιο. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος των επιτοκίων μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς αυξάνονται οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους.
Οι επενδυτές φοβούνται ότι η πολιτική αστάθεια θα δυσκολέψει την επίτευξη συμφωνίας για τις περικοπές δαπανών που απαιτούνται. Το γαλλικό κοινοβούλιο παραμένει βαθιά διχασμένο, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών της κυβέρνησης και καθιστά κάθε δημοσιονομική πρωτοβουλία πολιτικά δύσκολη.
Ο προϋπολογισμός του 2027 στο επίκεντρο
Κεντρικό ζήτημα για τις αγορές αποτελεί ο προϋπολογισμός του 2027. Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει θέσει ως στόχο την εξοικονόμηση 54 δισ. ευρώ μέσω περικοπών στις δημόσιες δαπάνες. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα μέτρα είναι αναγκαία προκειμένου να αποκατασταθεί η δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας και να περιοριστεί η επιβάρυνση από το κόστος δανεισμού.
Η Γαλλία βρίσκεται ήδη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ευρωπαϊκές αρχές έχουν ζητήσει από το Παρίσι να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο όριο του 3% του ΑΕΠ, από 5,1% που είχε διαμορφωθεί στο τέλος του προηγούμενου έτους.
Η διαδικασία κατάρτισης και έγκρισης του προϋπολογισμού έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε σημαντική πηγή πολιτικής αστάθειας. Μετά την αποτυχία των περσινών διαπραγματεύσεων, ο Λεκορνί προσέφυγε τον Φεβρουάριο σε έκτακτη συνταγματική διαδικασία, ώστε να εγκριθεί ο φετινός προϋπολογισμός χωρίς προηγούμενη ψηφοφορία στο κοινοβούλιο.
Η κυβέρνηση δεν αποκλείει να ακολουθήσει την ίδια επιλογή και για τον προϋπολογισμό του 2027, εφόσον δεν καταστεί δυνατή μια ευρύτερη κοινοβουλευτική συμφωνία.
Η κυβέρνηση εξετάζει την προσφυγή στο άρθρο 49.3
Ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Ρολάν Λεσκίρ, δήλωσε την Τετάρτη στον ραδιοφωνικό σταθμό RTL ότι η κυβέρνηση παραμένει αποφασισμένη να εγκρίνει τον προϋπολογισμό εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, ακόμη και αν χρειαστεί να παρακάμψει την κοινοβουλευτική ψηφοφορία.
«Είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό, επειδή δεν έχουμε άλλη επιλογή», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα απαραίτητα θεσμικά εργαλεία για να διασφαλίσει την έγκριση του προϋπολογισμού.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το άρθρο 49.3 του γαλλικού Συντάγματος, το οποίο επιτρέπει στον πρωθυπουργό να υιοθετήσει ένα νομοσχέδιο χωρίς ψηφοφορία στην Εθνοσυνέλευση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα κατατεθεί και δεν θα εγκριθεί πρόταση μομφής. Η χρήση της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη, καθώς συχνά προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και μπορεί να ενισχύσει τις κοινωνικές εντάσεις.
Οι κοινωνικές αναταραχές αυξάνουν την αβεβαιότητα
Η προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής πραγματοποιείται σε ένα ήδη ιδιαίτερα εύθραυστο πολιτικό περιβάλλον. Οι διαφωνίες γύρω από τις δημόσιες δαπάνες έχουν οδηγήσει στο παρελθόν στην πτώση κυβερνήσεων, ενώ ο ίδιος ο Λεκορνί είχε παραιτηθεί λιγότερο από έναν μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, εξαιτίας των αντιπαραθέσεων για τον προϋπολογισμό. Λίγες ημέρες αργότερα διορίστηκε εκ νέου από τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν.
Την κατάσταση περιπλέκει ακόμη περισσότερο το κύμα κοινωνικών κινητοποιήσεων που ξεκίνησε τον προηγούμενο μήνα ως φοιτητικό κίνημα στο Παρίσι και σταδιακά εξαπλώθηκε σε άλλες περιοχές της χώρας. Οι διαδηλώσεις απέκτησαν ολοένα πιο βίαιο χαρακτήρα, ενώ το περασμένο Σαββατοκύριακο σημειώθηκαν εκτεταμένα επεισόδια και λεηλασίες.
Οι γαλλικές αρχές εκτιμούν ότι οι ζημιές μπορεί να ανέλθουν σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Πέρα από το άμεσο οικονομικό κόστος, οι κινητοποιήσεις επιβαρύνουν την εικόνα πολιτικής σταθερότητας της χώρας και ενισχύουν τις ανησυχίες των επενδυτών για την εφαρμογή των δημοσιονομικών μέτρων.
Οι επερχόμενες εκλογές στο επίκεντρο των αγορών
Οι επενδυτές παρακολουθούν επίσης στενά τις προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης. Η εκλογική αναμέτρηση θεωρείται ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να αυξήσει την αβεβαιότητα στις αγορές ομολόγων, καθώς τα πολιτικά κόμματα αναμένεται να παρουσιάσουν διαφορετικές προτάσεις για τη φορολογία, τις δημόσιες δαπάνες και τη διαχείριση του χρέους.
Η Μαρίν Λεπέν, την οποία το CNBC παρουσιάζει ως επικρατέστερη υποψήφια, δήλωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα ότι θα μπορούσε να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ μέσα σε 18 μήνες από την εκλογή της. Ωστόσο, οι επικριτές της αμφισβητούν κατά πόσο οι προτεινόμενες περικοπές είναι ρεαλιστικές και αν μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις.
Η υπέρβαση του 5% από το γαλλικό 10ετές ομόλογο αποτελεί σαφές μήνυμα ότι οι αγορές απαιτούν πλέον συγκεκριμένο και αξιόπιστο σχέδιο για τη μείωση του ελλείμματος και του χρέους. Η πορεία των αποδόσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα της κυβέρνησης να περάσει τον προϋπολογισμό του 2027, να περιορίσει την πολιτική αστάθεια και να πείσει τους επενδυτές ότι η Γαλλία μπορεί να επαναφέρει τα δημόσια οικονομικά της σε βιώσιμη τροχιά.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης