Στερεύουν οι λύσεις για συγκράτηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος – Ολοένα και πιο απαραίτητη η επιδότηση

Ένα ιδιαίτερα δύσκολο σκηνικό διαμορφώνεται στην αγορά λιανικής ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς οι συνεχείς αυξήσεις στην τιμή του φυσικού αερίου ενισχύουν το κόστος παραγωγής και ασκούν πιέσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα της αγοράς. Το αυξημένο κόστος μεταφέρεται σταδιακά στους προμηθευτές και, τελικά, στους καταναλωτές, περιορίζοντας τα περιθώρια για χαμηλότερα τιμολόγια.

Οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ξεπερνούν πλέον καθημερινά τα 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ το φυσικό αέριο στην Ευρώπη έχει αγγίξει σχεδόν τα 100 ευρώ. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι άμυνες που διέθεταν μέχρι σήμερα οι εγχώριοι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας εξασθενούν. Η εξέλιξη αφορά τόσο τις μικρότερες εταιρείες, οι οποίες δεν διαθέτουν δική τους παραγωγή, όσο και τους μεγάλους καθετοποιημένους ομίλους, που έχουν περισσότερα εργαλεία για να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων.

Νέα άνοδος στα πράσινα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος

Στα τέλη της εβδομάδας αναμένεται να ανακοινωθούν τα νέα πράσινα τιμολόγια για τον Νοέμβριο. Όλα δείχνουν ότι οι τιμές θα αυξηθούν για ακόμη έναν μήνα, καθώς η πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς δεν αφήνει πολλά περιθώρια για συγκράτηση.

Κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου, η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά έχει διαμορφωθεί μέχρι στιγμής στα 189 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 156 ευρώ τον Σεπτέμβριο. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί από μόνο του σε περίπου 18,9 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Στη συνέχεια προστίθεται το περιθώριο του κάθε προμηθευτή, το οποίο εξαρτάται από το δικό του κόστος λειτουργίας, το μείγμα παραγωγής και την εμπορική πολιτική που ακολουθεί.

Έτσι, οι τελικές τιμές που βλέπουν οι καταναλωτές στους λογαριασμούς τους επηρεάζονται όχι μόνο από τις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου, αλλά και από τις συνθήκες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, το κόστος προμήθειας και τη στρατηγική κάθε εταιρείας.

Τα σταθερά τιμολόγια στο επίκεντρο

Με δεδομένη την απουσία κρατικής επιδότησης αυτή την περίοδο, το ενδιαφέρον των καταναλωτών στρέφεται και στα μπλε, σταθερά τιμολόγια. Τα συγκεκριμένα προϊόντα προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, καθώς η χρέωση παραμένει σταθερή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα από τις καθημερινές μεταβολές στη χονδρεμπορική αγορά.

Η ΔΕΗ λάνσαρε πρόσφατα ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό σταθερό προϊόν, με τιμή περίπου 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Ωστόσο, εύλογα τίθεται το ερώτημα για πόσο καιρό θα μπορέσει να διατηρήσει το συγκεκριμένο τιμολόγιο σε αυτό το επίπεδο, εφόσον οι αυξήσεις στην προθεσμιακή αγορά συνεχιστούν.

Η επιχείρηση διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα στο παραγωγικό της χαρτοφυλάκιο. Τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια, αλλά και η λιγνιτική παραγωγή, η οποία σήμερα είναι φθηνότερη σε σχέση με την παραγωγή από φυσικό αέριο, προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και ένας καθετοποιημένος όμιλος έχει όρια και είναι υποχρεωμένος να συνυπολογίζει το συνολικό κόστος παραγωγής, προμήθειας και λειτουργίας.

Αυξάνονται οι πιέσεις στα futures

Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των μπλε τιμολογίων έχουν τα προθεσμιακά συμβόλαια. Μέσω της αντιστάθμισης κινδύνου σε βάθος χρόνου, οι προμηθευτές αγοράζουν ή πωλούν εκ των προτέρων την ενέργεια που θα παραχθεί και θα καταναλωθεί τους επόμενους μήνες ή ακόμη και τα επόμενα χρόνια.

Η πρακτική αυτή επέτρεψε μέχρι σήμερα στους καθετοποιημένους προμηθευτές να προσφέρουν σταθερά τιμολόγια σε επίπεδα αρκετά χαμηλότερα από τα πράσινα. Ωστόσο, η εικόνα στην προθεσμιακή αγορά έχει επιδεινωθεί αισθητά.

Ενδεικτικά, το future της ελληνικής αγοράς για το 2027 διαπραγματεύεται πλέον πάνω από τα 150 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Σε πιο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, το αντίστοιχο προϊόν για τον Ιανουάριο έχει ξεπεράσει τα 235 ευρώ, καταγράφοντας άνοδο περίπου 20 ευρώ μέσα σε λίγες ημέρες. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τα περιθώρια για νέα φθηνά σταθερά τιμολόγια και αυξάνει την αβεβαιότητα για τους παρόχους.

Η επιδότηση ηλεκτρικού ρεύματος γίνεται αναγκαία

Όλα τα δεδομένα συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η επιδότηση ηλεκτρικού ρεύματος ενδέχεται να καταστεί αναγκαία τους επόμενους μήνες, προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Το βασικό πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι, όμως, το υψηλό δημοσιονομικό κόστος ακόμη και μιας σχετικά περιορισμένης παρέμβασης.

Μια επιδότηση της τάξης των 3 λεπτών ανά κιλοβατώρα, αντίστοιχη με εκείνη που είχε εφαρμοστεί στο παρελθόν, θα απαιτούσε σημαντικούς πόρους. Για σύγκριση, η επιδότηση που είχε δοθεί στα νοικοκυριά το 2024 ανερχόταν σε 1,5 λεπτό ανά κιλοβατώρα και κόστιζε περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ τον μήνα.

Παράλληλα, ο προϋπολογισμός του 2027 προβλέπει «μαξιλάρι» ύψους 200 εκατομμυρίων ευρώ για μέτρα αντιμετώπισης μιας νέας ενεργειακής κρίσης. Στο ποσό αυτό ενδέχεται να προστεθούν πόροι από τη ρήτρα διαφυγής, εφόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκρίνει τη σχετική ενεργοποίηση.

Το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο για την πορεία των λογαριασμών. Αν οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, οι διαθέσιμες λύσεις για τη συγκράτηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος θα περιοριστούν ακόμη περισσότερο. Σε αυτό το περιβάλλον, η επιδότηση ηλεκτρικού ρεύματος φαίνεται να μετατρέπεται από προσωρινό μέτρο ανακούφισης σε ολοένα πιο απαραίτητο εργαλείο προστασίας των καταναλωτών.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή